16/12/06

Τέσσερα (Άστοχα) Ερωτήματα για το Ιράκ

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 884, 15 Δεκεμβρίου 2006, σελ. 30-32.

«ΣΕ ΑΝΟΗΤΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΞΙΖΟΥΝ ανόητες απαντήσεις». Η λαϊκή αυτή ρήση ίσως εξηγεί την ελλιπή ενημέρωση πάνω στο Ιράκ τον τελευταίο καιρό. Είναι προφανές πως η εκλογική αποδυνάμωση της κυβέρνησης Μπους, τον περασμένο Νοέμβριο, θα τροχοδρομήσει στρατηγικές ανακατατάξεις στην αραβική μεθόριο. Ποιας μορφής θα είναι όμως αυτές οι ανακατατάξεις και πως θα επηρεάσουν την κατάσταση στο Ιράκ; Η έλλειψη ολοκληρωμένων απαντήσεων μαρτυρά την εμμονή πολλών αναλυτών σε ερωτήματα που παραμένουν στη βάση τους άστοχα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απορία πολλών για το εάν θα φύγουν τα κατοχικά στρατεύματα από το Ιράκ. Από τη στιγμή σχεδόν της παραίτησης του Ντοναλτ Ράμσφελντ, πρώην υπουργού άμυνας της κυβέρνησης Μπους, άπειρα έχουν γραφτεί και ειπωθεί πάνω σ’ αυτό το θέμα. Θα πραγματοποιηθεί η στρατιωτική απόσυρση των ΗΠΑ; Θα είναι σταδιακή ή αιφνίδια; Θα γίνει μέσα στο 2007 ή αργότερα; Είναι στρατηγικά ορθή ή λανθασμένη;

Στην πραγματικότητα τα παραπάνω αλληλοσυνδεόμενα ερωτήματα δεν έχουν παρά ελάχιστη σημασία για το μέλλον του ίδιου του Ιράκ. Κι αυτό διότι στηρίζονται στη θεμελιώδη αυταπάτη πως η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο Ιράκ έχει τη δυνατότητα ν’ αποτρέψει το ρήμαγμα της χώρας. Είναι γεγονός πως, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, πάνω από το 70 τοις εκατό των Ιρακινών επιθυμούν την άμεση αποχώρηση των αμερικανών από την πατρίδα τους[1]. Η επιθυμία αυτή πηγάζει κυρίως από την πατριωτική τους υπερηφάνεια, καθώς κι από την αντίδρασή τους στην αποσταθεροποίηση της χώρας, την οποία επιρρίπτουν στην αμερικανική εισβολή. Όμως ελάχιστοι Ιρακινοί συνδέουν την αποχώρηση ή παραμονή των αμερικανικών στρατευμάτων με κάποια ενδεχόμενη βελτίωση της μηδαμινής ασφάλειας στη χώρα τους. Άλλωστε οι αμερικανικές δυνάμεις σπάνια εξέρχονται απ’ τα οχυρωμένα τους στρατόπεδά, ενώ ακόμα σπανιότερα επιδίδονται στην αστυνόμευση των αστικών κέντρων[2], τα οποία έχουν πλέον εγκαταλείψει στο έλεος των παραστρατιωτικών οργανώσεων. Μέχρι πρόσφατα Αμερικανοί στρατιώτες στελέχωναν τα μπλόκα στους δρόμους της Βαγδάτης και άλλων μεγάλων πόλεων, αλλά από τον Ιούλιο κι έπειτα τα έχουν παραχωρήσει κι αυτά στα τρεμάμενα χέρια των νεοσύλλεκτων της ιρακινής εθνοφρουράς. Έξω από την Πράσινη Ζώνη της Βαγδάτης, ο μοναδικός δρόμος που οι Αμερικανοί προσπαθούν ακόμα ν’ αστυνομεύσουν είναι εκείνος που οδηγεί στο αεροδρόμιο. Αλλά κι αυτόν ακόμα αδυνατούν να τον διασφαλίσουν. Κάθε βράδυ αναγκάζονται να τον οχυρώνουν με μπλόκα, βάλλοντας δίχως προειδοποίηση εναντίον οποιουδήποτε οχήματος έχει την ατυχία να βρεθεί στην περιοχή[3].

Οι Φενταγίν, πρώην προσωπική φρουρά του Σαντάμ Χουσεΐν που συνεχίζει τις δραστηριότητές της στο σουνιτικό τρίγωνο του Ιράκ.

Ο λόγος της αποχής των αμερικανών από την αστυνόμευση της χώρας είναι απλός: ο φιλόδοξος αυτός στρατηγικός στόχος θ’ απαιτούσε πολλαπλάσια στρατεύματα και –κυρίως– πολλαπλάσιους νεκρούς. Τελευταία οι Αμερικανοί θρηνούν περίπου 100 νεκρούς στο Ιράκ κάθε μήνα. Η συστηματική αστυνόμευση όλων των αστικών περιοχών θ’ απαιτούσε τη θυσία περισσότερων των 200 στρατιωτών εβδομαδιαίως, δηλαδή περίπου στα επίπεδα του πολέμου στο Βιετνάμ. Αυτό τουλάχιστο δείχνουν οι στατιστικές. Η διαφορά είναι πως, από τους 220 ένστολους που δολοφονούνται στο Ιράκ κάθε εβδομάδα, μόνο οι 20 είναι Αμερικανοί. Οι υπόλοιποι είναι νεοσύλλεκτοι Ιρακινοί φαντάροι κι αστυνομικοί, πρώην άνεργοι, που πασχίζουν απεγνωσμένα να θρέψουν τις οικογένειες τους. Με άλλα λόγια, η «βιετναμοποίηση» του Ιράκ είναι ήδη γεγονός. Οι 220 θάνατοι ένστολων την εβδομάδα θα συνεχιστούν, και ίσως θ’ αυξηθούν, άσχετα από το εάν θα παραταθεί η αμερικανική παρουσία στην ταλαίπωρη αραβική χώρα.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ;

Ένα άλλο ερώτημα, εξίσου άστοχο, έχει να κάνει με μια ενδεχόμενη επιβολή στρατιωτικού νόμου στο Ιράκ, υπό την επίβλεψη κάποιας χούντας ελεγχόμενης από τους Αμερικανούς. Το σχετικό επιχείρημα στηρίζεται στην άποψη πως η άνθιση της δημοκρατίας προϋποθέτει την κατοχύρωση σταθερότητας στη χώρα και καταλήγει αναπόφευκτα στο σκεπτικό πως ίσως τελικά το Ιράκ να επωφεληθεί από μια στρατιωτική διακυβέρνηση.

Κυκλοφορούν φήμες ότι το αμερικανικό Πεντάγωνο ήδη προσανατολίζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Στις 23 Οκτωβρίου το πρακτορείο ειδήσεων United Press International μετέδωσε πως μια ομάδα Ιρακινών στρατιωτικών μετέβη στις ΗΠΑ για να λάβει ακριβείς οδηγίες σχετικά με την κατάστρωση του πραξικοπήματος[4]. Μια τέτοια έκβαση –η ανατροπή μιας ενοχλητικής δικτατορίας με πρόφαση τη δημοκρατία και η αντικατάστασή της από μιαν άλλη, πολιτικά ελεγχόμενη– μπορεί να ξεχειλίζει από υποκρισία, δεν παύει όμως να εντάσσεται μέσα στον ιστορικό χαρακτήρα του αμερικανικού επεκτατισμού.

Αλλά το σενάριο αυτό είναι άγονο. Η επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας στο Ιράκ προϋποθέτει τον στρατιωτικό έλεγχο της χώρας από μία κεντρική πηγή, κάτι που απλά δεν υφίσταται. Το Ιράκ είναι αυτή τη στιγμή κατακερματισμένο σε περισσότερα από δέκα κομμάτια, τα οποία ελέγχονται από σχεδόν είκοσι διαφορετικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, η κάθε μια με τους δικούς της μουλάδες και ιδεολογικούς ηγέτες, με τα δικά της στρατιωτικά σχήματα, με διαφορετικούς νόμους και πολιτικούς στόχους. Ο Κουρδικός βοράς είναι de facto αυτοδιοίκητος. Στο νότιο άκρο της χώρας, από τη Μπάσρα μέχρι και τα περίχωρα της Βαγδάτης, ο πλήρης πολιτικός και στρατιωτικός έλεγχος ανήκει στο Στρατό Μαχντί, του σιίτη ισλαμιστή ηγέτη Μουκτάντα αλ-Σαντρ, που πρόσφατα χαρακτηρίστηκε από το περιοδικό Newsweek ως ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος στο Ιράκ[5]. Στη λωρίδα ανατολικά του ποταμού Τίγρη, κοντά στα σύνορα με το Ιράν, ο έλεγχος ανήκει στις Ταξιαρχίες Μπαντρ του Αμπντούλ Αζιζ Χακίμ. Το πολιτικό σκέλος της οργάνωσης, που ονομάζεται Ανώτατο Συμβούλιο για την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράκ, είναι υποκινούμενο από το Ιράν και δε δίνει πλέον σημασία στις προσταγές της Βαγδάτης. Τέλος, το σουνιτικό τρίγωνο μεταξύ βόρειας Βαγδάτης, Τικρίτ και Ραμάντι βρίσκεται υπό την πλήρη κατοχή των διαφόρων σουνιτικών παραστρατιωτικών οργανώσεων όπως είναι η Ιρακινή Εθνική Ισλαμική Αντίσταση, το Εθνικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση του Ιράκ, το Ιρακινό Αντιστασιακό Ισλαμικό Μέτωπο, καθώς και η ανασυγκροτημένη εθνοφρουρά του Σαντάμ Χουσεΐν, γνωστή ως Φενταγίν.

Από την άνοιξη του 2004, όταν κατέρρευσε η ευκαιριακή συμμαχία μεταξύ σουνιτών και σιιτών, οι Αμερικανοί και ο επίσημος ιρακινός στρατός δεν έχουν πατήσει το πόδι τους στις περιοχές αυτές, οι οποίες λειτουργούν ως κράτη εν κράτει. Εξυπακούεται πως οι ΗΠΑ μπορούν να εγκαταστήσουν οποιονδήποτε στρατιωτικό της αρεσκείας τους ως δικτάτορα στην απομονωμένη Πράσινη Ζώνη της Βαγδάτης. Όμως η επιρροή του στα θρυμματισμένα κρατίδια του πάλαι ποτέ ενιαίου Ιράκ θα είναι ουσιαστικά μηδαμινή.

ΤΑ ΓΕΙΤΟΝΙΚΑ ΚΡΑΤΗ;

Μια άλλη παραφιλολογία που αναπτύσσεται τον τελευταίο μήνα έχει να κάνει με την προοπτική ενός διπλωματικού ανοίγματος της Ουάσιγκτον προς τις γειτονικές με το Ιράκ χώρες. Παρότι το διπλωματικό αυτό άνοιγμα παραμένει στη σφαίρα του ιδεατού, πολλοί έχουν ήδη αρχίσει ν’ αναρωτιούνται για την ακριβή μορφή μιας ενδεχόμενης αμερικανο-ιρανο-συριακής τρόικας με στόχο τη σωτηρία του Ιράκ. Στη βάση αυτής της άποψης βρίσκεται η αντίληψη πως, μετά την αμερικανική παραδοχή πως η κατάσταση στο Ιράκ είναι πράγματι ανεξέλεγκτη, η κυβέρνηση Μπους ίσως επιδιώξει πολιτική συνεργασία με τη Δαμασκό και την Τεχεράνη έναντι διπλωματικών ανταλλαγμάτων.

Το πρόβλημα μ’ αυτό το σενάριο είναι ότι στηρίζεται στην προϋπόθεση πως η Συρία και το Ιράν, αλλά και η Ιορδανία με τη Σαουδική Αραβία, όχι μόνο θέλουν, αλλά και μπορούν ν’ αναχαιτίσουν την καταστροφή του Ιράκ. Είναι όμως καταφανές πως οι γειτονικές χώρες δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα. Αν μπορούσαν θα το είχαν κάνει εδώ και καιρό. Ήδη, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, τα κύματα προσφύγων από το Ιράκ προς τη Συρία και την Ιορδανία έχουν ξεπεράσει εκείνα της εποχής του Ιρανο-Ιρακινού πολέμου. Αν και κανείς δε γνωρίζει πόσοι ακριβώς είναι οι Ιρακινοί που έχουν διασχίσει τα σύνορα με τη Συρία, οι τελευταίοι υπολογίζονται σ’ ένα εκατομμύριο, ενώ αρκετές χιλιάδες καταφτάνουν εκεί καθημερινά. Άλλο ένα εκατομμύριο Ιρακινοί έχουν περάσει τα σύνορα με την Ιορδανία, η οποία δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συντηρήσει πολλούς περισσότερους. Άλλες 200.000 βρίσκονται στην Αίγυπτο, περίπου 40.000 στο Λίβανο, αρκετές χιλιάδες στη Σαουδική Αραβία, στην Τουρκία, στη Λιβύη, ακόμα και στην Υεμένη.

Η παρορμητική αυτή μετανάστευση πυροδοτείται μαζικά από την τρομοκράτηση της σουνιτικής μειονότητας. Οι σουνίτες, παραδοσιακά οπαδοί του κόμματος Μπάαθ, στελέχωναν σχεδόν αποκλειστικά την ιρακινή εξουσία κατά τη διάρκεια της πολυετούς δικτατορίας του σουνίτη Σαντάμ Χουσεΐν. Σήμερα όμως υπόκεινται σε συστηματική εκκαθάριση από τις πολυπληθείς σιιτικές παραστρατιωτικές οργανώσεις που ελέγχουν όλο και μεγαλύτερα τμήματα της χώρας. Προσωπικά είμαι πεπεισμένος πως η σχεδόν ολική εξαφάνιση των σουνιτών από το κεντρικό και βόρειο Ιράκ είναι θέμα χρόνου. Κάποια στιγμή οι σιίτες θα προσπαθήσουν να καταλάβουν οριστικά τη Βαγδάτη, μεταμορφώνοντας την σε αμιγώς σιιτική πόλη και οδηγώντας τους σουνίτες κατά κύματα προς την επαρχία Ανμπάρ και τα συριο-ιορδανικά σύνορα. Καθώς δε θα μπορούν να κινηθούν προς τις εχθρικά διακείμενες προς αυτούς κουρδικές επαρχίες του βόρειου Ιράκ, οι πρόσφυγες θ’ αναγκαστούν να εγκατασταθούν κατά εκατοντάδες χιλιάδες σε στρατόπεδα στην απέναντι πλευρά των συνόρων. Η ιδέα αυτή έχει πανικοβάλει τις γειτονικές χώρες. Πρόσφατα μια έκθεση του υπουργείου εσωτερικών της Ιορδανίας ανέφερε πως, αν κάτι τέτοιο συμβεί, οι πληθυσμιακές ανακατατάξεις στην περιοχή θα είναι τόσο ραγδαίες που η Ιορδανία πιθανόν να πάψει να υφίσταται ως τη χώρα που ξέρουμε σήμερα.

Όταν το παραπάνω σενάριο αρχίσει να ξεδιπλώνεται, οι γειτονικές χώρες θα έχουν τρεις επιλογές. Η πρώτη θα είναι να κλείσουν τα σύνορα και ν’ αρνηθούν οποιαδήποτε βοήθεια στους εκτοπισμένους σουνίτες του Ιράκ. Το επακόλουθο αυτής της πολιτικής θα είναι φυσικά γενοκτονία. Η δεύτερη θα είναι ν’ ανοίξουν τα σύνορά τους και να δεχτούν τα κύματα των εκτοπισμένων, που θα είναι τόσο μεγάλα ώστε να κάνουν τη μικρασιατική καταστροφή να φαντάζει αμελητέα. Η τρίτη θα είναι να μπουν ενεργά στη διαμάχη με το μέρος των σουνιτών, οπλίζοντας και εκπαιδεύοντάς τους ώστε να τους ωθήσουν να παραμείνουν στο Ιράκ. Η επιλογή αυτή είναι φυσικά η πιο ρεαλιστική, αλλά και η πιο επικίνδυνη, γιατί οδηγεί μαθηματικά στη διατήρηση, καθώς και στη γενίκευση, της εμφύλιας σύρραξης.

ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ;

Η εντατικοποίηση του εμφύλιου σπαραγμού στο Ιράκ θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Το ζήτημα για τους Αμερικανούς είναι να περιοριστεί μέσα στα σύνορα της χώρας. Τίθεται λοιπόν το εξής ερώτημα, που τελευταία συζητείται επανειλημμένα από αναλυτές ολόκληρου του πολιτικού φάσματος: «τι πρέπει να γίνει για να μην παρασύρει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή ο ιρακινός εμφύλιος;».

Όμως και αυτό το ερώτημα είναι στη βάση του παραπλανητικό, διότι αφήνει να εννοηθεί πως το Ιράκ αποτελεί τον μοναδικό κίνδυνο αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής. Όσοι αναλώνονται στην προσπάθεια να το απαντήσουν ξεχνούν πως η αραβική χερσόνησος αποτελεί μαζί με την κεντρική Αφρική τις δυο περιοχές της υφηλίου που απειλούνται ταυτόχρονα από τρεις εμφύλιους πόλεμους: στο Ιράκ (σουνίτες εναντίον σιιτών), στην Παλαιστίνη (Χαμάς εναντίον Φατάχ) και στο Λίβανο (Χεζμπολά εναντίον σουνιτών και φαλαγγιστών). Το Ιράκ πρέπει να θεωρείται χαμένο. Στην Παλαιστίνη και στο Λίβανο ίσως υπάρχει ακόμα κάποια ελπίδα, εάν η διεθνής κοινότητα βρει την τόλμη ν’ αναλάβει αποφασιστικές πρωτοβουλίες, παρακάμπτοντας την παράφορη αδιαλλαξία των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Τι θα γίνει όμως εάν και οι τρεις αυτοί διαφαινόμενοι εμφύλιοι πόλεμοι ξεσπάσουν ταυτόχρονα; Που θα τρέξουν πρώτα οι κλειδοκράτορες της «νέας τάξης πραγμάτων» για να σβήσουν τη φωτιά;

Το μόνο βέβαιο είναι πως η περίπτωση της Μέσης Ανατολής δεν είναι όπως η Ρουάντα ή το Σουδάν. Εάν η στρατηγικής σημασίας αραβική χερσόνησος κυλιστεί στο αίμα, η διεθνής κοινότητα δε θα έχει την πολυτέλεια να παρακολουθήσει τη διαμάχη εξ αποστάσεως, δίχως ν’ ανησυχεί για τις πολιτικο-οικονομικές παρενέργειες, οι οποίες θα είναι κατά πάσα πιθανότητα σαρωτικές.

Παραπομπές

[1] Paley, A.R. (2006) «Most Iraqis Favor Immediate US Pullout, Polls Show», The Washington Post, 27 Σεπτεμβρίου, σελ. Α22.
[2] Knickmeyer, E. (2003) «Restarting Baghdad's Power Plant May Help Bring Order to the City», Associated Press, 18 Απριλίου.
[3] Nordland, R. (2006) «Good Intentions Gone Bad», Newsweek, 13 Ιουνίου.
[4] Kadi, S. (2006) «Coup Against Maliki Reported in the Making», United Press International, 23 Οκτωβρίου.
[5] Έτσι χαρακτηρίζεται ο αλ-Σαντρ στο εξώφυλλο του περιοδικού του τεύχους της 27ης Νοεμβρίου 2006, που μπορείτε να βρείτε εδώ.

15/12/06

Εξελίξεις στην Υπόθεση Λιτβινένκο

Το κείμενο που ακολουθεί ήταν το κύριο άρθρο του περιοδικού Αντί, τεύχος 884, 15 Δεκεμβρίου 2006. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Κατασκοπίας Συνέχεια: Εξελίξεις στην Υπόθεση Λιτβινένκο».

ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ πολέμου, ο Peter Wright, υψηλόβαθμο στέλεχος της βρετανικής αντικατασκοπίας (ΜΙ5), είχε πάντοτε μαζί του ένα μικρό κλειδί. Το κλειδί άνοιγε ένα ατσάλινο χρηματοκιβώτιο, στα έγκατα του κέντρου επιχειρήσεων της ΜΙ5, όπου φυλασσόταν φιάλες με αντίδοτα για όλα τα γνωστά δηλητήρια που χρησιμοποιούσαν η KGB και η GRU –οι πολιτικές και στρατιωτικές πτέρυγες των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών.

Σήμερα οι περισσότερες μυστικές υπηρεσίες του προηγμένου κόσμου διατηρούν τοξικολογικά εργαστήρια για την κατασκευή δηλητηρίων και αντιδότων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, ελάχιστες ώρες μετά την εξακρίβωση της ουσίας που προξένησε το θάνατο του Αλεξάντρ Λιτβινένκο, πρώην πράκτορα της KGB και της μετασοβιετικής FSB, Βρετανοί ανακριτές μετέβησαν αμέσως στη Μόσχα. Οι ειδήμονες της βρετανικής αντικατασκοπίας δε διατηρούν αυταπάτες σχετικά με την πηγή του πολώνιου-210 –της ραδιενεργής ουσίας που τερμάτισε τη φιλόδοξη καριέρα του Λιτβινένκο.

Δείγμα ραδιενεργού πολώνιου-210, γερμανικής προέλευσης. Η υπόθεση Λιτβινένκο δεν ήταν η πρώτη φορά που μυστικές υπηρεσίες έκαναν χρήση της θανατηφόρας αυτής ουσίας για ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Στελέχη της ΜΙ5 δήλωσαν την περασμένη εβδομάδα στους Times του Λονδίνου πως θεωρούν την FSB και τις εκτελεστικές της παραφυάδες ως τους μοναδικούς ύποπτους στην υπόθεση[1].

Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως οι Βρετανοί θα τολμήσουν να προβούν σε απροκάλυπτες κατηγορίες εναντίον του Κρεμλίνου. Ο Τόνι Μπλερ μπορεί να διαβεβαιώνει τους συναδέλφους του στο κοινοβούλιο πως η κυβέρνησή του δε φοβάται το διπλωματικό σκάνδαλο. Όμως η Μόσχα, διαμέσου του Ρώσου υπουργού εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, δήλωσε δίχως υπεκφυγές πως «οι ρωσο-βρετανικές σχέσεις θα φθαρούν ανεπανόρθωτα εάν το Λονδίνο επιλέξει να συνεχίσει να πολιτικοποιεί» το θάνατο του Λιτβινένκο[2].

Εν τω μεταξύ, οι έρευνες εστιάζονται σε δύο πρόσωπα. Το ένα είναι ο Αντρέι Λουγκοβόι, πρώην πράκτορας της KGB. Ο Λουγκοβόι ταξίδεψε στις 31 Οκτωβρίου με την οικογένειά του από τη Μόσχα στο Λονδίνο για να παρακολουθήσει τον ποδοσφαιρικό αγώνα της Άρσεναλ με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Στις 1 Νοεμβρίου συναντήθηκε με τον Λιτβινένκο σε κεντρικό ξενοδοχείο του Λονδίνου (βλ. προηγούμενο άρθρο μου στο Αντί, τχ. 883). Στα τέλη του ίδιου μήνα, τεχνικοί της βρετανικής αντικατασκοπίας εντόπισαν ίχνη πολώνιου-210 σε επιλεγμένα σημεία του σταδίου της αγγλικής ομάδας, καθώς και στα δωμάτια δύο ξενοδοχείων όπου ο Λουγκοβόι διανυκτέρευσε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αγγλία. Από τη Μόσχα, ο Λουγκοβόι δήλωσε στη βρετανική εφημερίδα Daily Telegraph πως είναι θύμα οργανωμένης σκευωρίας[3]. Λίγες ημέρες αργότερα, ο γενικός εισαγγελέας του ρωσικού κράτους Γιούρι Τσάικα αποκάλυψε ότι ο Λουγκοβόι νοσηλεύεται για άγνωστους λόγους σε νοσοκομείο της Μόσχας.

Το δεύτερο πρόσωπο είναι ένας μυστηριώδης Ρώσος στον οποίο οι Βρετανοί ανακριτές είχαν αρχικά δώσει το ψευδώνυμο «Βλαντιμίρ» και πιο πρόσφατα «Ιγκόρ». Ο Ιγκόρ φέρεται ως έμμισθος συνεργάτης των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, με διπλωματική θητεία στην Αυστραλία και τη Βραζιλία, ο οποίος είναι εκπαιδευμένος δολοφόνος με ψυχροπολεμική πείρα.

Παράλληλα, οι Βρετανοί ανακριτές έχουν εκφράσει την επιθυμία τους να συναντηθούν στη Ρωσία με τον Μιχαήλ Τρεπάσκιν (βλ. προηγούμενο άρθρο μου στο Αντί, τχ. 883), πρώην πράκτορα της FSB, ο οποίος εκτίει τετραετή ποινή φυλάκισης για «διαρροή κρατικών μυστικών». Μέσω των δικηγόρων του, ο Τρεπάσκιν διαμήνυσε στους Βρετανούς πως γνωρίζει στοιχεία για την υπόθεση Λιτβινένκο και πως επιθυμεί να τα γνωστοποιήσει άμεσα γιατί υποψιάζεται πως η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο[4].

Όμως οι ρωσικές αρχές έχουν αποκλείσει την πιθανότητα να επιτραπεί «σ’ ένα άτομο καταδικασμένο σε φυλάκιση γι’ αποκάλυψη κρατικών μυστικών να συνεχίσει ν’ αποτελεί πηγή απόρρητων πληροφοριών για τους απεσταλμένους ξένων μυστικών υπηρεσιών»[4]. Ταυτόχρονα, εκπρόσωποι της ρωσικής κυβέρνησης έχουν αποκλείσει κάθε πιθανότητα έκδοσης στο εξωτερικό οποιουδήποτε Ρώσου υπηκόου υποδειχτεί ως ύποπτος από τους Βρετανούς στην υπόθεση Λιτβινένκο.

Την τελευταία φορά που οι βρετανικές αρχές προχώρησαν σε απευθείας διπλωματική ρήξη με το Κρεμλίνο ήταν το 1971, όταν η λιποταξία του κατασκόπου της KGB Όλεγκ Λιάλιν οδήγησε στην απέλαση από τη Βρετανία 105 Σοβιετικών διπλωματών. Η επίσημη ιστορία καταγράφει πως από τότε πολλά έχουν αλλάξει στις σχέσεις Μόσχας-Λονδίνου. Οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν κατά πόσο αυτό αληθεύει.

Παραπομπές

[1] Tendler, S., Evans, M., και McGrory, D. (2006) «Russian Agency Led Poison Plot», The London Times.
[2] Osborn, S., Castle, S., και Popham, P. (2006) «Litvinenko Affair Will Damage Our Relationship With UK, Warns Russia», The Independent, 5 Δεκεμβρίου.
[3] Ανώνυμου (2006) «Litvinenko Inquiry Finds Radioactive Traces at Stadium», The Scotsman, 6 Δεκεμβρίου.
[4] Finn, P., και Jordan, M. (2006) «Moscow Restricts British Police Investigating Ex-Spy's Death», The Washington Post, 6 Δεκεμβρίου, σελ. Α18.

1/12/06

Η Υπόθεση Λιτβινένκο και η Ελλάδα

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 883, 1 Δεκεμβρίου 2006, στις σελίδες 44-47. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Υπόθεση Λιτβινένκο: Ζήτημα Κατασκοπίας που Αφορά και την Ελλάδα».

ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ την επέτειο του Πολυτεχνείου, όταν ολόκληρη η Ελλάδα είχε στραμμένη την προσοχή της στους συμβασιούχους και στο πανεπιστημιακό άσυλο, μια σημαντική είδηση πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων: ο Αλεξάντρ Λιτβινένκο, πρώην πράκτορας της ρωσικής αντικατασκοπίας, χαροπάλευε δηλητηριασμένος σε νοσοκομείο του Λονδίνου. Μερικές ημέρες αργότερα ήταν νεκρός. Παρότι οι σχετικές επίσημες ανακοινώσεις έχουν διαφωτίσει ελάχιστα την υπόθεση, πολλές χώρες έχουν στρέψει σ’ αυτή την προσοχή τους. Η Ελλάδα θα έπρεπε οπωσδήποτε να είναι μια από αυτές.

Είναι γενική παραδοχή πως η κατασκοπία είναι το αποπαίδι της ιστορίας και της πολιτικής. Ο ρόλος της υπήρξε πάντοτε καίριος στην εξέλιξη και των δυο, εξακολουθεί όμως να παραμένει καταχωνιασμένη στα αζήτητα της ιστοριογραφίας. Ανάμεσα στους λόγους της συλλογικής αυτής άγνοιας είναι φυσικά η μυστικότητα του επαγγέλματος, αλλά και η ωμότητά του –παρακολουθήσεις, υποκλοπές, εκβιασμοί, δωροδοκίες, ακόμη και εν ψυχρώ δολοφονίες, όλες τους κρατικά θεσπισμένες. Αναπόφευκτα η ανάδειξη της κατασκοπίας και των μεθόδων της σε βασική παράμετρο της πολιτικής ανάλυσης, θα σήμαινε τη διαρκή υπενθύμιση πως, παρά την επιφανειακή τους σοβαροφάνεια, τα προηγμένα έθνη του κόσμου παραμένουν στη βάση τους ημιβάρβαρα. Συχνά, λοιπόν, η έλλειψη ενασχόλησης με το θέμα αποτελεί ουσιαστικά την εθελούσια υπεκφυγή της ωμής πραγματικότητας. Η περιορισμένη δημοσιότητα που δόθηκε στη δολοφονία του Λιτβινένκο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της υπεκφυγής.

Γεννημένος στα ρωσο-ουκρανικά σύνορα το 1962, ο Λιτβινένκο υπηρέτησε από το 1988 την KGB (Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας), καθώς και τη μετασοβιετική της διάδοχό FSB (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφάλειας). Η υψηλόβαθμη θέση του στην υπηρεσία του επέτρεψε να παρακολουθήσει από κοντά τη συστηματική υπερσυγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπο του Μπόρις Γιέλτσιν.

Ο Λιτβινένκο (δεξιά) σε συνέντευξη τύπου στη Μόσχα, το 1998, όπου μαζί μ' έναν άγνωστης ταυτότητας πρώην πράκτορα της FSB (αριστερά), κατήγγειλαν την κυβέρνηση Γιέλτσιν στο Ρωσικό κοινό.

Το 1998 εκδιώχθηκε από την FSB όταν κατηγόρησε τον Γιέλτσιν ότι είχε προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει την υπηρεσία για δολοφονίες πολιτικών του αντιπάλων. Το 2000, μετά από αλλεπάλληλες συλλήψεις και φυλακίσεις, ο Λιτβινένκο διέφυγε μαζί με την οικογένειά του αρχικά στην Τουρκία και κατόπιν στη Βρετανία. Οι Βρετανοί του χορήγησαν πολιτικό άσυλο για να τον προστατέψουν, όχι απλά ως πολιτικό πρόσφυγα, αλλά και ως εξαιρετικά χρήσιμο πληροφοριοδότη. Κατάλαβαν πως είχαν στα χέρια τους τον πιο υψηλόβαθμο λιποτάκτη των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών της μετασοβιετικής περιόδου και πως ο Λιτβινένκο είχε μετατραπεί αυτόματα σε κινούμενο στόχο της ρωσικής αντικατασκοπίας.

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Μερικούς μήνες νωρίτερα, το καλοκαίρι του 1999, μια σειρά εκρήξεων σε πολυκατοικίες διαφόρων πόλεων της Ρωσίας είχαν σοκάρει τη ρωσική κοινή γνώμη, έχοντας παράλληλα στοιχίσει τη ζωή σχεδόν τριακοσίων ανθρώπων. Η FSB είχε αποδώσει την ευθύνη στις γνωστές παραστρατιωτικές οργανώσεις Τσετσένων αυτονομιστών. Όμως στις 22 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους η σκοτεινή αυτή ιστορία έλαβε μια αναπάντεχη τροπή, καθώς αστυνομικοί της πόλης του Ριαζάν συνέλαβαν πράκτορες της FSB ενώ προσπαθούσαν να τοποθετήσουν ύποπτους σάκους στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας. Η FSB έσπευσε να δηλώσει πως οι πράκτορές της είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια μιας άσκησης και πως οι σάκοι περιείχαν ζάχαρη. Όμως η πρώτη δειγματοληψία για εκρηκτικές ύλες στους σάκους υπήρξε θετική. Ενεργώντας προφανώς υπό πίεση, ο διευθυντής του Ρωσικού Κέντρου Ανάλυσης Εκρηκτικών Υλών ακύρωσε την πρώτη δειγματοληψία και υποσχέθηκε μια δεύτερη, «πιο επιστημονική». Στο τέλος, η υπόσχεση αυτή αθετήθηκε, καθώς η υπόθεση της ένορκης διοικητικής εξέτασης του θέματος καταχωνιάστηκε στα σκονισμένα ράφια της Ρωσικής γραφειοκρατίας[1].

Παρά τη σκανδαλώδη αυτή αποσιώπηση, η ανασφάλεια της τρομοκρατημένης κοινής γνώμης ήταν αρκετή για να χαρίσει στον Βλαντιμίρ Πούτιν τη νίκη στις εθνικές εκλογές, μερικούς μήνες αργότερα. Ο τελευταίος εκλέχθηκε υποσχόμενος την οριστική πάταξη της τσετσενικής τρομοκρατίας. Όμως μια μικρή ομάδα έμπειρων παρατηρητών είχε επισημάνει τις ύποπτες συμπτώσεις αυτής της εξέλιξης: πράκτορες της FSB είχαν συλληφθεί την ώρα που έθεταν σε λειτουργία βομβιστικό μηχανισμό παρόμοιο μ’ εκείνους που είχαν χρησιμοποιηθεί σε προηγούμενες τρομοκρατικές ενέργειες σε πολυκατοικίες. Ενώ η διοικητική εξέταση του σκανδάλου είχε οδηγηθεί σε γραφειοκρατικό αδιέξοδο, οι τρομοκρατημένοι πολίτες είχαν εξουσιοδοτήσει τον Πούτιν, έναν άγνωστο μέχρι τότε πολιτικό, πρώην πράκτορα της KGB, να διαχειριστεί την εξουσία της πάλαι ποτέ υπερδύναμης. Οι υποψίες τους εντάθηκαν όταν, αφού κατέλαβε την εξουσία, ο Πούτιν επιδόθηκε σε μια ανηλεή εκκαθάριση της ρωσικής κυβερνητικής μηχανής, διορίζοντας σε καίρια πόστα δεκάδες πρώην συναδέλφους του, επίσης πράκτορες της KGB.

Κατά τους επόμενους μήνες, το καθεστώς Πούτιν στράφηκε στη συστηματική εξόντωση όλων όσων επέμεναν να υπενθυμίζουν δημόσια το σκάνδαλο. Ο πυροτεχνουργός Γιούρι Τκατσένκο, που διαχειρίστηκε την υπόθεση της βόμβας στην πόλη Ριαζάν, απολύθηκε. Ο Μιχαήλ Τρεπάσκιν, δικηγόρος και πρώην πράκτορας της FSB, που επιχείρησε να φέρει την υπόθεση στη δικαιοσύνη, φυλακίστηκε με την κατηγορία της «παράνομης διάδοσης κρατικών απορρήτων», παρά τις διαμαρτυρίες της Διεθνούς Αμνηστίας[2]. Το 2002, ο Αλεξάντρ Λιτβινένκο ένωσε από τη Βρετανία τη φωνή του με τους κατατρεγμένους διαφωνούντες συναδέλφους του συγγράφοντας μαζί με τον αυτοεξόριστο Ρώσο ακαδημαϊκό Γιούρι Φελστίνσκι το βιβλίο Blowing Up Russia[3] (Ανατινάζοντας τη Ρωσία), όπου καταγράφεται λεπτομερώς το πως οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες ανέλαβαν τα ηνία της χώρας μέσω της βομβιστικής εκστρατείας του καλοκαιριού του 1999. Την εποχή εκείνη, οι Ρώσοι διαφωνούντες στο εξωτερικό, όπως ο Λιτβινένκο, ένιωθαν ασφαλείς λόγω της γεωγραφικής απόστασης που τους χώριζε απ’ το Κρεμλίνο. Όλα όμως άλλαξαν το φετινό Νοέμβρη.

ΕΝΑΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΣ ΣΤΟΧΟΣ

Στη 1 Νοεμβρίου, ο Λιτβινένκο συνάντησε σε κεντρικό ξενοδοχείο του Λονδίνου δυο Ρώσους, τον Αντρέι Λουγκοβόι, πρώην πράκτορα της KGB, κι έναν μυστηριώδη άνδρα γνωστό μόνο με τ’ όνομα Βλάντιμιρ. Ο Βλάντιμιρ μίλησε ελάχιστα κατά τη διάρκεια της συνάντησης, αλλά προσκάλεσε επίμονα τον Λιτβινένκο να πιει μαζί του τσάι. Αργότερα, στις 3 το μεσημέρι, ο Λιτβινένκο συνάντησε σ’ ένα εστιατόριο τον Ιταλό ακαδημαϊκό Μάριο Σκαραμέλα. Ο Σκαραμέλα, που είναι ειδήμων στην ιστορία του Ψυχρού Πολέμου και σε θέματα κατασκοπίας, συνεργαζόταν με τον Λιτβινένκο στην «Επιτροπή Μιτρόκιν» του ιταλικού κοινοβουλίου, η οποία διευθύνεται από τον γερουσιαστή Πάολο Γκουζάντι. Η επιτροπή πήρε τ’ όνομά της από τον Βασίλι Μιτρόκιν, που υπήρξε για δεκαετίες τοποτηρητής του αρχείου της KGB. To 1992, ο Μιτρόκιν επισκέφτηκε πανικόβλητος τη Βρετανική πρεσβεία στο Ταλίν της Εσθονίας, όπου και ζήτησε πολιτικό άσυλο, προσφέροντας ως αντάλλαγμα δεκάδες τόμους απόρρητων ιστορικών εγγράφων της KGB. Με βάση τους τόμους αυτούς, που είναι σήμερα γνωστοί ως αρχείο Μιτρόκιν, η «Επιτροπή Μιτρόκιν» προσπαθεί εδώ και χρόνια να διαλευκάνει το ιστορικό των ψυχροπολεμικών επιχειρήσεων της KGB στην Ιταλία.

Ο Σκαραμέλα ήθελε να συναντηθεί με τον Λιτβινένκο για να τον προειδοποιήσει πως η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Πρόσφατα, ο Ιταλός ακαδημαϊκός είχε λάβει απειλητικά emails εναντίον όλων των καθοδηγητών του προγράμματος Μιτρόκιν, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου, του γερουσιαστή Γκουζάντι, και του Λιτβινένκο. Ήταν όμως πολύ αργά. Λίγες ημέρες αργότερα, όταν ο Σκαραμέλα τηλεφώνησε στον Λιτβινένκο, πληροφορήθηκε πως ο Ρώσος νοσηλευόταν με συμπτώματα οξείας δηλητηρίασης. Κανείς από τους τοξικολόγους του πανεπιστημιακού νοσοκομείου του Κολεγίου του Λονδίνου, όπου ο Λιτβινένκο τελικά ξεψύχησε στις 23 Νοεμβρίου, δεν έχει καταφέρει να εξακριβώσει την τοξική ουσία που ευθύνεται για την ολική σχεδόν μετάπτωση του οργανισμού του. Οι φήμες κάνουν λόγο για ραδιενεργό πολώνιο, ένα τοξικό στοιχείο σε μορφή σκόνης που συσσωρεύεται αρχικά στα νεφρά και διασκορπίζεται μέσω του αίματος στον οργανισμό, παραλύοντας τα κάτω άκρα και καταστρέφοντας σταδιακά τα κύτταρα των περισσότερων βασικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένων του συκωτιού, της καρδιάς και των πνευμόνων. Ταυτόχρονα, καταστρέφει μεγάλες ποσότητες εγκεφαλικών κυττάρων και διαλύει τον νωτιαίο μυελό. Ο θάνατος, όταν τελικά επέλθει, είναι συνήθως ευεργετικός.

ΣΥΝΕΧΟΜΕΝΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ

Αν και τραγική, η περίπτωση του Λιτβινένκο δεν αποτελεί παρά την τελευταία από μια μακρά σειρά φυσικών εξοντώσεων διαφόρων δημοσίων εχθρών του Κρεμλίνου. Το 2002, ο Σαουδάραβας ηγέτης του τσετσενικού αντάρτικου, Ομάρ ιμπν Χατάμπ ξεψύχησε όταν άνοιξε ένα δηλητηριασμένο φάκελο που του είχε αποσταλεί ταχυδρομικά. Μερικούς μήνες αργότερα, ο ερευνητής-δημοσιογράφος κι ανεξάρτητος πολιτικός Γιούρι Σιεκότσικιν έχασε τη μάχη με τη ζωή μετά από πολυήμερη νοσηλεία, στην οποία παρουσίασε συμπτώματα παρόμοια μ’ εκείνα του Λιτβινένκο. Το 2004, ο βετεράνος Τσετσένος αυτονομιστής Ζελιμχάν Γιανταρμπίγιεφ δολοφονήθηκε από έκρηξη παγιδευμένου οχήματος στο Κατάρ. Λίγες ημέρες αργότερα, άνδρες της τοπικής αντικατασκοπίας συνέλαβαν δυο Ρώσους πράκτορες της FSB, οι οποίοι ενώ καταδικάστηκαν για το έγκλημα αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι κατόπιν ισχυρών διπλωματικών πιέσεων. Την ίδια χρονιά, ο Βίκτορ Γιουσένκο, κύριος πολιτικός αντίπαλος του ρωσόφιλου Ουκρανού προεδρικού υποψηφίου Βίκτορ Γιανουκόβιτς, δηλητηριάστηκε με διοξείδιο, το οποίο τον παραμόρφωσε και παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή. Τον περασμένο Σεπτέμβρη η δημοσιογράφος Άννα Πολιτκόφσκαγια δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου διέμενε, στο κέντρο της Μόσχας. Η Πολιτκόφσκαγια είχε διατελέσει για χρόνια ανταποκρίτρια στην Τσετσενία μιας σειράς εφημερίδων και ήταν ίσως η γνωστότερη δημόσια επικρίτρια της πολιτικής του Κρεμλίνου στον Καύκασο. Δυο χρόνια πριν από την εκτέλεσή της είχε κατηγορήσει την FSB για απόπειρα δηλητηρίασής της κατά τη διάρκεια μιας πτήσης της Αεροφλότ με προορισμό το Μπεσλάν. Στις 8 Νοεμβρίου μια άλλη δημοσιογράφος, η Φατίμα Τλισόβα, βρέθηκε νεκρή από δηλητήριο στο Βόρειο Καύκασο. Δέκα ημέρες αργότερα, ο πρώην υπεύθυνος ασφαλείας της Τσετσενίας, που είχε εναντιωθεί δημοσίως στη διορισμένη απ’ το Κρεμλίνο τσετσενική κυβέρνηση, δολοφονήθηκε κι εκείνος στο κέντρο της Μόσχας από ομάδες κρούσης της ρωσικής αστυνομίας. Υποστηρίζεται ότι στη συνάντησή του με τον Λιτβινένκο στις 1 Νοεμβρίου, ο Σκαραμέλα είχε δώσει στο Ρώσο αντιρρησία έναν φάκελο με τα ονόματα των πρακτόρων της FSB που φέρονται ως οι δολοφόνοι της Πολιτκόφσκαγια.

Ως παρατηρητής του λουτρού αίματος στη Ρωσία τα τελευταία χρόνια, ο Ντέιβιντ Σάτερ, πρώην απεσταλμένος των Financial Times στη ρωσική πρωτεύουσα, δε μασάει τα λόγια του. Στο βιβλίο του με τίτλο «Σκοτάδι την Αυγή:Η Άνοδος του Ρωσικού Εγκληματικού Κράτους» (Darkness at Dawn: the Rise of the Russian Criminal State)[4] ο Βρετανός δημοσιογράφος προτείνει δυο πιθανές αιτίες της σημερινής κατάστασης: είτε η δολοφονική συμπεριφορά της FSB φανερώνει τις ραδιουργίες της κυβέρνησης Πούτιν, είτε το Κρεμλίνο απλά αδυνατεί να ελέγξει την εγκληματική δράση των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, είναι αδιαμφισβήτητο πως η πολιτική και διπλωματική συμπεριφορά της σημερινής Ρωσίας είναι στην καλύτερη περίπτωση απρόβλεπτη και στη χειρότερη πολύ επικίνδυνη.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι το ρωσικό πρόγραμμα ενεργειακής ανάπτυξης, στο οποίο η Ελλάδα προσπαθεί να παίξει ενεργό ρόλο εδώ και μερικά χρόνια. Ο πετρελαιαγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, που συνυπογράφηκε από τη Ρωσία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2005, αποτελεί βασικό άξονα της προσπάθειας του Κρεμλίνου να προωθήσει ρωσικές πηγές ενέργειας προς τις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως η Μόσχα είναι αποφασισμένη να παίξει το παιχνίδι με τους δικούς της όρους: πρόσφατα ο Ρώσος υφυπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας Αντρέι Ντεμέντιεφ δήλωσε δίχως περιστροφές πως η Ρωσία δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει στη Βουλγαρία και στην Ελλάδα το 49% των δικαιωμάτων του πετρελαιαγωγού, όπως είχε προσυμφωνηθεί. Αντίθετα, η Μόσχα, γνωρίζοντας πως βρίσκεται σε θέση ισχύος, έχει αποφασίσει μονομερώς πως οι εταιρίες που εκμεταλλεύονται τα πετρέλαια του Καζακστάν θα πρέπει να μπουν στη σύμπραξη λαμβάνοντας ένα μέρος των ποσοστών της Ελλάδας και της Βουλγαρίας (Ελευθεροτυπία 22/11)[5].

Παρατηρώντας την επιθετική ενεργειακή διπλωματία των Ρώσων στα Βαλκάνια, στη Γεωργία και αλλού, είναι προφανές πως η Ελλάδα θα χρειαστεί σημαντικά αποθέματα πολιτικής επιμονής και δεξιοτεχνίας για να πετύχει τα φιλόδοξα γεωπολιτικά της σχέδια. Θα χρειαστεί επίσης να οχυρώσει την αντικατασκοπία της, διότι μια εκ των κύριων αποστολών της FSB είναι η οικονομική κατασκοπία, δηλαδή η εφαρμογή κατασκοπικών μεθόδων με στόχο την ενίσχυση της ρωσικής οικονομίας. Η Αθήνα ήταν πάντοτε προσφιλές πεδίο της διεθνούς κατασκοπίας, κάτι που σαφώς δεν πρόκειται ν’ αλλάξει με την είσοδο της Ελλάδας στο ενεργειακό παιχνίδι. Η ελληνική πολιτική ηγεσία, αλλά και οι Έλληνες πολίτες, θα πρέπει απλά να συνειδητοποιήσουν πως όταν μια μικρή χώρα αποφασίζει να παίξει ένα διεθνή ρόλο δυσανάλογο ως προς το μέγεθός της, γίνεται αυτομάτως στόχος της διεθνούς διπλωματίας και της ετεροθαλούς αδελφής της, της κατασκοπίας. Τα αποτελέσματα είναι πολλές φορές ανήθικα και δυσάρεστα, αλλά δεν παύουν να είναι μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού.

Την τελευταία φορά που η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας ήταν κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι αμέσως μετά την λήξη τους ξέσπασε στην Ελλάδα το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών. Για λόγους περισσότερο πολιτικούς, τα επίσημα πορίσματα αναφέρθηκαν σε «αγνώστους υποκλοπείς». Όμως οι γνώστες των τεχνοπολιτικών παραμέτρων της κατασκοπίας και των μεθόδων της –στους οποίους συγκαταλέγεται και ο γράφων– καταλαβαίνουν πως οι ισχυρότεροι εκ των «δυτικών μας συμμάχων» σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να εμπιστευτούν σε μια μικρή και σχετικά ανοργάνωτη χώρα την ασφάλεια της μεγαλύτερης αθλητικής φιέστας της Pax Americana. Μέσα στα πλαίσια της «επίβλεψης» των προετοιμασιών πραγματοποιήθηκαν και οι τηλεφωνικές υποκλοπές, με βασικό στόχο κυβερνητικούς αξιωματούχους και δημόσια πρόσωπα με σημαντικούς ρόλους στην υπόθεση των Ολυμπιακών. Επειδή όμως τα πολιτικά οφέλη του κατασκοπικού αυτού προγράμματος δεν εξαντλήθηκαν με τη λήξη των Αγώνων, και καθώς η ελληνική αντικατασκοπία αποδείχτηκε ανίκανη να το εντοπίσει και να το σταματήσει εγκαίρως, οι «δυτικοί μας σύμμαχοι» το αξιοποίησαν για όσο τους δόθηκε η ευκαιρία.

Με άλλα λόγια, οι υποκλοπείς έκαναν απλά την παράνομη δουλειά τους. Το θέμα είναι τι έκανε η Ελλάδα; Πως χειρίστηκε το θέμα η ελληνική πολιτική ηγεσία, τα μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη; Η αμήχανη κυβέρνηση προσπάθησε να καλύψει αδέξια το σκάνδαλο. Η αντιπολίτευση το χρησιμοποίησε ανεύθυνα για να μεθοδεύσει το στόχο της επανάκτησης της εξουσίας. Τα μέσα ενημέρωσης επιδόθηκαν σ’ ένα μανιώδες κυνήγι μαγισσών, ενώ η σαστισμένη κοινή γνώμη παρέμεινε μέχρι το τέλος τόσο απληροφόρητη όσο και πρώτα. Η ίδια τραγελαφική συμπεριφορά είχε επαναληφθεί απ’ όλους σχεδόν τους δημόσιους φορείς στην υπόθεση της αρπαγής του Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Τότε, όπως και τώρα, η γύμνια και η ανικανότητα της ελληνικής κατασκοπίας και αντικατασκοπίας φανερώθηκε σε όλη την καταθλιπτική της ανεπάρκεια.

Συμπερασματικά λοιπόν, δε μπορεί να κατακρίνει κανείς την ελληνική κυβέρνηση για τους φιλόδοξους ενεργειακούς της σχεδιασμούς στο διεθνή χώρο. Μαζί όμως μ’ αυτά τα σχέδια θα πρέπει να συμβαδίζει και η ικανότητα να προστατευτεί η χώρα από τους στόχους και τις ορέξεις της διεθνούς κατασκοπίας. Η περίπτωση του μακαρίτη Λιτβινένκο δε θα πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Το πρόσφατο σκάνδαλο κατασκοπίας στο τηλεφωνικό δίκτυο της Vodafone είχε ως αποτέλεσμα, εκτός από το διεθνή σάλο, το θάνατο ενός τουλάχιστο ατόμου. Είναι άραγε προετοιμασμένη η ελληνική κοινωνία για περισσότερες παρόμοιες περιπέτειες; Η απάντηση θα πρέπει ν’ απασχολήσει σοβαρά την κυβέρνηση.

Παραπομπές

[1] Μια καλογραμμένη περίληψη του σκανδάλου στο Ριαζάν δίνεται από τον David Sutter, πρώην ανταποκριτή στη Μόσχα των Financial Times, στην έκθεσή του για το Hudson Institute με τίτλο The Shadow of Ryazan: Who Was Behind the Strange Russian Apartment Bombings in September?, The Johns Hopkins School of Advanced International Studies, Ουάσιγκτον, 19 Απριλίου 2002.
[2] Η συνεχιζόμενη εκστρατεία της Διεθνούς Αμνηστίας για τον Τρεπάσκιν συνοψίζεται στην ιστοσελίδα του οργανισμού, η οποία βρίσκεται εδώ.
[3] Felshtinsky, Y., και Litvinenko, Α. (2002) Blowing up Russia: Terror from Within, S.P.I. Books, Λονδίνο.
[4] Satter, D. (2003) Darkness at Dawn: The Rise of the Russian Criminal State, Yale University Press, Νιού Χέιβεν, Κονέκτικατ.
[5] Καϊταντζίδης, Μ. (2006) «Οι Ρώσοι “Κόβουν” Ελληνικό και Βουλγαρικό Μερίδιο», Ελευθεροτυπία, 22 Νοεμβρίου.

18/11/06

Η Σκοτεινή Πλευρά των Εκλογών στις ΗΠΑ

Το κείμενο που ακολουθεί ήταν το κύριο άρθρο του περιοδικού Αντί, τεύχος 881-882, 17 Νοεμβρίου 2006, σελ. 20-22. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Η Σκοτεινή Πλευρά των Αμερικανικών Εκλογών».

ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΕΙΜΑΙ καθημερινός αναγνώστης της εφημερίδας Guardian, την οποία θεωρώ ως το καλύτερο ενημερωτικό έντυπο του αγγλόφωνου κόσμου. Πριν από μερικές ημέρες, σε αντίθεση με το κύμα ενθουσιασμού που συνόδεψε τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στην Αμερική, η έγκυρη βρετανική εφημερίδα υπενθύμισε για μια ακόμη φορά τη δυσάρεστη αλήθεια: «το αποτέλεσμα των εκλογών» ανέφερε στο άρθρο της σύνταξης της 9/11, «δε σηματοδοτεί απόρριψη [από τους Αμερικανούς] της αντιδραστικής τακτικής [των ΗΠΑ]. Μόνο όσοι δε γνωρίζουν την Αμερική μπορούν να ισχυριστούν το αντίθετο»[1].

Πραγματικά, όσο κυνικό κι αν ακούγεται, οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση των πρόσφατων εκλογικών αποτελεσμάτων στις ΗΠΑ οφείλει να ξεκινήσει από δυο καίρια σημεία: πρώτο, παρόλη τη σημασία τους, οι εκλογές ελάχιστα συγκίνησαν τους περισσότερους Αμερικανούς. Δεύτερο, η καταψήφιση της Ρεπουμπλικανικής κυβέρνησης από τους εκλογείς σε καμία περίπτωση δε συνεπάγεται καταδίκη του πολέμου στο Ιράκ. Ας εξηγήσουμε όμως τα δυο αυτά σημεία αναλυτικά.

Είναι γεγονός πως οι περισσότεροι Αμερικανοί αγνόησαν παντελώς τις εκλογές. Το 60 τοις εκατό των πολιτών της χώρας που έχει βαλθεί να εκδημοκρατίσει την υφήλιο, απείχε μαζικά από τις κάλπες[2]. Αυτό φυσικά δεν αποτελεί εξαίρεση στην εκλογική συμπεριφορά των Αμερικανών: τα τελευταία 44 χρόνια, η πανεθνική συμμετοχή σε εκλογές για το Κογκρέσο ποτέ δεν ξεπέρασε το 49 τοις εκατό των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων[3]. Τονίζω «των εγγεγραμμένων» γιατί η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους δεν είναι υποχρεωτική στην κοιτίδα του νεοφιλελευθερισμού. Συνεπώς υπάρχουν εκατομμύρια Αμερικανοί που δεν έχουν ενδιαφερθεί ποτέ να καταχωρηθούν στα εκλογικά ευρετήρια.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΗΤΤΑ

Πρέπει επίσης να τονιστεί πως η πλειονότητα εκείνων που καταψήφισαν τον Μπους, καταδίκασαν, όχι τον πόλεμο, αλλά τη στρατιωτική ήττα στο Ιράκ. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι έχουν επανειλημμένα τιμωρήσει τους πολιτικούς που οδήγησαν τη χώρα σε στρατιωτικές ήττες. Ποτέ όμως δεν έχουν καταδικάσει τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι το εθνικό χόμπι αυτής της χώρας. Άλλωστε το Μάρτη του 2003, όταν τα αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο έδαφος του Ιράκ, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν καθαρά πως σχεδόν οχτώ στους δέκα αμερικανούς υποστήριζαν σθεναρά τον πόλεμο[4]. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, εάν οι Αμερικανοί είχαν κάνει περίπατο στο Ιράκ, οι αντιπολεμικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ θα ήταν ανεπαίσθητες. Όμως η σθεναρή και ολοένα αυξανόμενη αντίσταση των Αράβων επέφερε δραστικές αλλαγές στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Όπως και στον πόλεμο του Βιετνάμ, το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ συσπειρώθηκε εκλογικά με την ίδια ταχύτητα που μειώθηκαν οι πιθανότητες στρατιωτικής νίκης της χώρας.

Λιγότερο από ένα μήνα πριν από τις εκλογές, ερευνητές του αμερικανικού πανεπιστημίου Johns Hopkins ανακοίνωσαν πως, σύμφωνα με στατιστικές αναλύσεις, περισσότεροι από 650.000 Ιρακινοί (πολίτες και στρατιώτες) σκοτώθηκαν λόγω της αμερικανικής εισβολής και των συνεπειών της[5]. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο ίδιος ο υπουργός Υγείας του Ιράκ ανακοίνωσε πως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ιρακινής κυβέρνησης, πάνω από 150.000 άοπλοι πολίτες έχουν δολοφονηθεί κατά τη διάρκεια της κατοχής[6]. Κι όμως, οι τραγικοί αυτοί αριθμοί διόλου δεν απασχόλησαν την αμερικανική κοινή γνώμη. Αντίθετα, ο προεκλογικός διάλογος εστιάστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στους λαθεμένους πολιτικούς χειρισμούς του πολέμου που οδήγησαν στο στρατιωτικό αδιέξοδο. Το ερώτημα της ηθικής του Αμερικανικού στρατιωτικού επεκτατισμού αφέθηκε για τους ακαδημαϊκούς...

Ο ΜΠΟΥΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι πραγματικά δύσκολο να θεωρήσει κανείς το αποτέλεσμα των εκλογών ως επιτυχία των προοδευτικών δυνάμεων στις ΗΠΑ και στην υφήλιο. Φτάνει να αναλογιστεί κανείς ότι η κυβέρνηση Μπους έχει καταφέρει μέσα σε λιγότερα από έξι χρόνια να πνίξει στο αίμα το Αφγανιστάν και το Ιράκ, να εξουδετερώσει και τις τελευταίες σπίθες ελπίδας για ειρηνική διευθέτηση του Παλαιστινιακού ζητήματος και να δολοφονήσει τη δημοκρατία στο μαρτυρικό νησί της Αϊτής. Έχει αποσταθεροποιήσει –ίσως ανεπανόρθωτα– την πυριτιδαποθήκη της Μέσης Ανατολής. Έχει εξωθήσει με τη μονομανή της επιθετικότητα χώρες όπως το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα στην απελπισμένη αναζήτηση πυρηνικών οπλοστασίων. Έχει υπονομεύσει τις απόπειρες για παγκόσμιο συντονισμό της αναχαίτισης της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη. Έχει καταφέρει ν’ αποστασιοποιήσει ακόμα και παραδοσιακούς συμμάχους της, σε βαθμό που σήμερα η πλειοψηφία των Ευρωπαίων (πόσο μάλλον των Λατινοαμερικάνων και των Αράβων) καταγράφουν σε δημοσκοπήσεις τις ΗΠΑ ως τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ειρήνη[7]. Όσον αφορά την εσωτερική της πολιτική, η κυβέρνηση Μπους έχει κυριολεκτικά καταλύσει την αμερικανική οικονομία, σέρνοντας τη χώρα σ’ έναν καταστροφικό πόλεμο που έχει εκτινάξει το οικονομικό έλλειμμα της χώρας σε αστρονομικά επίπεδα. Έχει δημιουργήσει τον μεγαλύτερο δείκτη οικονομικής ανισότητας στην ιστορία της χώρας. Έχει στιγματίσει με τα πρωτοφανή σκάνδαλα των πολιτικών της την υπόληψη του Κογκρέσου. Τέλος, έχει διχάσει τη χώρα με τη σκληροπυρηνική και αντιδραστική της πολιτική, στα πλαίσια της οποίας ο ίδιος ο Μπους εξομοίωσε τη νίκη των Δημοκρατικών στις εκλογές με «νίκη των τρομοκρατών»[8].

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η τραγωδία: παρόλα τα τραγικά της σφάλματα, η κυβέρνηση αυτή ακόμα χαίρει της εμπιστοσύνης των μισών σχεδόν ψηφισάντων της χώρας. Είναι σημαντικό να τονιστεί πως, ενώ οι Δημοκρατικοί κατέλαβαν σχετικά εύκολα την πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, κατάφεραν μετά από πρωτοφανή υπερπροσπάθεια να κερδίσουν τον έλεγχο στη Γερουσία, που είναι απαραίτητος για να ελέγξουν (όχι να καταλάβουν) την εξουσία: σε μια χώρα 300 εκατομμυρίων, κέρδισαν την έδρα στην πολιτεία της Βιρτζίνια την τελευταία στιγμή για 7.231 ψήφους και στην πολιτεία της Μοντάνα για 2.847. Δίχως αυτές τις έδρες, η Γερουσία θα βρισκόταν ακόμα στα χέρια της κυβέρνησης των Ρεπουμπλικάνων. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αναμετρήσεις κυμάνθηκαν σε παρόμοια, αν και όχι τόσο αμφίρροπα, αποτελέσματα. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς τι πρέπει επιτέλους να κάνει μια Αμερικανική κυβέρνηση για να χάσει τη σχεδόν τυφλή εμπιστοσύνη μιας σημαντικής μερίδας του εκλογικού σώματος;

ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΗ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ;

Το γεγονός πάντως παραμένει πως οι Δημοκρατικοί επανέκτησαν τον έλεγχο του Κογκρέσου μετά από 12 ολόκληρα χρόνια. Αυτό σημαίνει πως η κυβέρνηση Μπους είναι αναγκασμένη να κυβερνήσει για τα επόμενα δυο χρόνια χωρίς να διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτή η νέα πολιτική κατάσταση είναι που τροφοδοτεί τις εκδηλώσεις ευφορίας από πολιτικούς αναλυτές στην Ελλάδα και αλλού. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν πως ο Μπους και οι συνεργάτες του είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένοι να μετριάσουν την ιδεολογική τους μονομέρεια ώστε να κερδίσουν τη συγκατάθεση του Κογκρέσου.

Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατ’ αρχάς τίποτα μέχρι στιγμής δε δείχνει πως τα ανώτατα πολιτικά κλιμάκια της κυβέρνησης Μπους είναι διατεθειμένα να συγκυβερνήσουν με τους Δημοκρατικούς, την πολιτική των οποίων καταδίκαζαν μέχρι πρόσφατα ως «βοήθεια προς τους τρομοκράτες». Παράλληλα, η ρητορική της κυβέρνησης αφήνει λίγα περιθώρια για μια υποτιθέμενη συναινετική πολιτική. Ο ίδιος ο Μπους έχει δηλώσει πως η εξωτερική του πολιτική θα συνεχίσει να κατευθύνεται μόνο από την προσωπική του ιδεολογία, και πως δεν πρόκειται να επηρεαστεί ούτε από την κομματική σύνθεση του Κογκρέσου, ούτε από τη λαϊκή ετυμηγορία: τον Οκτώβριο ο δημοσιογράφος Μπομπ Γούντγουορντ, που στη δεκαετία του 1970 υπήρξε από τους βασικούς συντελεστές της αποκάλυψης του σκανδάλου Γουότεργκέιτ, μετέφερε στη δημοσιότητα δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ σε συνεδρίαση του εκτελεστικού γραφείου της κυβέρνησής του πως «δε θ’ αποσυρθώ [από το Ιράκ] ακόμα κι αν η [σύζυγός μου] Λόρα και ο [σκύλος μου ο] Μπάρνεϊ απομείνουν οι μοναδικοί μου υποστηρικτές»[9]. Δυο ημέρες πριν από τις εκλογές, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Ντικ Τσένεϊ, ήταν ακόμη πιο ευθύς σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο ABC:

«Μπορεί [ο πόλεμος στο Ιράκ] να μην είναι δημοφιλής στην κοινή γνώμη. Δεν έχει σημασία, υπό την έννοια πως [εμείς] πρέπει να συνεχίσουμε αυτό που νομίζουμε ότι είναι σωστό. Αυτό ακριβώς κάνουμε. Δεν κοιτάμε να επανεκλεγούμε. Κάνουμε αυτό που πιστεύουμε ότι είναι σωστό[10]».

Η σκληρή πραγματικότητα είναι πως η κυβέρνησή των Μπους και Τσένεϊ μπορεί να συνεχίσει να κάνει «αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό» παρά την αλλαγή πολιτικού σκηνικού στο Κογκρέσο. Κι αυτό διότι η εκτελεστική εξουσία στο Αμερικανικό πολιτικό σύστημα ανήκει στην κυβέρνηση. Το Κογκρέσο μπορεί να ψηφίζει διατάγματα κατά βούληση, αλλά το προεδρικό βέτο σημαίνει πως ο πρόεδρος της χώρας έχει την τελευταία λέξη. Για να ξεπεραστεί αυτό το συνταγματικό εμπόδιο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων στο Κογκρέσο, την οποία οι Δημοκρατικοί δε διαθέτουν. Αντίθετα, πολλοί παρατηρητές αμφισβητούν ότι οι Δημοκρατικοί ελέγχουν έστω και την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Κι αυτό επειδή στην προσπάθειά του να υπερισχύσει των Ρεπουμπλικάνων στις παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες του Νότου και της Δύσης, το Δημοκρατικό κόμμα έχρησε στις περιοχές αυτές πολιτικούς συντηρητικών πεποιθήσεων ως υποψηφίους του. Ενώ λοιπόν πολλοί απ’ αυτούς εκλέχτηκαν με το Δημοκρατικό κόμμα, στην πραγματικότητα ιδεολογικά βρίσκονται πιο κοντά στο τύποις αντίπαλο τους Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Προφανώς, αυτή η ιδιορρυθμία θα έχει αντίκτυπο και στη φαινομενική πλειοψηφία των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο.

ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ

Ακόμα κι αν υποτεθεί πως οι Δημοκρατικοί μπορούν να ελέγξουν τους αντιπροσώπους τους, από πουθενά δεν προκύπτει το συμπέρασμα πως έχουν την πολιτική βούληση να εναντιωθούν στην κυβέρνηση Μπους. Το παρελθόν του κόμματος, που ξεκίνησε τον πόλεμο στο Βιετνάμ και οδήγησε τις ΗΠΑ στην πρώτη μεταπολεμική στρατιωτική τους εισβολή στην ευρωπαϊκή ήπειρο (Γιουγκοσλαβία) αφήνει λίγα περιθώρια αισιοδοξίας. Θεωρητικά, το κόμμα θα μπορούσε να τερματίσει άμεσα την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ «παγώνοντας» τα χρηματοδοτικά κονδύλια του πολέμου. Έχει δηλαδή τη δυνατότητα, μέσω της πλειοψηφίας του στο Κογκρέσο, ν’ απορρίψει τις προγραμματισμένες στρατιωτικές δαπάνες για το Ιράκ, αναγκάζοντας έτσι την κυβέρνηση Μπους ν’ αποσύρει έστω και μέρος από τις κατοχικές δυνάμεις. Αυτό όμως δε σημαίνει πως θα το πράξει. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αμφιβάλουν ότι οι Δημοκρατικοί έχουν κάποια συγκεκριμένη πρόταση απεμπλοκής της χώρας από το αδιέξοδο του Ιράκ.

Εξίσου σημαντικό είναι το ερώτημα εάν οι Δημοκρατικοί διαθέτουν το πολιτικό σθένος να καταστήσουν τον Μπους και τους συνεργάτες του υπόλογους για τις σκευωρίες και τα εγκλήματα πολέμου στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στο Γκουαντάναμο κι αλλού. Θα προσπαθήσουν να παραπέμψουν σε δίκη τους υπεύθυνους για τα ψέματα που οδήγησαν τη χώρα στον πόλεμο; Θα τιμωρήσουν όλους εκείνους που ανέθεσαν την ανασυγκρότηση του Ιράκ σε τυχοδιώκτες-χρηματοδότες του Ρεπουμπλικανικού κόμματος; Θα εξετάσουν τις ύποπτες σχέσεις της βιομηχανίας πετρελαίου με την εκτελεστική νομενκλατούρα της αμερικανικής Δεξιάς; Η ιστορία είναι κι εδώ διαφωτιστική: την τελευταία φορά που οι Δημοκρατικοί είχαν την ευκαιρία να μπλοκάρουν τον οδοστρωτήρα του νεοφιλελευθερισμού ήταν το 1986, όταν στις κοινοβουλευτικές εκλογές ανέλαβαν τα ινία του Κογκρέσου από τους αντιπάλους τους. Τότε, αντί να εναντιωθούν, έδωσαν τις ευλογίες τους στον Ρόναλντ Ρέιγκαν, που αποτελείωσε το έργο του με τη συγκατάθεσή τους, στα επόμενα δύο χρόνια.

Λίγες ώρες μετά τις εκλογές, η πρώτη δοκιμασία για το κόμμα της πλειοψηφίας έγινε ήδη πραγματικότητα. Ο Τζορτζ Μπους, θέλοντας να φανεί διαλλακτικός, απέλυσε την επομένη των εκλογών τον πολέμαρχο του Πενταγώνου Ντόναλντ Ράμσφελντ και πρότεινε στη θέση του τον Ρόμπερτ Γκέιτς, που θεωρείται εκ των «μετριοπαθών ρεαλιστών» της Δεξιάς. Ποιος είναι όμως ο Ρόμπερτ Γκέιτς; Διατέλεσε επί δεκαετίες πράκτορας της CIA, της οποίας ηγήθηκε για δυο χρόνια επί προεδρίας πατήρ Μπους. Νωρίτερα είχε θεωρηθεί συνυπεύθυνος για τα εγκλήματα της CIA στα πλαίσια του σκανδάλου Ιράν-Κόντρας, αλλά απαλλάχθηκε την τελευταία στιγμή με προσωπική παρέμβαση του προέδρου Ρέιγκαν. Στη δεκαετία του 1980 ήταν υπεύθυνος της CIA για τη χρηματοδότηση των μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν ενάντια στους Σοβιετικούς. Ανάμεσα στους αποδέκτες των εκατομμυρίων δολαρίων που το γραφείο του διοχέτευσε στους φανατικούς μουσουλμάνους ήταν και ο σημερινός υπ’ αριθμόν ένα καταζητούμενος των Αμερικανών, Οσάμα μπιν-Λάντεν.

Προτού όμως ο πράκτορας της CIA τεθεί επικεφαλής του Πενταγώνου, η υποψηφιότητά του θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Κογκρέσο. Άρα ο λόγος ανήκει στους Δημοκρατικούς. Έως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (10/11), τα μέλη του Δημοκρατικού κόμματος που τοποθετήθηκαν δημόσια για την υποψηφιότητα Γκέιτς είχαν μόνο καλά λόγια να πουν γι’ αυτόν. Δικαιολογημένα, λοιπόν, τα πρώτα ερωτηματικά έχουν ήδη αρχίσει ν’ ανακύπτουν. Μήπως οι Δημοκρατικοί έχουν κρεμάσει τα γάντια τους προτού καν αρχίσει ο πρώτος γύρος; Δε θα είναι η πρώτη φορά.

Παραπομπές

[1] Ανώνυμου [άρθρο της σύνταξης] (2006) «Thank You America», The Guardian, 9 Νοεμβρίου.
[2] Hirschhorn, J.S. (2006) «Field of Screams: The Real Election Winners and Losers», The American Chronicle, 8 Νοεμβρίου.
[3] Ανώνυμου (2004) «National Voter Turnout in Federal Elections, 1960-2004», Infoplease, Pearson Education.
[4] Schifferes, S. (2003) «US Media Under Fire», BBC, 1 Απριλίου.
[5] Bor, J. (2006) «654,000 Deaths Tied to Iraq War: Hopkins Research Yields Toll Far Higher Than Most Estimates», The Baltimore Sun, 11 October.
[6] Ανώνυμου (2006) «Iraqi Official: 150,000 Civilians Dead», Associated Press, 9 Νοεμβρίου.
[7] Ανώνυμου (2006) «US biggest global peace threat», BBC, 14 Ιουνίου.
[8] Abramowitz, M. (2006) «Bush Says America Loses Under Democrats», The Washington Post, 31 Οκτωβρίου.
[9] Campos, P.C. (2006) «The Reality in Iraq is a Losing Battle», The Boston Herald, 11 Οκτωβρίου.
[10] Cheney, D. (2006) «Interview of the Vice President by ABC News», The Whitehouse, 5 Νοεμβρίου.

4/11/06

Η Πυρηνική Πλάνη της Βόρειας Κορέας

Το ακόλουθο κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 880 (3 Νοεμβρίου 2006), στις σελίδες 38-41. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Κέρδος για τις ΗΠΑ η Πυρηνική Πλάνη της Β. Κορέας».

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ειδήσεων της Βόρειας Κορέας, η χώρα πραγματοποίησε την πρώτη πυρηνική δοκιμή στην ιστορία της στις 9 Οκτωβρίου του έτους Ζούτσε 95[1]. Ζούτσε είναι η επίσημη ιδεολογία του ιδρυτή του έθνους, Κιμ Ιλ-σουνγκ· 95 είναι τα χρόνια που έχουν περάσει από τη γέννησή του. Αναμφίβολα, η επέτειος της δοκιμής θα γιορταστεί στους δρόμους της Πιονγιάνγκ σ’ ένα χρόνο. Θα γιορταστεί όμως το ίδιο χαρμόσυνα, αν και λιγότερο λαμπρά, στους διαδρόμους του Λευκού Οίκου.

Τις ημέρες μετά τη δοκιμή εμφανίστηκαν στον ελληνικό τύπο οι συνήθεις περιστασιακές αναλύσεις. Οι ελάχιστες εφημερίδες που δεν εξαρτώνται από μεταφράσεις ξένων άρθρων για την κάλυψη της διεθνούς επικαιρότητας έφτασαν στο σημείο να γράψουν ότι η έκρηξη ανέδειξε την «αλλαγή καθεστώτος»[2] στην Άπω Ανατολή (Καθημερινή 10/10/2006), καθώς και την «αδυναμία των ΗΠΑ να απαντήσουν στρατιωτικά στην κίνηση της Πιονγιάνγκ»[3] (Ελευθεροτυπία 10/10/06).

Στην πραγματικότητα τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Η Βόρειος Κορέα δεν είναι πυρηνική δύναμη. Απλά εκπυρσοκρότησε μία αναμφίβολης ισχύος πυρηνική συσκευή. Για να μετατρέψει την πυρηνική αυτή συσκευή σε πυρηνικό όπλο θα χρειαστεί χρήμα, χρόνο και, κυρίως, υψηλή πυραυλική τεχνογνωσία. Ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι μπορεί άμεσα να καταφέρει κάτι τέτοιο, η εξέλιξη αυτή ούτε ανατρέπει, ούτε μεταβάλλει το status quo της ευρύτερης Άπω Ανατολής. Αντίθετα το παγιώνει προς όφελος των ΗΠΑ σε τέτοιο βαθμό που είναι πράγματι δύσκολο για τον Τζορτζ Μπους να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του στις δημόσιες εμφανίσεις του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Ένστολη βορειοκορεάτισα τροχονόμος διευθύνει την αραιή κυκλοφορία στην Πιονγιάνγκ. Πόσο καιρό θα πάρει άραγε έως ότου να γεμίσει το κέντρο κι αυτής της ασιατικής πρωτεύουσας με διαφημιστικές πινακίδες των McDonalds και της American Express;

Κατ’ αρχάς η πιθανότητα πυρηνικοποίησης της Βόρειας Κορέας δεν πρέπει να εξεταστεί αποσπασματικά, αλλά σε συνάρτηση με το γεωστρατηγικό πλαίσιο της νοτιοανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού Ωκεανού. Είναι η μοναδική περιοχή της υφηλίου όπου οι πυρηνικές κεφαλές μετρώνται σε δεκάδες χιλιάδες. Υπολογίζεται πως η μικρότερη πυρηνική δύναμη της περιοχής, η Κίνα, διαθέτει έως και δυόμισι χιλιάδες απ’ αυτές. Η Ρωσία συντηρεί περισσότερες από δεκαέξι χιλιάδες, από τις οποίες οι μισές σχεδόν είναι ενεργές. Πιο πέρα, η Αμερική, η ισχυρότερη στρατηγική αντίπαλος της Βόρειας Κορέας, έχει στην κατοχή της τουλάχιστον δέκα χιλιάδες πυρηνικές κεφαλές, πολλές από τις οποίες βρίσκονται συνεχώς εν κινήσει, σε αεροπλάνα, πλοία ή υποβρύχια. Ενώ λοιπόν η πυρηνικοποίηση μιας χώρας, στα Βαλκάνια ή στη Λατινική Αμερική για παράδειγμα, θα επέφερε δραματικές ανακατατάξεις, είναι προφανές πως η στρατηγική πυγμή της Βόρειας Κορέας ελάχιστα επαυξάνεται από την πυρηνική της ενίσχυση. Αντίθετα μειώνεται, διότι η χώρα αυτομάτως γίνεται στόχος των γιγαντιαίων πυρηνικών οπλοστασίων των γειτονικών της χωρών, οι οποίες σε διαφορετική περίπτωση θα δίσταζαν να τα χρησιμοποιήσουν έναντι ενός συμβατικού στρατιωτικού αντιπάλου.

Παράλληλα, η πυρηνική στροφή της Βόρειας Κορέας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ήττα της Αμερικανικής διπλωματίας μόνο εάν υποτεθεί πως οι ΗΠΑ σκόπευαν ν’ αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη. Στην πραγματικότητα το αντίθετο διαφαίνεται από τους πολιτικούς ελιγμούς της κυβέρνησης Μπους. Εδώ και 50 χρόνια, η Βόρεια Κορέα ποτέ δεν έκρυψε την πρόθεσή της ν’ αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Το 1993 η χώρα επισημοποίησε τις πυρηνικές της φιλοδοξίες με την απόσυρσή της από τη Συνθήκη Εξάπλωσης των Πυρηνικών Όπλων. Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Κλίντον, που εντατικοποίησε τις επαφές της με την Πιονγιάνγκ με σκοπό την επανένταξη της τελευταίας στη Συνθήκη, η κυβέρνηση Μπους αποσύρθηκε από τις διαπραγματεύσεις χαρακτηρίζοντας τη Βόρεια Κορέα μέλος του «άξονα του κακού». Τον Οκτώβρη του 2002 η Βόρεια Κορέα εξήγγειλε την εφαρμογή προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου. Εκείνη την εποχή όλες ανεξαιρέτως οι γειτονικές χώρες εκλιπαρούσαν την Ουάσιγκτον να επανεξετάσει την αποχή της από τις διαπραγματεύσεις, δίχως όμως αποτέλεσμα. Τον Φεβρουάριο του 2005 η Βορειοκορεατική ηγεσία ανακοίνωσε ότι είχε κατασκευάσει την πρώτη της πυρηνική συσκευή. Από εκείνη την ημέρα έως σήμερα οι ΗΠΑ δεν προέβησαν σε καμία διπλωματική ενέργεια για ν’ αποτρέψουν τη διαφαινόμενη πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας. Αντίθετα, επαναλάμβαναν σε κάθε ευκαιρία την επιθυμία τους να επιβάλουν «αλλαγή καθεστώτος» στην «κολασμένη» χώρα. Το Μάρτιο του 2001, δύο μόλις μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση Μπους, μια έκθεση του Ινστιτούτου Πληροφοριών του Αμερικανικού Πενταγώνου επισήμανε ότι ήταν «μαθηματικά βέβαιο» πως η επιθετική τακτική της νέας Αμερικανικής κυβέρνησης θα ωθούσε εχθρικά διακείμενες προς τις ΗΠΑ χώρες να «εξερευνήσουν ενεργά τις δυνατότητες παρασκευής όπλων μαζικής καταστροφής»[4]. Ποιος είπε ότι οι Αμερικανοί στρατιωτικοί δε λένε ποτέ την αλήθεια;

Γιατί όμως να επιθυμούν οι ΗΠΑ την πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας; Η απάντηση δε βρίσκεται ούτε στις ατεκμηρίωτες ειδησεογραφικές «αναλύσεις» της επικαιρότητας, ούτε στις συχνά ασυνάρτητες γνωματεύσεις πολλών αρθρογράφων. Βρίσκεται αντίθετα στα επίσημα έγγραφα του αμερικανικού imperium, όπως για παράδειγμα σε μια έκθεση του 2001 του Ινστιτούτου RAND (Institute for Research and Development). Το RAND αποτελεί την ερευνητική εμπροσθοφυλακή του Αμερικανικού Πενταγώνου, ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά ιδρύματα στον κόσμο, που έχει στόχο τη συστηματοποίηση της Αμερικανικής στρατηγικής σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η έκθεση, που τιτλοφορείται «Οι ΗΠΑ και η Ασία: Προς μια Νέα Αμερικανική Στρατηγική και Στρατιωτική Στάση», αναφέρει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων:

[για] ν’ αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις [του νέου αιώνα], οι ΗΠΑ θα πρέπει να ξεκινήσουν να διατυπώνουν μια στρατηγική που [...] θα έχει έναν μακροχρόνιο στόχο στην Ασία: την ανάγκη να αποτραπεί η άνοδος ενός περιφερειακού ηγεμόνα. Αυτό είναι σημαντικό για να [...] μην εμποδιστούν οι ΗΠΑ από την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική πρόσβαση σε μια καίρια περιοχή της υφηλίου [...]. Οι ΗΠΑ πρέπει επίσης να [προβούν] σε διαμορφωτικές ενέργειες [«shaping activities»] που θα επιζητούν να πείσουν τα κράτη της περιοχής ότι η ασφάλειά τους θα επιτευχθεί πιο εύκολα εάν οι ΗΠΑ διατηρήσουν έναν ενεργό στρατιωτικό ρόλο στην περιοχή [.... Ιδιαίτερα,] υπάρχουν σημαντικοί πολιτικοί λόγοι για να προσπαθήσουν να διατηρήσουν οι ΗΠΑ τουλάχιστο κάποια [στρατιωτική] παρουσία στην Κορέα, ακόμα κι αν απομακρυνθεί η πιθανότητα πολέμου στην [κορεατική] χερσόνησο [σ. 43, 44, 46][5].

Το γεωπολιτικός στόχος αυτής της τακτικής, την οποία η κυβέρνηση Μπους δείχνει ν’ ακολουθεί κατά γράμμα, εμπεριέχεται κυρίως στη σημασία μιας λέξης: Κίνα. Παρότι η ανερχόμενη αυτή δύναμη των ενάμιση δισεκατομμυρίου κατοίκων βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, κανείς στην Ουάσιγκτον δεν παραβλέπει τις μελλοντικές της δυνατότητες. Είναι η μοναδική χώρα στη σύγχρονη ιστορία της οποίας το ακαθάριστο εθνικό προϊόν έχει τετραπλασιαστεί μέσα σε λιγότερα από τριάντα χρόνια. Η κινεζική οικονομία είναι σήμερα η έκτη μεγαλύτερη, η τρίτη πιο δυναμική σε εξαγωγές και η γρηγορότερα αυξανόμενη σε σχέση με το μέγεθός της στον κόσμο. Η ζήτηση της σε πρώτες ύλες είναι τόσο επιτακτική που ευθύνεται σχεδόν μονομερώς για την παγκόσμια αύξηση στις τιμές του χαλκού, του ατσαλιού, του αλουμινίου, του πετρελαίου και σχεδόν όλων των υπόλοιπων βασικών πρώτων υλών κατά την τελευταία δεκαετία. Ταυτόχρονα, η μετακίνηση στο έδαφός της εταιριών απ’ όλο τον κόσμο συνεχίζεται ακάθεκτη. Πρόσφατα, μια υψηλόβαθμη υπάλληλος του Αμερικανικού Υπουργείου Εσωτερικών δήλωσε πανικόβλητη ότι ακόμα κι αν όλες οι θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ μεταφερόταν στην Κίνα, το ασιατικό μεγαθήριο θα συνέχιζε να έχει θέσεις διαθέσιμες[6].

Αναπόφευκτα, το κινεζικό οικονομικό θαύμα έχει και τη στρατιωτική του παράμετρο. Τα τελευταία χρόνια η ετήσια αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού της Κίνας κυμαίνεται μεταξύ 12 και 17 τοις εκατό[7]. Ταυτόχρονα εκτιμάται πως το πραγματικό επίπεδο των αμυντικών δαπανών της Κίνας είναι έως και τριπλάσιο σε σχέση με τα επίσημα στατιστικά και πως ξεπερνά τα 90 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο[8]. Εάν τα στοιχεία αυτά είναι ακριβή, τότε η Κίνα θα πρέπει να υπολογίζεται ως ο δεύτερος μεγαλύτερος στρατιωτικός επενδυτής στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ, έχοντας ξεπεράσει πλέον και τη Ρωσία. Αυτοί οι αριθμοί, σε συνδυασμό με το έμψυχο υλικό του Κινεζικού στρατού (ο μεγαλύτερος του κόσμου με 2.5 εκατομμύρια ενεργά στελέχη) έχουν κάνει τους Αμερικανούς ν’ ανησυχούν. Πέρσι ο Αμερικανός Υπουργός Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ δήλωσε πως έβρισκε «ιδιαίτερα ενδιαφέρον» το γεγονός πως η Κίνα βρίσκει σκόπιμο να «μη δημοσιεύει τις αυξανόμενες αμυντικές της δαπάνες. Είναι σχεδόν τόσο ενδιαφέρον όσο οι ίδιοι οι ρυθμοί αυτής της ανάπτυξης», είπε[9].

Φυσικά, ακόμα και στο επίπεδο των 90 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ο αμυντικός προϋπολογισμός της Κίνας φαντάζει ανεπαρκής μπροστά στα 400 δισεκατομμύρια του αντίστοιχου αμερικανικού. Όμως οι Αμερικανοί δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν σε κανέναν έστω και να σκεφτεί πως μπορεί ν’ απειλήσει την ηγεμονία τους. Καταλαβαίνουν τη σημασία της κινεζικής οικονομικής αναρρίχησης και αναγνωρίζουν πως, εάν κάποια χώρα είναι ικανή ν’ αμφισβητήσει την αμερικανική παντοκρατορία στο μέλλον, αυτή δε μπορεί να είναι άλλη από την Κίνα. Έτσι έχουν βαλθεί να την περικυκλώσουν στρατιωτικά. Σ’ αυτό το πλαίσιο έχουν συναφθεί την τελευταία πενταετία οι συμφωνίες για την ίδρυση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε τρεις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες, την Κιργισία, το Ουζμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, που όλες τους συνορεύουν ή βρίσκόνται κοντά στην Κίνα. Ταυτόχρονα, οι ανατολικές περιοχές του Αφγανιστάν φιλοξενούν σήμερα χιλιάδες αμερικανούς στρατιώτες καθώς και αρκετούς αναλυτές του Αμερικανικού Πενταγώνου ειδικούς στις κινεζικές διαλέκτους, που είναι εγκατεστημένοι κυρίως στο Μπαγκράμ και στο Κανταχάρ. Το Μάρτιο του 2005, το Πεντάγωνο πρότεινε για πρώτη φορά τη μονιμοποίηση αυτών των βάσεων[10]. Στο μεταξύ αμερικανικές δυνάμεις έχουν επανειλημμένα εισχωρήσει στο έδαφος του Πακιστάν, το οποίο επίσης συνορεύει με την Κίνα, και πολλοί παρατηρητές αναμένουν πως σύντομα οι ΗΠΑ θα πιέσουν τον ελεγχόμενο πρόεδρο της χώρας Περβέζ Μουσάραφ για την ίδρυση πολλαπλών στρατιωτικών βάσεων. Στην ίδια ακριβώς προοπτική αποβλέπουν οι σχέσεις των Αμερικανών με τη Μογγολία, μια χώρα την ανεξαρτησία της οποίας η Κίνα αμφισβητεί ακόμη και σήμερα. Το 2003 η Μογγολία συμμετείχε στην εισβολή στο Ιράκ με 200 στρατιώτες. Ήταν κάθε άλλο παρά τυχαίο το γεγονός πως το Νοέμβρη του 2001 ο Τζορτζ Μπους υπήρξε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που επισκέφτηκε το απομακρυσμένο αυτό ασιατικό έθνος.

Στην απέναντι πλευρά, εκείνη του Ειρηνικού Ωκεανού, ο αμερικανικός κλοιός γύρω από την Κίνα όλο και στενεύει. Οι Αμερικανοί διατηρούν σχεδόν 50.000 στρατεύματα στην Ιαπωνία. Ταυτόχρονα, το αμερικανικό προτεκτοράτο της Ταϊβάν παραμένει ένα «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» που εμποδίζει την Κίνα να ελέγξει αποκλειστικά τα στενά της Θάλασσας της Νότιας Κίνας, έναν από τους πιο σημαντικούς διαδρόμους της παγκόσμιας ναυτιλίας. Λίγο πιο πέρα, στις Φιλιππίνες, το 1991 δεν υπήρχε ούτε ένας Αμερικανός στρατιώτης για πρώτη φορά μετά από 100 χρόνια συνεχούς αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Αυτό όμως άλλαξε άρδην με την έναρξη του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία». Το 2002, 650 Αμερικανοί πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στο Μιντανάο για να λάβουν μέρος στις επιχειρήσεις του στρατού της χώρας εναντίον των ανταρτών της μουσουλμανικής οργάνωσης Αμπού Σαγιάφ. Σήμερα η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στις Φιλιππίνες είναι αδιάκοπη και περιλαμβάνει τη χρήση αεροδρομίων και λιμανιών. Δε θα πρέπει επίσης ν’ αγνοηθεί η σπουδαιότητα των αναβαθμισμένων στρατιωτικών σχέσεων της υπερδύναμης με την Αυστραλία, με την Ταϊλάνδη, όπως και με την Ινδία, έναν από τους παραδοσιακούς συνοριακούς εχθρούς της Κίνας από την εποχή της ινδο-κινεζικής σύρραξης του 1962.

Στη Νότια Κορέα όμως, το κλίμα ήταν πολύ διαφορετικό για το Πεντάγωνο τα τελευταία χρόνια. Οι αλλεπάλληλες δεκαετίες εμφύλιου διαχωρισμού και Αμερικανικής ηγεμονίας είχαν αρχίζει να κουράζουν τους Νοτιοκορεάτες. Ταυτόχρονα, η λεγόμενη νοτιοκορεατική «πολιτική της ηλιοφάνειας» που εφαρμοζόταν από το 1998 είχε αρχίσει ν’ αποδίδει καρπούς. Το 2000, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ, οι δύο Κορέες παρέλασαν ενιαία για πρώτη φορά μετά από πενήντα χρόνια. Ξεκίνησαν σημαντικές πολιτιστικές ανταλλαγές, καθώς κι εμπορικές συνδιαλλαγές μεταξύ των δυο κρατών. Ταυτόχρονα, ο αντιαμερικανισμός στο νότο αύξανε με γεωμετρική πρόοδο. Το 2002, το άλμπουμ με τίτλο Fucking USA του δημοφιλή Νοτιοκορεάτη τραγουδιστή Γιούν Μιν-σουκ έφτασε στο νούμερο ένα των κορεατικών charts. Το ομώνυμο βιντεοκλίπ τελείωνε με τις λέξεις «Yankee go home» ν’ αναβοσβήνουν, με φόντο το Άγαλμα της Ελευθερίας ν’ ανατινάζεται και να καταρρέει. Την ίδια χρονιά, όταν ένα αμερικανικό στρατιωτικό όχημα σκότωσε δυο Κορεάτισες μαθήτριες του δημοτικού, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν ενάντια στη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη χώρα. Το 2003 ο τωρινός πρόεδρος της χώρας Ρο Μου-γιουν εκλέχθηκε παραδεχόμενος πως είναι αντιαμερικανός. «Τόσο παράξενο είναι;» δήλωσε κατά την προεκλογική του εκστρατεία όταν ρωτήθηκε σχετικά. Το Σεπτέμβριο του 2005, αλλεπάλληλες δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι για πρώτη φορά η πλειοψηφία των Νοτιοκορεατών υποστήριζε τη σταδιακή αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από την κορεατική χερσόνησο[11]. Μόλις ένα μήνα πριν την πυρηνική δοκιμή στο Βορά, ο Σανγκ Γιου-λι, Κορεάτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, αποκάλεσε την υψηλόβαθμη συνάντηση του Ρο Μου-γιουν με τον Μπους ως «το κύκνειο άσμα της αμερικανο-κορεατικής συμμαχίας»[12].

Μέχρι πρόσφατα, λοιπόν, οι ΗΠΑ έβλεπαν το χαλί να τραβιέται κάτω απ’ τα πόδια τους, καθώς έχαναν σταδιακά τον έλεγχο του σημαντικότερου συμπλέγματος βάσεων σε ολόκληρη την Ασία. Η Βόρεια Κορέα είχε δηλώσει πως η κορεατική ένωση θα ολοκληρωνόταν μόνο με την οριστική αναχώρηση και του τελευταίου αμερικανού πεζοναύτη από τη χερσόνησο. Έτσι, οι Νοτιοκορεάτες είχαν καταφέρει να συρρικνώσουν την αμερικανική στρατιωτική δύναμη από 45.000 στρατιώτες σε λιγότερους από 30.000, με στόχο την ακόμα μεγαλύτερη μείωση ως το 2008. Παράλληλα, υπήρχε προφορική συμφωνία ώστε η διοίκηση των στρατευμάτων να μεταφερθεί σε αμιγώς νοτιοκορεατικά χέρια το 2009.

Τα πάντα ανατράπηκαν με την πυρηνική δοκιμή. Την επιβεβαίωση του συμβάντος ακολούθησαν οι παραιτήσεις δεκάδων κυβερνητικών και στρατιωτικών στελεχών της κυβέρνησης του Ρο Μου-γιουν. Ο ίδιος αναγκάστηκε να παραδεχθεί δημόσια πως η «πολιτική της ηλιοφάνειας», της οποίας ήταν αποφασιστικός υποστηρικτής, είχε αποτύχει: «η κατάσταση έχει αλλάξει. Η μέθοδος της υπομονής και της αποδοχής των ενεργειών της Βόρειας Κορέας δεν είναι πια αποδεκτή», δήλωσε σε τηλεοπτικό του διάγγελμα[13]. Δύο δημοσκοπήσεις έδειξαν πως πάνω από το 70 τοις εκατό των πολιτών επιθυμούν άμεση επανεξέταση της «πολιτικής της ηλιοφάνειας», ενώ μόνο το 10 τοις εκατό διαφωνούν με τον πρόεδρο[14]. Ο υπουργός αμύνης, λίγο πριν παραιτηθεί κι αυτός, δήλωσε πως το σχέδιο αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων «δεν είναι πλέον ρεαλιστικό. Πρέπει να παραμείνουμε υπό την ομπρέλα προστασίας των ΗΠΑ», είπε[15].

Παραδόξως, οι Νοτιοκορεάτες έχουν καταλάβει το παιχνίδι των Αμερικανών. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, οι περισσότεροι ερωτηθέντες έδειξαν τις ΗΠΑ ως τον κύριο υπεύθυνο για την πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας[16]. Το ίδιο ισχύει και για τους Κινέζους, οι οποίοι χρησιμοποιούν τον όρο «αμερικανικός εναγκαλισμός» όλο και συχνότερα στο διπλωματικό τους λεξιλόγιο[17]. Όμως κανείς τους δε διαθέτει προς το παρόν την πολιτική ευελιξία ν’ αντιμετωπίσει τις Αμερικανικές μηχανορραφίες. Η πυρηνική στροφή της Βόρειας Κορέας δείχνει πως, για την ώρα, οι «διαμορφωτικές ενέργειες» των ΗΠΑ κυριαρχούν στην περιοχή εκείνη που κατά πάσα πιθανότητα θα κρίνει τις γεωστρατηγικές ισορροπίες στον αιώνα μας.

Υ.Γ. Και μια ενδιαφέρουσα σημειολογική επισήμανση: γράφοντας αυτό το άρθρο παρατήρησα πως η ελληνική έκδοση του Microsoft Word (2000 version 9.0) δέχεται ως σωστό τον όρο "Νοτιοκορεάτης" και "Νοτιοκορεάτες", αλλά όχι το "Βορειοκορεάτης" ή "Βορειοκορεάτες". Δέχεται επίσης το "Σεούλ", αλλά όχι το "Πιονγιάνγκ". Χμμ... να υποθέσω πως οι συντελεστές του λογισμικού πάσχουν από έλλειψη στοιχειώδους ανθρωπογεωγραφίας; Ή μήπως η Microsoft Hellas αποφάσισε να εισέλθει δυναμικά και στο πεδίο της πολιτικής γλωσσολογίας;

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Η επίσημη ανακοίνωση της 10ης Οκτωβρίου του 2006 από το Korean Central News Agency (KCNA) βρίσκεται εδώ.
[2] Άρθρο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου στην Καθημερινή.
[3] Άρθρο στην Ελευθεροτυπία.
[4] Συνέντευξη του Αμερικανού πολιτικού σχολιαστή Νόαμ Τσόμσκι στο ραδιοφωνικό πρόγραμμα Democracy Now!, στις 5 Απριλίου του 2001.
[5] Η έκθεση ονομάζεται The United States and Asia: Toward a New US Strategy and Force Posture, έκδοση του RAND Corporation, Santa Monica, California.
[6] Όλα τα στατιστικά για την Κίνα περιέχονται στο άρθρο του Ted Fishman στους New York Times, 4 Ιουλίου 2004.
[7] Άρθρο του R. Cliff στους Los Angeles Times, φύλλο της 7ης Αυγούστου του 2005. Δείτε επίσης και ένα άρθρο του BBC από τις 4 Μαρτίου του ίδιου έτους.
[8] Άρθρο του John Pomfret με τίτλο «China Raises Defense Budget Again» στη Washington Post, 5 Μαρτίου 2002, σελ. Α10.
[9] Άρθρο στο BBC, 18 Οκτωβρίου 2005.
[10] Άρθρο του Michael Kitchen από το Ισλαμαμπάντ, για λογαριασμό του ραδιοφωνικού φερέφωνου των ΗΠΑ, της Φωνής της Αμερικής, δημοσιευμένο στις 16 Μαρτίου 2006.
[11] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 16 Οκτωβρίου του 2006.
[12] Δείτε το σημαντικό άρθρο του Κορεάτη ακαδημαϊκού στους Asia Times του Χονγκ-Κονγκ, 16 Σεπτεμβρίου 2006.
[13] Άρθρο των Α. Faiola και M. Fan στη Washington Post με τίτλο North Korea’s Political, Economic Gamble, 16 Οκτωβρίου 2006, σελ. A12.
[14] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 27 Οκτωβρίου 2006.
[15] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 13 Οκτωβρίου 2006.
[16] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 16 Οκτωβρίου 2006.
[17] Κείμενο του ακαδημαϊκού ερευνητή E. Teo στην επιθεώρηση The China Brief, με τίτλο «Asian Security and the Reemergence of China’s Tributary System», τόμος 4, τεύχος 18 (2004), σελ. 7-9.

25/10/06

Η Μυθολογία Περί «Εβραϊκού Λόμπι»

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Aντί, τεύχος 879 (20 Οκτωβρίου 2006), σελ. 36-40, με τον τίτλο «Η Μυθολογία Περί "Εβραϊκού Λόμπι" και η Πραγματικότητα».

ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο, το Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, επισφράγισε μια σύντομη στρατηγική σύμπνοια μεταξύ αριστεράς και άκρας δεξιάς. Σήμερα ένα άλλο –άτυπο, αλλά εξίσου πραγματικό– πολεμικό σύμφωνο, εκείνο μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, φαίνεται ν’ αναζωογονεί την άβολη αυτή σχέση σε ιδεολογικό επίπεδο.

Στον ελληνικό χώρο συγκεκριμένα, η πρόσφατη εγκληματική επίθεση των Ισραηλινών στο Λίβανο και στη Λωρίδα της Γάζας έδωσε αφορμή για μια εντυπωσιακή σύγκλιση απόψεων που εμφανίστηκαν στον ακροδεξιό και στον αριστερό τύπο ταυτόχρονα, και που βασίστηκαν πάνω στην ανάδειξη του λεγόμενου «εβραϊκού λόμπι» στις ΗΠΑ ως κύριου υπεύθυνου για τη στρατηγική των Αμερικανών στην περιοχή. Η ανιστόρητη αυτή άποψη πασχίζει να εξηγήσει τη στενή συνεργασία μεταξύ Ισραηλινών και Αμερικανών ως απόρροια ενός μυθικού –πλην απροσδιόριστου– κύκλου εβραίων «Ρασπούτιν», οι οποίοι υποτίθεται πως κινούνται αθόρυβα σε όλες τις βαθμίδες της αμερικανικής πολιτικής ζωής καταφέρνοντας έτσι να ευθυγραμμίσουν πλήρως την εξωτερική πολιτική της υπερδύναμης με τους στρατηγικούς στόχους του «παγκόσμιου σιωνισμού».

ΑΛΛΟ ΕΒΡΑΙΟΣ ΚΙ ΑΛΛΟ ΙΣΡΑΗΛΙΝΟΣ

Όμως η πραγματικότητα είναι, όπως πάντοτε, πολυσύνθετη και περίπλοκη, κι έχει ελάχιστα να κάνει με τη μυθολογία περί «εβραϊκού λόμπι». Είναι καταρχήν καίριο να ξεκαθαριστεί πως δεν υπάρχει «εβραϊκό λόμπι» στις ΗΠΑ. Αντιθέτως, το κατεξοχήν δραστήριο λόμπι είναι το ισραηλινό και το φιλο-ισραηλινό. Κι αυτό διότι άλλο Ισραηλινός κι άλλο εβραίος. Ο ταυτισμός του εβραϊσμού με το Ισραήλ είναι τόσο ανιστόρητος όσο και ο ταυτισμός της ορθοδοξίας με τη Ρωσία, ή του καθολικισμού με την Ιταλία. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, το ίδιο το Ισραήλ δεν έχει ούτε επίσημη θρησκεία, ούτε επίσημη κρατική θρησκευτική προτίμηση. Σήμερα δε, πάνω από το 20 τοις εκατό του πληθυσμού της χώρας είναι πιστοί μη-εβραϊκών δογμάτων (μουσουλμάνοι, χριστιανοί ορθόδοξοι, καθολικοί, μαρωνίτες, κόπτες, δρούζοι, κλπ). Στις μέρες μας υπάρχουν Ισραηλινοί διπλωμάτες που είναι άραβες στην καταγωγή και συχνά μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, όπως επίσης και στρατιωτικοί, ανώτατοι δικαστές και βουλευτές. Ταυτόχρονα, ενώ το 65 τοις εκατό των Ισραηλινών αυτοχαρακτηρίζονται εβραίοι στο θρήσκευμα, το ποσοστό αυτό περιλαμβάνει και ένα σημαντικό αριθμό –ίσως και πάνω από το μισό– κοσμικών εβραίων, δηλαδή Ισραηλινών που είναι εβραίοι στην καταγωγή αλλά που έχουν αποστασιοποιηθεί από την οργανωμένη εβραϊκή θρησκεία και ταυτίζονται με το Ισραήλ εθνικά, όχι θρησκευτικά.

Από την άλλη πλευρά οι περισσότεροι εβραίοι στην καταγωγή δεν είναι Ισραηλινοί, καθώς ζουν εκτός των συνόρων του Ισραήλ, και στη συντριπτική τους πλειοψηφία ούτε έχουν, ούτε ενδιαφέρονται ν’ αποκτήσουν, ισραηλινή υπηκοότητα. Ταυτόχρονα υπάρχουν εκατομμύρια εβραίοι, εντός κι εκτός των συνόρων του Ισραήλ, που αντιτάσσονται όχι μόνο στο σιωνισμό (δηλαδή στον κατεξοχήν μη-θρησκευτικό εβραϊκό εθνικισμό), αλλά και στην ύπαρξη του Ισραήλ ως αυτόνομου έθνους. Η εβραϊκή (στην καταγωγή) αριστερά, στην οποία ανήκε και ανήκει το μεγαλύτερο κομμάτι της εβραϊκής διασποράς, ποτέ δε συναίνεσε στη δημιουργία του Ισραήλ ως πολιτικής λύσης στο εβραϊκό πρόβλημα. Αντίθετα, τη θεώρησε ως προσπάθεια γκετοποίησης και απομόνωσης του εβραϊκού πληθυσμού από τις μεταπολεμικές πολιτικές διεκδικήσεις στον ευρωπαϊκό και στον βορειοαμερικανικό χώρο. Κάτι άλλο που επίσης ξεχνιέται από πάσης φύσεως «αναλυτές» είναι πως υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες θρησκευόμενοι εβραίοι που αντιτάσσονται στη δημιουργία του Ισραήλ ως θρησκευτικής λύσης στο εβραϊκό πρόβλημα. Υπάρχουν για παράδειγμα οι εβραίοι σάτμαρ, που είναι η μεγαλύτερη σέκτα του εβραϊκού χασιδισμού και αριθμούν εκατοντάδες χιλιάδες στις ΗΠΑ, στο Ισραήλ, στην Ευρώπη και αλλού. Οι σάτμαρ, όπως και άλλα παρακλάδια του χασιδισμού, πιστεύουν πως το Ισραήλ είναι ένα μιασματικό κατασκεύασμα που δημιουργήθηκε πρόωρα λόγω παρερμηνείας των γραφών και συνεπώς προσβάλει τη θεία υπόσχεση της μελλοντικής παραχώρησης γης στους εβραίους. Τα μέλη της χασιδικής εβραϊκής οργάνωσης Naturei Karta, που ζουν ως επί το πλείστον στην Ιερουσαλήμ αλλά έχουν παραρτήματα στις περισσότερες μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, προσεύχονται καθημερινά για την επιστροφή του Ισραήλ στους Παλαιστινίους, με τους οποίους επιθυμούν να ζήσουν. Αν και το Ισραήλ τους θεωρεί πολίτες του, αυτοί αρνούνται να πληρώνουν φόρους και θεωρούν αμάρτημα ακόμα και ν’ αγγίζουν ισραηλινά νομίσματα που φέρουν εικόνες διάσημων ηγετών του σιωνισμού, τον οποίον θεωρούν αντι-εβραϊκό. Πρόσφατα, ο Αμερικανός κληρικός της Naturei Karta ραβίνος Ουάις δήλωσε σε συνέντευξή του στην Ιρανική τηλεόραση:

«Τονίζουμε πως υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες εβραίοι ανά την υφήλιο που ταυτίζονται με την εναντίωσή μας στη σιωνιστική ιδεολογία και που πιστεύουν πως ο σιωνισμός δεν είναι εβραϊσμός, αλλά ένας πολιτικός αυτοσκοπός. Αυτό που θέλουμε δεν είναι [απλά] να αναχαιτιστεί [το Ισραήλ] στα σύνορα του [19]67, αλλά να εξαλειφθεί, ώστε η χώρα να επιστραφεί στους Παλαιστίνιους και να μπορέσουμε κι εμείς να ζήσουμε μαζί τους».


Χασιδιστές εβραίοι, με τις χαρακτηριστικές τους ενδυμασίες, διαδηλώνουν υπέρ του Λιβάνου στην Ουάσιγκτον τον περασμένο Αύγουστο. Μέλη κι αυτοί του «εβραϊκού λόμπι» στις ΗΠΑ; Μάλλον όχι.

ΟΥΤΕ ΜΟΝΟΛΙΘΙΚΟ ΟΥΤΕ ΙΣΧΥΡΟ

Αναπόφευκτα, το ισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την πολυμορφία της εβραϊκής πολιτικής και θρησκευτικής κατάστασης. Υπάρχουν για παράδειγμα υπερδραστήριες και δυναμικές οργανώσεις-λόμπι όπως το Tikkun, το Brit Tzedek v' Shalom, και το Israel Policy Forum. Όλες τους είναι ενάντια στην παράνομη κατοχή εδαφών από το κράτος του Ισραήλ και μάχονται να σταματήσουν τις αμερικανικές εξαγωγές οπλισμού στη χώρα. Προσπαθούν επίσης να ωθήσουν την αμερικανική κυβέρνηση να πιέσει το Ισραήλ ώστε να σταματήσει την επιθετική του πολιτική ενάντια στις γειτονικές του χώρες. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως το 70 τοις εκατό των οικονομικών συνεισφορών από το ισραηλιτικό λόμπι σε αμερικανικά πολιτικά κόμματα δίνεται στους Δημοκρατικούς, κι ας επιμένουν πολλοί «αναλυτές» πως η κυβέρνηση Μπους είναι εκείνη με την οποία το «εβραϊκό» [sic] λόμπι συνδέεται περισσότερο. Μέσα στη δίνη της υπεραπλούστευσης ξεχνιέται επίσης πως μερικοί από τους πιο επιφανείς αντι-ισραηλινούς διανοούμενους της αμερικανικής αριστεράς σήμερα, με σημαντική επιρροή στην πολιτική ζωή του τόπου, είναι εβραίοι στην καταγωγή: Φίλις Μπένις, Νόαμ Τσόμσκι, Σιμόνα Σαρόνι, Τζόζεφ Μασάντ, Στιβ Νίβα, Νόρμαν Φίνκελστάιν, και πάρα πολλοί άλλοι.

Είναι συνεπώς αυτονόητο πως λόγω του πολιτικο-θρησκευτικού του θρυμματισμού το ισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ δεν είναι ούτε «μεγάλο» ούτε «πανίσχυρο». Αντίθετα, το αραβικό λόμπι στη χώρα είναι και παλαιότερο ιστορικά και ισχυρότερο οικονομικά –λόγω φυσικά του πετρελαίου. Την εποχή που γράφονται αυτές οι γραμμές εργάζονται έμμισθα για το αραβικό λόμπι στις ΗΠΑ δύο πρώην πρόεδροι επιτροπών εξωτερικής πολιτικής του αμερικανικού Κογκρέσου, ένας πρώην υφυπουργός αμύνης, ένας πρώην υφυπουργός εσωτερικών, και αμέτρητοι πρώην προεδρικοί σύμβουλοι όλων των κομμάτων. Ταυτόχρονα το αραβικό λόμπι διαθέτει περισσότερους ενεργούς ψηφοφόρους έναντι του ισραηλινού: σήμερα ζουν 5,2 εκατομμύρια εβραίοι στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με 12 εκατομμύρια μουσουλμάνων, εκ των οποίων τα 7 εκατομμύρια έχουν δικαίωμα ψήφου.

Δεν πρέπει λοιπόν να ξαφνιάζει το γεγονός πως καμία σοβαρή επιστημονική έρευνα δεν έχει ποτέ δείξει σημαντική επιρροή του ισραηλινού λόμπι στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Αντίθετα, σχεδόν όλες οι γνωστές έρευνες δείχνουν αυτό που πραγματικά συμβαίνει: δηλαδή πως τα ισραηλινά και αραβικά λόμπι εισακούονται από τα αμερικανικά κέντρα αποφάσεων μόνο όταν οι πολιτικοί που τα στελεχώνουν συμφωνούν εξαρχής με τις θέσεις τους.

Η ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ

Εφόσον, λοιπόν, το «εβραϊκό λόμπι» είναι ένας μύθος, πως εξηγείται η φιλο-ισραηλιτική πολιτική των Αμερικανών; Η απάντηση είναι πολύπλευρη διότι οι ίδιοι οι δεσμοί μεταξύ Αμερικανών και Ισραηλιτών διακατέχονται από μια πολυσύνθετη παθολογία η οποία εμπεριέχει, πέρα από στενά γεωστρατηγικές, ψυχολογικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές παραμέτρους. Η προϊστορία αυτής της σχέσης, που είναι μακράν αρχαιότερη της σύγχρονης ίδρυσης του Ισραήλ, ξεκινά από την επαναστατική περίοδο της αποικιοκρατούμενης Αμερικής. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν η προηγμένη Ευρώπη είχε ανάγει τον Ελληνικό πολιτισμό σε ηθικό και ιδεολογικό πρότυπο, ο πολιτικός Τζον Άνταμς, εκ των ιδρυτών της επαναστατικής κυβέρνησης των ΗΠΑ, έγραφε στον Τόμας Τζέφερσον: «θα επιμείνω ότι οι εβραίοι έχουν συμβάλλει στον εκπολιτισμό της ανθρωπότητας περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο έθνος». Η άποψη του Άνταμς αντανακλούσε τον φιλο-εβραϊσμό πολλών συντρόφων του: ένα αρχικό προσχέδιο της επίσημης σφραγίδας της επαναστατικής αμερικανικής κυβέρνησης της εποχής που είχε υποβληθεί προς αξιολόγηση με τη σύμφωνη γνώμη του Τζέφερσον και του Μπέντζαμιν Φράνκλιν, απεικόνιζε τη βιβλική σκηνή της διάσχισης της Ερυθράς Θάλασσας από τους εβραίους του Μωυσή. Η επιλογή αυτή πρόδιδε την ισχυρή ψυχολογική ταύτιση των επαναστατημένων Αμερικανών με την προσπάθεια του εβραϊκού λαού του 13ου αιώνα π.Χ. ν’ απελευθερωθεί από τα αποικιοκρατικά δεσμά των Φαραώ.

Η βαρύτητα της ψυχολογικής αυτής ταύτισης υπήρξε αποφασιστική αιώνες αργότερα όταν ο Ναβίντ Μπεν Γκουριόν διήγγειλε την ανεξαρτησία του σύγχρονου κράτους του Ισραήλ. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, που έσπευσε πρώτη ν’ αναγνωρίσει το νέο κράτος έντεκα λεπτά μετά το επίσημο διάγγελμα, περιέγραψε το Ισραήλ στο ανακοινωθέν της ως «όχι απλά ένα ακόμα κυρίαρχο έθνος, αλλά ως την ενσάρκωση των ύψιστων ιδανικών του πολιτισμού μας». Στο απόσπασμα αυτό ο θρησκόληπτος παραλληλισμός της δημιουργίας του Ισραήλ, του «λαού του Θεού», με την ιερή αποστολή που οι Αμερικανοί πιστεύουν πως φέρουν στον κόσμο είναι σαφής. Προσδίδει ένα από τα βαθύτερα χαρακτηριστικά της εθνικής ψυχολογίας του αμερικανισμού, την οποία ο Γάλλος ιστορικός και πολιτικός στοχαστής Αλεξίς Τοκβίλ ονόμασε «αμερικανικό εξαιρετισμό» (American exceptionalism). Ο όρος υποδείχνει την ευρέως αποδεκτή αντίληψη στην αμερικανική πολιτική ζωή πως οι ΗΠΑ διαφέρουν όχι απλά ποσοτικά (σε πλούτο, οπλισμό, πρώτες ύλες), αλλά κυρίως ποιοτικά (σε χάρισμα, προθέσεις, ικανότητες, αλλά και αισιοδοξία) από τα λοιπά προηγμένα έθνη και πως έχουν την ιερή αποστολή να ηγηθούν της ανθρώπινης εξέλιξης. Πρόκειται φυσικά για μια εθνοπαθολογική δοξασία, η οποία όμως εδώ και πολλές δεκαετίες τροφοδοτεί δυναμικά το ψυχολογικό υπόβαθρο του αμερικανικού επεκτατισμού. Συνοψίζεται δε στην προκλητικά καταχρηστική ρήση «ο Θεός να ευλογεί την Αμερική» (God bless America).

Την ίδια αυτή θεϊκή αποστολή διακρίνουν οι Αμερικανοί στο Ισραήλ, το οποίο θαυμάζουν για την επιμονή του ν’ αντιστέκεται (έστω και πολλαπλά υποβασταζόμενο από την Ουάσιγκτον) στις ιστορικές και γεωστρατηγικές αντιξοότητες που απειλούν την επιβίωσή του. Είναι ο λόγος που όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος Λύντον Τζόνσον ρωτήθηκε από τον Σοβιετικό Πρωθυπουργό Αλεξέι Κοσίγκιν γιατί οι ΗΠΑ επιμένουν να υποστηρίζουν το Ισραήλ των τριών (τότε) εκατομμυρίων, όταν γύρω του υπήρχαν 80 εκατομμύρια Άραβες, απάντησε κοφτά: «γιατί είναι δίκαιο». Ο Τζόνσον, ένας βαθιά θρησκευόμενος προτεστάντης, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αποκριθεί «γιατί είναι γραφτό».

Η ψυχοπαθολογική αυτή σχέση έχει ενισχυθεί τις τελευταίες δεκαετίες με την εμφάνιση στις ΗΠΑ ενός εντυπωσιακά δυναμικού πολιτικοθρησκευτικού κινήματος, με γερμανικές ρίζες, που ακούει στ’ όνομα «χριστιανικός σιωνισμός» (Christian Zionism). Πρόκειται για ένα σχεδόν εξολοκλήρου μη-εβραϊκό λόμπι με σημαντική επιρροή στην ακροδεξιά πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Η πολιτική του δράση βασίζεται στη θρησκευτική άποψη πως η δημιουργία του σύγχρονου Ισραήλ αποτελεί επιβεβαίωση των χριστιανικών γραφών. Συνεπώς, η διασφάλιση της ύπαρξης του Ισραήλ θεωρείται ως ιερό χριστιανικό καθήκον καθότι το Ισραήλ αποτελεί το γεωγραφικό φόντο της δευτέρας παρουσίας –κάτι που οι ευαγγελιστές χριστιανοί θεωρούν απόγειο της κοσμοθεωρίας τους. Μια από τις μεγαλύτερες χριστιανο-σιωνιστικές οργανώσεις, η International Fellowship of Christians and Jews (Διεθνής Συναδελφότητα Χριστιανών και Εβραίων), χρηματοδοτείται συστηματικά από 350.000 μέλη τα οποία έχουν προσφέρει πάνω από 100 εκατομμύρια δολάρια «ανθρωπιστικής βοήθειας» στο Ισραήλ. Διοργανώνει δε μια ετήσια «επέτειο προσευχής για το Ισραήλ» στην οποία πέρσι συμμετείχαν περισσότερες από 18.000 ενορίες. Αναπόφευκτα, σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία όπως την αμερικανική, οι αριθμοί αυτοί μεταφράζονται σε πολιτική επιρροή: την περασμένη άνοιξη το έγκυρο αμερικανικό περιοδικό The Nation αποκάλυψε πως ηγέτες χριστιανο-σιωνιστικών οργανώσεων προσκλήθηκαν στο Λευκό Οίκο για μια σειρά συναντήσεων με τον ίδιο τον Πρόεδρο Μπους πάνω στο μεσανατολικό.

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Φυσικά, αν και καίριας σημασίας, η ψυχοπαθολογική παράμετρος της αμερικανο-ισραηλινής φιλίας είναι απλά ένας από τους ιδεολογικούς τροφοδότες της στενής αυτής σχέσης. Στην πράξη, η συμμαχία με το Ισραήλ είναι για τους αμερικανούς ένα σημαντικό στρατηγικό βήμα προς την πραγμάτωση της μεταπολεμικής τους ηγεμονίας. Άλλωστε οι ίδιοι οι Αμερικανοί ποτέ δε δίστασαν να ομολογήσουν πως ο κύριος παρονομαστής των επαφών τους με το Ισραήλ είναι το εθνικό τους συμφέρον. Πρόεδροι από τον Τρούμαν έως τον Μπους έχουν παραδεχτεί δημόσια πως η ακλόνητη αλληλεγγύη τους προς τους Ισραηλινούς οφείλεται «στο διαφωτισμένο ατομικό μας συμφέρον» (Φορντ), στα πλαίσια του οποίου η υποστήριξη του Ισραήλ «είναι σωστή με γνώμονα τα ιδιαίτερα στρατηγικά συμφέροντα της Αμερικής» (Κάρτερ). Διότι «μόνο μέσω της συνολικής εκτίμησης του αποφασιστικού ρόλου που παίζει το Ισραήλ στους δικούς μας στρατηγικούς προσανατολισμούς μπορούμε να διασφαλίσουμε τα εδάφη και της ενεργειακές πηγές που είναι ζωτικές για την ασφάλειά μας και την εθνική μας ευημερία» (Ρέιγκαν). Και είναι φυσικά λογικό να συμπεράνει κανείς πως όσο οι στόχοι του αμερικανικού εθνικού συμφέροντος παραμένουν οι ίδιοι «η ιδιότυπη αυτή σχέση θα διαρκέσει, όπως ακριβώς το ίδιο το Ισραήλ έχει [καταφέρει να] επιβιώσει» (Κλίντον) και πως «η υπόσχεσή μας να αμυνθούμε της [εθνικής] ασφάλειας του Ισραήλ θα παραμένει ακλόνητη» (Μπους, τη δεύτερη μέρα μετά την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ).

Αλλά ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι στόχοι; Έχει ερευνηθεί εξαντλητικά, και είναι σήμερα ευρέως αποδεκτό στις τάξεις των ιστορικών της διπλωματίας, πως η ίδρυση του Ισραήλ το 1948 θεωρήθηκε από τους Αμερικανούς ως μια ανέλπιστη ευκαιρία να διεισδύσουν στην καίριας σημασίας περιοχή της Μέσης Ανατολής, που ως τότε ήταν αποκλειστικά προσκείμενη σε ευρωπαϊκούς (Γαλλικούς και Βρετανικούς) άξονες. Τη διείσδυση αυτή, που ισχυροποιήθηκε με την αποφασιστική ανάμειξη των ΗΠΑ στην κρίση του Σουέζ, προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν οι Σοβιετικοί υποστηρίζοντας κι εκείνοι την ανεξαρτησία του Ισραήλ με σχεδόν απαράμιλλο ζήλο. Στην πορεία οι πολιτισμικοί και θρησκευτικοί δεσμοί που προϋπήρχαν μεταξύ των Ισραηλινών και των Αμερικανών (οι περισσότεροι Ισραηλινοί έποικοι ήταν δυτικοευρωπαίοι και βορειοαμερικανοί), εξοστράκισαν τις διεισδυτικές απόπειρες των «άθεων» και σλαβόφωνων Σοβιετικών προς τις αραβικές χώρες, τα λαϊκά στρώματα των οποίων επίσης αντιστάθηκαν λόγω του θρησκευόμενου συντηρητισμού τους. Όταν πλέον χάθηκε και το Ιράν, μετά τη συντηρητική στροφή της Ιρανικής Επανάστασης, οι Σοβιετικοί έμειναν δίχως ουσιαστική πολιτική επιρροή στην Αραβική Χερσόνησο.

Σε ολόκληρη εκείνη την ψυχροπολεμική περίοδο το Ισραήλ δικαίωσε επανειλημμένα την πολιτική και στρατηγική εμπιστοσύνη των Αμερικανών βοηθώντας τους αποφασιστικά σε αμέτρητες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, το 1956 Ισραηλινοί πράκτορες ήταν υπεύθυνοι για τη μεταβίβαση στους αμερικανούς του πλήρους κειμένου της μυστικής εισήγησης του Νικίτα Χρουστσόφ στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, λίγες εβδομάδες μετά την επίσημη εκφώνησή της. To 1966 το Ισραήλ έδωσε στις ΗΠΑ ελεύθερη πρόσβαση στο –μέχρι τότε άγνωστο στους Δυτικούς– Σοβιετικό αεροσκάφος MiG-21, το οποίο είχε προσγειώσει στο Τελ-Αβίβ ένας εβραίος πιλότος που είχε λιποτακτήσει από την Ιρακινή αεροπορία. Το 1967, ενώ το φιλο-σοβιετικό Κόμμα της Αραβικής Σοσιαλιστικής Αναγέννησης (Μπάαθ) ήταν στο απόγειο της δύναμής του στη Συρία, η στρατιωτική ήττα της χώρας από το Ισραήλ σήμανε τον ουσιαστικό αφανισμό του ριζοσπαστικού Αραβικού κινήματος, η δυναμική του οποίου απειλούσε ανοιχτά την ηγεμονία των ΗΠΑ στην περιοχή. Από το φθινόπωρο του 1978 και μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας το Ισραήλ ήταν από τους θερμότερους υποστηρικτές των σκληρότερων δικτατορικών καθεστώτων του «λαχανόκηπου των ΗΠΑ» (Τρούμαν), δηλαδή της Λατινικής Αμερικής. Η ισραηλινή πολεμική προμήθεια στη Νικαραγουανή χούντα ήταν εκείνη που παρέτεινε την παραμονή του Αναστάσιο Σομόζα στην εξουσία έως το 1979. Ισραηλινοί στρατιωτικοί υπήρξαν έμμισθοι εκπαιδευτές των ειδικών δυνάμεων καταστολής του Αουγκούστο Πινοσέτ στη Χιλή και του Οσκάρ Βικτόρες στη Γουατεμάλα. Παράλληλα, αμερικανικός οπλισμός μεταφέρθηκε μυστικά κατά τη δεκαετία του 1980 στην Ονδούρα, στο Εκουαδόρ, στο Ελ Σαλβαδόρ, κι αλλού, διαμέσου των ισραηλινών διπλωματικών αποστολών στις χώρες αυτές. Επίσης κατά τη δεκαετία του 1980, η παράνομη παροχή οπλισμού από τις ΗΠΑ στο Ιράν, που τερματίστηκε με την αποκάλυψη του σκανδάλου Ιράνγκεϊτ, θα ήταν αδύνατη δίχως την συμβολή της ισραηλινής κυβέρνησης του Σιμόν Πέρες. Εξίσου σημαντική ήταν η βοήθεια ισραηλινών επιστημόνων και ερευνητών στην προσπάθεια του ρατσιστικού κράτους της Νότιας Αφρικής να μετεξελιχθεί σε πυρηνική δύναμη, μεταξύ 1978 και 1983. Κατά την πενταετία εκείνη, με τη σύμφωνη γνώμη της CIA, το Ισραήλ προμήθευσε τον απαραίτητο τεχνικό εξοπλισμό στους Νοτιοαφρικανούς, με αντάλλαγμα την παραχώρηση στις ΗΠΑ από τους τελευταίους πληροφοριών σχετικά με Σοβιετικές ναυτικές δραστηριότητες στην περιοχή. Το 1981 ισραηλινά F-16 βομβάρδισαν τον ιρακινό πυρηνικό αντιδραστήρα στο Οσιράκ, καταστρέφοντας το φιλόδοξο πυρηνικό πρόγραμμα του Σαντάμ Χουσεΐν και εισπράττοντας ταυτόχρονα τις ανεπίσημες φιλοφρονήσεις της νεοσύστατης κυβέρνησης Ρέιγκαν. Το 1991, κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, το Ισραήλ ακολούθησε πιστά τις υποδείξεις των Αμερικανών και αρνήθηκε ν’ ανταπαντήσει στους αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς που υπέστη από το Ιράκ. Η αποχή των ισραηλινών ένοπλων δυνάμεων από τις εχθροπραξίες απέτρεψε τις προθέσεις του Ιράκ να συσπειρώσει τις σημαντικότερες αραβικές χώρες με το μέρος του, κι έτσι διασφάλισε την άνετη νίκη των ΗΠΑ στο Κουβέιτ.

Στα παραπάνω ενδεικτικά παραδείγματα της αδιάκοπης και μακροχρόνιας ισραηλινής υποστήριξης προς τις ΗΠΑ θα πρέπει επίσης να προστεθεί η αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα του Ισραήλ να εξουδετερώνει οποιεσδήποτε αναλαμπές λαϊκών απελευθερωτικών κινημάτων εντός κι εκτός των συνόρων του, καθώς και της συνεισφοράς του στο βιομηχανικο-στρατιωτικό σύμπλεγμα που βρίσκεται στη βάση του αμερικανικού επεκτατισμού. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως το Ισραήλ είναι από τις ελάχιστες χώρες που προμηθεύουν τις ΗΠΑ με προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό. Όπως επίσης είναι κάθε άλλο παρά τυχαίο πως τα ισραηλινά στρατεύματα διαθέτουν σχεδόν την αποκλειστικότητα στην πειραματική χρήση προηγμένων αμερικανικών οπλικών συστημάτων στο νευραλγικό γεωγραφικό τους περίγυρο.

Και είναι ίσως περιττό να ειπωθεί πως η στενή στρατιωτική σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ μεταφράζεται σε μια κυριολεκτικά αδιατάρακτη διπλωματική συμμαχία στη διεθνή πολιτική σκηνή. Τα τελευταία χρόνια δεν έχει τελεστεί ούτε μία σημαντική ψηφοφορία στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών στην οποία το Ισραήλ να διαφοροποιήθηκε από τις αμερικανικές θέσεις. Είτε η συζήτηση αφορά την επιβολή κυρώσεων στο Ιράν ή τη Λευκορωσία, την αποστολή στρατευμάτων στο Σουδάν, ή την άρση κρατικών φραγμών στη διεθνή διακίνηση της μπανάνας, η διπλωματική στάση του Ισραήλ είναι σχεδόν πάντοτε ταυτόσημη μ’ εκείνη των ΗΠΑ.

Συμπερασματικά, λοιπόν, η πολιτική της υποστήριξης του Ισραήλ από τις ΗΠΑ ούτε συμπτωματική είναι, ούτε βασίζεται στις σκευωρίες ενός μοχθηρού «εβραϊκού λόμπι». Αντίθετα, αντανακλά σε πολύ μεγάλο βαθμό τα εθνικά συμφέροντα, αλλά και τη συμμαχική εμπιστοσύνη των Αμερικανών που το ίδιο το Ισραήλ έχει κερδίσει με τα έργα και τις πράξεις του από τη στιγμή σχεδόν της ίδρυσής του.

ΜΙΑ ΦΥΣΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ

Από το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 η διακρατικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ μετατράπηκαν αστραπιαία σ’ αυτό που οι διπλωματικοί κύκλοι ονομάζουν «φυσική συμμαχία» –δηλαδή σε μια σύμπραξη που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση ενός σημαντικού κοινού προβλήματος. Δεν αμφισβητείται ότι οι ψυχροπολεμικές πρακτικές των ΗΠΑ και του Ισραήλ «γέννησαν» σε μεγάλο βαθμό τον πολιτικοποιημένο αντι-Δυτικό ισλαμισμό. Εκείνο που αμφισβητείται είναι ο ρόλος του ισραηλινού λόμπι στη σύναψη της φυσικής και λογικής αυτής συμμαχίας. Διότι είναι πράγματι αδύνατο να διανοηθεί κανείς πως οι σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ δεν θα είχαν ισχυροποιηθεί εκ των πραγμάτων μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, άσχετα από τη δράση οποιουδήποτε ισραηλινού λόμπι.

Όπως είναι επίσης αδιανόητο να θεωρήσει κανείς πως η υποστήριξη του Ισραήλ από τις ΗΠΑ αποτελεί σκοτεινή εξαίρεση στη σύγχρονη διπλωματική πρακτική των Αμερικανών. Μήπως ευθυνόταν κάποιο υποτιθέμενο «τσαρικό λόμπι» στις ΗΠΑ που αμερικανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στο Αρχανγκέλσκ το 1918 για να πολεμήσουν τους Μπολσεβίκους; Πόσο ισχυρό μπορούσε να ήταν άραγε το «κορεατικό λόμπι» στη χώρα όταν η κυβέρνηση Τρούμαν αποφάσισε να μετατρέψει τη Νότια Κορέα σε μια απέραντη αμερικανική στρατιωτική βάση; Ήταν λόγω του «νοτιοαφρικανικού λόμπι» στις ΗΠΑ που, σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειοψηφία του προηγμένου κόσμου, διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις κατηγορούσαν το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο του Νέλσον Μαντέλα ως «κολασμένους τρομοκράτες» (Ρέιγκαν); Έφταιγε το «μουσουλμανικό λόμπι» στις ΗΠΑ όταν Αμερικανο-ΝΑΤΟϊκές βόμβες θωρακισμένες με απομονωμένο ουράνιο δηλητηρίασαν τους πληθυσμούς των δυτικών Βαλκανίων το 1999; Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα είναι «φυσικά και όχι». Η επίμονη υποστήριξη αλαζονικών –και γι’ αυτό συχνά λαομίσητων– θέσεων σε διεθνές επίπεδο είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση της αμερικανικής διπλωματίας. Στον κανόνα αυτό εντάσσεται και η υποστήριξη της στο Ισραήλ, και μόνο σ’ αυτή τη βάση μπορεί ν’ αναλυθεί επιστημονικά.

Είναι λοιπόν καιρός η ανάλυση της στάσης των Αμερικανών στο μεσανατολικό ζήτημα να απεγκλωβιστεί από δαιμονολογικές παραισθήσεις περί «εβραϊκού λόμπι» και το ζήτημα να εξεταστεί μέσα στα πραγματικά πλαίσια της ηγεμονικής γεωστρατηγικής πολιτικής της εναπομένουσας υπερδύναμης.