25/10/06

Η Μυθολογία Περί «Εβραϊκού Λόμπι»

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Aντί, τεύχος 879 (20 Οκτωβρίου 2006), σελ. 36-40, με τον τίτλο «Η Μυθολογία Περί "Εβραϊκού Λόμπι" και η Πραγματικότητα».

ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο, το Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, επισφράγισε μια σύντομη στρατηγική σύμπνοια μεταξύ αριστεράς και άκρας δεξιάς. Σήμερα ένα άλλο –άτυπο, αλλά εξίσου πραγματικό– πολεμικό σύμφωνο, εκείνο μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, φαίνεται ν’ αναζωογονεί την άβολη αυτή σχέση σε ιδεολογικό επίπεδο.

Στον ελληνικό χώρο συγκεκριμένα, η πρόσφατη εγκληματική επίθεση των Ισραηλινών στο Λίβανο και στη Λωρίδα της Γάζας έδωσε αφορμή για μια εντυπωσιακή σύγκλιση απόψεων που εμφανίστηκαν στον ακροδεξιό και στον αριστερό τύπο ταυτόχρονα, και που βασίστηκαν πάνω στην ανάδειξη του λεγόμενου «εβραϊκού λόμπι» στις ΗΠΑ ως κύριου υπεύθυνου για τη στρατηγική των Αμερικανών στην περιοχή. Η ανιστόρητη αυτή άποψη πασχίζει να εξηγήσει τη στενή συνεργασία μεταξύ Ισραηλινών και Αμερικανών ως απόρροια ενός μυθικού –πλην απροσδιόριστου– κύκλου εβραίων «Ρασπούτιν», οι οποίοι υποτίθεται πως κινούνται αθόρυβα σε όλες τις βαθμίδες της αμερικανικής πολιτικής ζωής καταφέρνοντας έτσι να ευθυγραμμίσουν πλήρως την εξωτερική πολιτική της υπερδύναμης με τους στρατηγικούς στόχους του «παγκόσμιου σιωνισμού».

ΑΛΛΟ ΕΒΡΑΙΟΣ ΚΙ ΑΛΛΟ ΙΣΡΑΗΛΙΝΟΣ

Όμως η πραγματικότητα είναι, όπως πάντοτε, πολυσύνθετη και περίπλοκη, κι έχει ελάχιστα να κάνει με τη μυθολογία περί «εβραϊκού λόμπι». Είναι καταρχήν καίριο να ξεκαθαριστεί πως δεν υπάρχει «εβραϊκό λόμπι» στις ΗΠΑ. Αντιθέτως, το κατεξοχήν δραστήριο λόμπι είναι το ισραηλινό και το φιλο-ισραηλινό. Κι αυτό διότι άλλο Ισραηλινός κι άλλο εβραίος. Ο ταυτισμός του εβραϊσμού με το Ισραήλ είναι τόσο ανιστόρητος όσο και ο ταυτισμός της ορθοδοξίας με τη Ρωσία, ή του καθολικισμού με την Ιταλία. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, το ίδιο το Ισραήλ δεν έχει ούτε επίσημη θρησκεία, ούτε επίσημη κρατική θρησκευτική προτίμηση. Σήμερα δε, πάνω από το 20 τοις εκατό του πληθυσμού της χώρας είναι πιστοί μη-εβραϊκών δογμάτων (μουσουλμάνοι, χριστιανοί ορθόδοξοι, καθολικοί, μαρωνίτες, κόπτες, δρούζοι, κλπ). Στις μέρες μας υπάρχουν Ισραηλινοί διπλωμάτες που είναι άραβες στην καταγωγή και συχνά μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, όπως επίσης και στρατιωτικοί, ανώτατοι δικαστές και βουλευτές. Ταυτόχρονα, ενώ το 65 τοις εκατό των Ισραηλινών αυτοχαρακτηρίζονται εβραίοι στο θρήσκευμα, το ποσοστό αυτό περιλαμβάνει και ένα σημαντικό αριθμό –ίσως και πάνω από το μισό– κοσμικών εβραίων, δηλαδή Ισραηλινών που είναι εβραίοι στην καταγωγή αλλά που έχουν αποστασιοποιηθεί από την οργανωμένη εβραϊκή θρησκεία και ταυτίζονται με το Ισραήλ εθνικά, όχι θρησκευτικά.

Από την άλλη πλευρά οι περισσότεροι εβραίοι στην καταγωγή δεν είναι Ισραηλινοί, καθώς ζουν εκτός των συνόρων του Ισραήλ, και στη συντριπτική τους πλειοψηφία ούτε έχουν, ούτε ενδιαφέρονται ν’ αποκτήσουν, ισραηλινή υπηκοότητα. Ταυτόχρονα υπάρχουν εκατομμύρια εβραίοι, εντός κι εκτός των συνόρων του Ισραήλ, που αντιτάσσονται όχι μόνο στο σιωνισμό (δηλαδή στον κατεξοχήν μη-θρησκευτικό εβραϊκό εθνικισμό), αλλά και στην ύπαρξη του Ισραήλ ως αυτόνομου έθνους. Η εβραϊκή (στην καταγωγή) αριστερά, στην οποία ανήκε και ανήκει το μεγαλύτερο κομμάτι της εβραϊκής διασποράς, ποτέ δε συναίνεσε στη δημιουργία του Ισραήλ ως πολιτικής λύσης στο εβραϊκό πρόβλημα. Αντίθετα, τη θεώρησε ως προσπάθεια γκετοποίησης και απομόνωσης του εβραϊκού πληθυσμού από τις μεταπολεμικές πολιτικές διεκδικήσεις στον ευρωπαϊκό και στον βορειοαμερικανικό χώρο. Κάτι άλλο που επίσης ξεχνιέται από πάσης φύσεως «αναλυτές» είναι πως υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες θρησκευόμενοι εβραίοι που αντιτάσσονται στη δημιουργία του Ισραήλ ως θρησκευτικής λύσης στο εβραϊκό πρόβλημα. Υπάρχουν για παράδειγμα οι εβραίοι σάτμαρ, που είναι η μεγαλύτερη σέκτα του εβραϊκού χασιδισμού και αριθμούν εκατοντάδες χιλιάδες στις ΗΠΑ, στο Ισραήλ, στην Ευρώπη και αλλού. Οι σάτμαρ, όπως και άλλα παρακλάδια του χασιδισμού, πιστεύουν πως το Ισραήλ είναι ένα μιασματικό κατασκεύασμα που δημιουργήθηκε πρόωρα λόγω παρερμηνείας των γραφών και συνεπώς προσβάλει τη θεία υπόσχεση της μελλοντικής παραχώρησης γης στους εβραίους. Τα μέλη της χασιδικής εβραϊκής οργάνωσης Naturei Karta, που ζουν ως επί το πλείστον στην Ιερουσαλήμ αλλά έχουν παραρτήματα στις περισσότερες μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, προσεύχονται καθημερινά για την επιστροφή του Ισραήλ στους Παλαιστινίους, με τους οποίους επιθυμούν να ζήσουν. Αν και το Ισραήλ τους θεωρεί πολίτες του, αυτοί αρνούνται να πληρώνουν φόρους και θεωρούν αμάρτημα ακόμα και ν’ αγγίζουν ισραηλινά νομίσματα που φέρουν εικόνες διάσημων ηγετών του σιωνισμού, τον οποίον θεωρούν αντι-εβραϊκό. Πρόσφατα, ο Αμερικανός κληρικός της Naturei Karta ραβίνος Ουάις δήλωσε σε συνέντευξή του στην Ιρανική τηλεόραση:

«Τονίζουμε πως υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες εβραίοι ανά την υφήλιο που ταυτίζονται με την εναντίωσή μας στη σιωνιστική ιδεολογία και που πιστεύουν πως ο σιωνισμός δεν είναι εβραϊσμός, αλλά ένας πολιτικός αυτοσκοπός. Αυτό που θέλουμε δεν είναι [απλά] να αναχαιτιστεί [το Ισραήλ] στα σύνορα του [19]67, αλλά να εξαλειφθεί, ώστε η χώρα να επιστραφεί στους Παλαιστίνιους και να μπορέσουμε κι εμείς να ζήσουμε μαζί τους».


Χασιδιστές εβραίοι, με τις χαρακτηριστικές τους ενδυμασίες, διαδηλώνουν υπέρ του Λιβάνου στην Ουάσιγκτον τον περασμένο Αύγουστο. Μέλη κι αυτοί του «εβραϊκού λόμπι» στις ΗΠΑ; Μάλλον όχι.

ΟΥΤΕ ΜΟΝΟΛΙΘΙΚΟ ΟΥΤΕ ΙΣΧΥΡΟ

Αναπόφευκτα, το ισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την πολυμορφία της εβραϊκής πολιτικής και θρησκευτικής κατάστασης. Υπάρχουν για παράδειγμα υπερδραστήριες και δυναμικές οργανώσεις-λόμπι όπως το Tikkun, το Brit Tzedek v' Shalom, και το Israel Policy Forum. Όλες τους είναι ενάντια στην παράνομη κατοχή εδαφών από το κράτος του Ισραήλ και μάχονται να σταματήσουν τις αμερικανικές εξαγωγές οπλισμού στη χώρα. Προσπαθούν επίσης να ωθήσουν την αμερικανική κυβέρνηση να πιέσει το Ισραήλ ώστε να σταματήσει την επιθετική του πολιτική ενάντια στις γειτονικές του χώρες. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως το 70 τοις εκατό των οικονομικών συνεισφορών από το ισραηλιτικό λόμπι σε αμερικανικά πολιτικά κόμματα δίνεται στους Δημοκρατικούς, κι ας επιμένουν πολλοί «αναλυτές» πως η κυβέρνηση Μπους είναι εκείνη με την οποία το «εβραϊκό» [sic] λόμπι συνδέεται περισσότερο. Μέσα στη δίνη της υπεραπλούστευσης ξεχνιέται επίσης πως μερικοί από τους πιο επιφανείς αντι-ισραηλινούς διανοούμενους της αμερικανικής αριστεράς σήμερα, με σημαντική επιρροή στην πολιτική ζωή του τόπου, είναι εβραίοι στην καταγωγή: Φίλις Μπένις, Νόαμ Τσόμσκι, Σιμόνα Σαρόνι, Τζόζεφ Μασάντ, Στιβ Νίβα, Νόρμαν Φίνκελστάιν, και πάρα πολλοί άλλοι.

Είναι συνεπώς αυτονόητο πως λόγω του πολιτικο-θρησκευτικού του θρυμματισμού το ισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ δεν είναι ούτε «μεγάλο» ούτε «πανίσχυρο». Αντίθετα, το αραβικό λόμπι στη χώρα είναι και παλαιότερο ιστορικά και ισχυρότερο οικονομικά –λόγω φυσικά του πετρελαίου. Την εποχή που γράφονται αυτές οι γραμμές εργάζονται έμμισθα για το αραβικό λόμπι στις ΗΠΑ δύο πρώην πρόεδροι επιτροπών εξωτερικής πολιτικής του αμερικανικού Κογκρέσου, ένας πρώην υφυπουργός αμύνης, ένας πρώην υφυπουργός εσωτερικών, και αμέτρητοι πρώην προεδρικοί σύμβουλοι όλων των κομμάτων. Ταυτόχρονα το αραβικό λόμπι διαθέτει περισσότερους ενεργούς ψηφοφόρους έναντι του ισραηλινού: σήμερα ζουν 5,2 εκατομμύρια εβραίοι στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με 12 εκατομμύρια μουσουλμάνων, εκ των οποίων τα 7 εκατομμύρια έχουν δικαίωμα ψήφου.

Δεν πρέπει λοιπόν να ξαφνιάζει το γεγονός πως καμία σοβαρή επιστημονική έρευνα δεν έχει ποτέ δείξει σημαντική επιρροή του ισραηλινού λόμπι στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Αντίθετα, σχεδόν όλες οι γνωστές έρευνες δείχνουν αυτό που πραγματικά συμβαίνει: δηλαδή πως τα ισραηλινά και αραβικά λόμπι εισακούονται από τα αμερικανικά κέντρα αποφάσεων μόνο όταν οι πολιτικοί που τα στελεχώνουν συμφωνούν εξαρχής με τις θέσεις τους.

Η ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ

Εφόσον, λοιπόν, το «εβραϊκό λόμπι» είναι ένας μύθος, πως εξηγείται η φιλο-ισραηλιτική πολιτική των Αμερικανών; Η απάντηση είναι πολύπλευρη διότι οι ίδιοι οι δεσμοί μεταξύ Αμερικανών και Ισραηλιτών διακατέχονται από μια πολυσύνθετη παθολογία η οποία εμπεριέχει, πέρα από στενά γεωστρατηγικές, ψυχολογικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές παραμέτρους. Η προϊστορία αυτής της σχέσης, που είναι μακράν αρχαιότερη της σύγχρονης ίδρυσης του Ισραήλ, ξεκινά από την επαναστατική περίοδο της αποικιοκρατούμενης Αμερικής. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν η προηγμένη Ευρώπη είχε ανάγει τον Ελληνικό πολιτισμό σε ηθικό και ιδεολογικό πρότυπο, ο πολιτικός Τζον Άνταμς, εκ των ιδρυτών της επαναστατικής κυβέρνησης των ΗΠΑ, έγραφε στον Τόμας Τζέφερσον: «θα επιμείνω ότι οι εβραίοι έχουν συμβάλλει στον εκπολιτισμό της ανθρωπότητας περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο έθνος». Η άποψη του Άνταμς αντανακλούσε τον φιλο-εβραϊσμό πολλών συντρόφων του: ένα αρχικό προσχέδιο της επίσημης σφραγίδας της επαναστατικής αμερικανικής κυβέρνησης της εποχής που είχε υποβληθεί προς αξιολόγηση με τη σύμφωνη γνώμη του Τζέφερσον και του Μπέντζαμιν Φράνκλιν, απεικόνιζε τη βιβλική σκηνή της διάσχισης της Ερυθράς Θάλασσας από τους εβραίους του Μωυσή. Η επιλογή αυτή πρόδιδε την ισχυρή ψυχολογική ταύτιση των επαναστατημένων Αμερικανών με την προσπάθεια του εβραϊκού λαού του 13ου αιώνα π.Χ. ν’ απελευθερωθεί από τα αποικιοκρατικά δεσμά των Φαραώ.

Η βαρύτητα της ψυχολογικής αυτής ταύτισης υπήρξε αποφασιστική αιώνες αργότερα όταν ο Ναβίντ Μπεν Γκουριόν διήγγειλε την ανεξαρτησία του σύγχρονου κράτους του Ισραήλ. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, που έσπευσε πρώτη ν’ αναγνωρίσει το νέο κράτος έντεκα λεπτά μετά το επίσημο διάγγελμα, περιέγραψε το Ισραήλ στο ανακοινωθέν της ως «όχι απλά ένα ακόμα κυρίαρχο έθνος, αλλά ως την ενσάρκωση των ύψιστων ιδανικών του πολιτισμού μας». Στο απόσπασμα αυτό ο θρησκόληπτος παραλληλισμός της δημιουργίας του Ισραήλ, του «λαού του Θεού», με την ιερή αποστολή που οι Αμερικανοί πιστεύουν πως φέρουν στον κόσμο είναι σαφής. Προσδίδει ένα από τα βαθύτερα χαρακτηριστικά της εθνικής ψυχολογίας του αμερικανισμού, την οποία ο Γάλλος ιστορικός και πολιτικός στοχαστής Αλεξίς Τοκβίλ ονόμασε «αμερικανικό εξαιρετισμό» (American exceptionalism). Ο όρος υποδείχνει την ευρέως αποδεκτή αντίληψη στην αμερικανική πολιτική ζωή πως οι ΗΠΑ διαφέρουν όχι απλά ποσοτικά (σε πλούτο, οπλισμό, πρώτες ύλες), αλλά κυρίως ποιοτικά (σε χάρισμα, προθέσεις, ικανότητες, αλλά και αισιοδοξία) από τα λοιπά προηγμένα έθνη και πως έχουν την ιερή αποστολή να ηγηθούν της ανθρώπινης εξέλιξης. Πρόκειται φυσικά για μια εθνοπαθολογική δοξασία, η οποία όμως εδώ και πολλές δεκαετίες τροφοδοτεί δυναμικά το ψυχολογικό υπόβαθρο του αμερικανικού επεκτατισμού. Συνοψίζεται δε στην προκλητικά καταχρηστική ρήση «ο Θεός να ευλογεί την Αμερική» (God bless America).

Την ίδια αυτή θεϊκή αποστολή διακρίνουν οι Αμερικανοί στο Ισραήλ, το οποίο θαυμάζουν για την επιμονή του ν’ αντιστέκεται (έστω και πολλαπλά υποβασταζόμενο από την Ουάσιγκτον) στις ιστορικές και γεωστρατηγικές αντιξοότητες που απειλούν την επιβίωσή του. Είναι ο λόγος που όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος Λύντον Τζόνσον ρωτήθηκε από τον Σοβιετικό Πρωθυπουργό Αλεξέι Κοσίγκιν γιατί οι ΗΠΑ επιμένουν να υποστηρίζουν το Ισραήλ των τριών (τότε) εκατομμυρίων, όταν γύρω του υπήρχαν 80 εκατομμύρια Άραβες, απάντησε κοφτά: «γιατί είναι δίκαιο». Ο Τζόνσον, ένας βαθιά θρησκευόμενος προτεστάντης, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αποκριθεί «γιατί είναι γραφτό».

Η ψυχοπαθολογική αυτή σχέση έχει ενισχυθεί τις τελευταίες δεκαετίες με την εμφάνιση στις ΗΠΑ ενός εντυπωσιακά δυναμικού πολιτικοθρησκευτικού κινήματος, με γερμανικές ρίζες, που ακούει στ’ όνομα «χριστιανικός σιωνισμός» (Christian Zionism). Πρόκειται για ένα σχεδόν εξολοκλήρου μη-εβραϊκό λόμπι με σημαντική επιρροή στην ακροδεξιά πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Η πολιτική του δράση βασίζεται στη θρησκευτική άποψη πως η δημιουργία του σύγχρονου Ισραήλ αποτελεί επιβεβαίωση των χριστιανικών γραφών. Συνεπώς, η διασφάλιση της ύπαρξης του Ισραήλ θεωρείται ως ιερό χριστιανικό καθήκον καθότι το Ισραήλ αποτελεί το γεωγραφικό φόντο της δευτέρας παρουσίας –κάτι που οι ευαγγελιστές χριστιανοί θεωρούν απόγειο της κοσμοθεωρίας τους. Μια από τις μεγαλύτερες χριστιανο-σιωνιστικές οργανώσεις, η International Fellowship of Christians and Jews (Διεθνής Συναδελφότητα Χριστιανών και Εβραίων), χρηματοδοτείται συστηματικά από 350.000 μέλη τα οποία έχουν προσφέρει πάνω από 100 εκατομμύρια δολάρια «ανθρωπιστικής βοήθειας» στο Ισραήλ. Διοργανώνει δε μια ετήσια «επέτειο προσευχής για το Ισραήλ» στην οποία πέρσι συμμετείχαν περισσότερες από 18.000 ενορίες. Αναπόφευκτα, σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία όπως την αμερικανική, οι αριθμοί αυτοί μεταφράζονται σε πολιτική επιρροή: την περασμένη άνοιξη το έγκυρο αμερικανικό περιοδικό The Nation αποκάλυψε πως ηγέτες χριστιανο-σιωνιστικών οργανώσεων προσκλήθηκαν στο Λευκό Οίκο για μια σειρά συναντήσεων με τον ίδιο τον Πρόεδρο Μπους πάνω στο μεσανατολικό.

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Φυσικά, αν και καίριας σημασίας, η ψυχοπαθολογική παράμετρος της αμερικανο-ισραηλινής φιλίας είναι απλά ένας από τους ιδεολογικούς τροφοδότες της στενής αυτής σχέσης. Στην πράξη, η συμμαχία με το Ισραήλ είναι για τους αμερικανούς ένα σημαντικό στρατηγικό βήμα προς την πραγμάτωση της μεταπολεμικής τους ηγεμονίας. Άλλωστε οι ίδιοι οι Αμερικανοί ποτέ δε δίστασαν να ομολογήσουν πως ο κύριος παρονομαστής των επαφών τους με το Ισραήλ είναι το εθνικό τους συμφέρον. Πρόεδροι από τον Τρούμαν έως τον Μπους έχουν παραδεχτεί δημόσια πως η ακλόνητη αλληλεγγύη τους προς τους Ισραηλινούς οφείλεται «στο διαφωτισμένο ατομικό μας συμφέρον» (Φορντ), στα πλαίσια του οποίου η υποστήριξη του Ισραήλ «είναι σωστή με γνώμονα τα ιδιαίτερα στρατηγικά συμφέροντα της Αμερικής» (Κάρτερ). Διότι «μόνο μέσω της συνολικής εκτίμησης του αποφασιστικού ρόλου που παίζει το Ισραήλ στους δικούς μας στρατηγικούς προσανατολισμούς μπορούμε να διασφαλίσουμε τα εδάφη και της ενεργειακές πηγές που είναι ζωτικές για την ασφάλειά μας και την εθνική μας ευημερία» (Ρέιγκαν). Και είναι φυσικά λογικό να συμπεράνει κανείς πως όσο οι στόχοι του αμερικανικού εθνικού συμφέροντος παραμένουν οι ίδιοι «η ιδιότυπη αυτή σχέση θα διαρκέσει, όπως ακριβώς το ίδιο το Ισραήλ έχει [καταφέρει να] επιβιώσει» (Κλίντον) και πως «η υπόσχεσή μας να αμυνθούμε της [εθνικής] ασφάλειας του Ισραήλ θα παραμένει ακλόνητη» (Μπους, τη δεύτερη μέρα μετά την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ).

Αλλά ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι στόχοι; Έχει ερευνηθεί εξαντλητικά, και είναι σήμερα ευρέως αποδεκτό στις τάξεις των ιστορικών της διπλωματίας, πως η ίδρυση του Ισραήλ το 1948 θεωρήθηκε από τους Αμερικανούς ως μια ανέλπιστη ευκαιρία να διεισδύσουν στην καίριας σημασίας περιοχή της Μέσης Ανατολής, που ως τότε ήταν αποκλειστικά προσκείμενη σε ευρωπαϊκούς (Γαλλικούς και Βρετανικούς) άξονες. Τη διείσδυση αυτή, που ισχυροποιήθηκε με την αποφασιστική ανάμειξη των ΗΠΑ στην κρίση του Σουέζ, προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν οι Σοβιετικοί υποστηρίζοντας κι εκείνοι την ανεξαρτησία του Ισραήλ με σχεδόν απαράμιλλο ζήλο. Στην πορεία οι πολιτισμικοί και θρησκευτικοί δεσμοί που προϋπήρχαν μεταξύ των Ισραηλινών και των Αμερικανών (οι περισσότεροι Ισραηλινοί έποικοι ήταν δυτικοευρωπαίοι και βορειοαμερικανοί), εξοστράκισαν τις διεισδυτικές απόπειρες των «άθεων» και σλαβόφωνων Σοβιετικών προς τις αραβικές χώρες, τα λαϊκά στρώματα των οποίων επίσης αντιστάθηκαν λόγω του θρησκευόμενου συντηρητισμού τους. Όταν πλέον χάθηκε και το Ιράν, μετά τη συντηρητική στροφή της Ιρανικής Επανάστασης, οι Σοβιετικοί έμειναν δίχως ουσιαστική πολιτική επιρροή στην Αραβική Χερσόνησο.

Σε ολόκληρη εκείνη την ψυχροπολεμική περίοδο το Ισραήλ δικαίωσε επανειλημμένα την πολιτική και στρατηγική εμπιστοσύνη των Αμερικανών βοηθώντας τους αποφασιστικά σε αμέτρητες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, το 1956 Ισραηλινοί πράκτορες ήταν υπεύθυνοι για τη μεταβίβαση στους αμερικανούς του πλήρους κειμένου της μυστικής εισήγησης του Νικίτα Χρουστσόφ στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, λίγες εβδομάδες μετά την επίσημη εκφώνησή της. To 1966 το Ισραήλ έδωσε στις ΗΠΑ ελεύθερη πρόσβαση στο –μέχρι τότε άγνωστο στους Δυτικούς– Σοβιετικό αεροσκάφος MiG-21, το οποίο είχε προσγειώσει στο Τελ-Αβίβ ένας εβραίος πιλότος που είχε λιποτακτήσει από την Ιρακινή αεροπορία. Το 1967, ενώ το φιλο-σοβιετικό Κόμμα της Αραβικής Σοσιαλιστικής Αναγέννησης (Μπάαθ) ήταν στο απόγειο της δύναμής του στη Συρία, η στρατιωτική ήττα της χώρας από το Ισραήλ σήμανε τον ουσιαστικό αφανισμό του ριζοσπαστικού Αραβικού κινήματος, η δυναμική του οποίου απειλούσε ανοιχτά την ηγεμονία των ΗΠΑ στην περιοχή. Από το φθινόπωρο του 1978 και μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας το Ισραήλ ήταν από τους θερμότερους υποστηρικτές των σκληρότερων δικτατορικών καθεστώτων του «λαχανόκηπου των ΗΠΑ» (Τρούμαν), δηλαδή της Λατινικής Αμερικής. Η ισραηλινή πολεμική προμήθεια στη Νικαραγουανή χούντα ήταν εκείνη που παρέτεινε την παραμονή του Αναστάσιο Σομόζα στην εξουσία έως το 1979. Ισραηλινοί στρατιωτικοί υπήρξαν έμμισθοι εκπαιδευτές των ειδικών δυνάμεων καταστολής του Αουγκούστο Πινοσέτ στη Χιλή και του Οσκάρ Βικτόρες στη Γουατεμάλα. Παράλληλα, αμερικανικός οπλισμός μεταφέρθηκε μυστικά κατά τη δεκαετία του 1980 στην Ονδούρα, στο Εκουαδόρ, στο Ελ Σαλβαδόρ, κι αλλού, διαμέσου των ισραηλινών διπλωματικών αποστολών στις χώρες αυτές. Επίσης κατά τη δεκαετία του 1980, η παράνομη παροχή οπλισμού από τις ΗΠΑ στο Ιράν, που τερματίστηκε με την αποκάλυψη του σκανδάλου Ιράνγκεϊτ, θα ήταν αδύνατη δίχως την συμβολή της ισραηλινής κυβέρνησης του Σιμόν Πέρες. Εξίσου σημαντική ήταν η βοήθεια ισραηλινών επιστημόνων και ερευνητών στην προσπάθεια του ρατσιστικού κράτους της Νότιας Αφρικής να μετεξελιχθεί σε πυρηνική δύναμη, μεταξύ 1978 και 1983. Κατά την πενταετία εκείνη, με τη σύμφωνη γνώμη της CIA, το Ισραήλ προμήθευσε τον απαραίτητο τεχνικό εξοπλισμό στους Νοτιοαφρικανούς, με αντάλλαγμα την παραχώρηση στις ΗΠΑ από τους τελευταίους πληροφοριών σχετικά με Σοβιετικές ναυτικές δραστηριότητες στην περιοχή. Το 1981 ισραηλινά F-16 βομβάρδισαν τον ιρακινό πυρηνικό αντιδραστήρα στο Οσιράκ, καταστρέφοντας το φιλόδοξο πυρηνικό πρόγραμμα του Σαντάμ Χουσεΐν και εισπράττοντας ταυτόχρονα τις ανεπίσημες φιλοφρονήσεις της νεοσύστατης κυβέρνησης Ρέιγκαν. Το 1991, κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, το Ισραήλ ακολούθησε πιστά τις υποδείξεις των Αμερικανών και αρνήθηκε ν’ ανταπαντήσει στους αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς που υπέστη από το Ιράκ. Η αποχή των ισραηλινών ένοπλων δυνάμεων από τις εχθροπραξίες απέτρεψε τις προθέσεις του Ιράκ να συσπειρώσει τις σημαντικότερες αραβικές χώρες με το μέρος του, κι έτσι διασφάλισε την άνετη νίκη των ΗΠΑ στο Κουβέιτ.

Στα παραπάνω ενδεικτικά παραδείγματα της αδιάκοπης και μακροχρόνιας ισραηλινής υποστήριξης προς τις ΗΠΑ θα πρέπει επίσης να προστεθεί η αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα του Ισραήλ να εξουδετερώνει οποιεσδήποτε αναλαμπές λαϊκών απελευθερωτικών κινημάτων εντός κι εκτός των συνόρων του, καθώς και της συνεισφοράς του στο βιομηχανικο-στρατιωτικό σύμπλεγμα που βρίσκεται στη βάση του αμερικανικού επεκτατισμού. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως το Ισραήλ είναι από τις ελάχιστες χώρες που προμηθεύουν τις ΗΠΑ με προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό. Όπως επίσης είναι κάθε άλλο παρά τυχαίο πως τα ισραηλινά στρατεύματα διαθέτουν σχεδόν την αποκλειστικότητα στην πειραματική χρήση προηγμένων αμερικανικών οπλικών συστημάτων στο νευραλγικό γεωγραφικό τους περίγυρο.

Και είναι ίσως περιττό να ειπωθεί πως η στενή στρατιωτική σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ μεταφράζεται σε μια κυριολεκτικά αδιατάρακτη διπλωματική συμμαχία στη διεθνή πολιτική σκηνή. Τα τελευταία χρόνια δεν έχει τελεστεί ούτε μία σημαντική ψηφοφορία στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών στην οποία το Ισραήλ να διαφοροποιήθηκε από τις αμερικανικές θέσεις. Είτε η συζήτηση αφορά την επιβολή κυρώσεων στο Ιράν ή τη Λευκορωσία, την αποστολή στρατευμάτων στο Σουδάν, ή την άρση κρατικών φραγμών στη διεθνή διακίνηση της μπανάνας, η διπλωματική στάση του Ισραήλ είναι σχεδόν πάντοτε ταυτόσημη μ’ εκείνη των ΗΠΑ.

Συμπερασματικά, λοιπόν, η πολιτική της υποστήριξης του Ισραήλ από τις ΗΠΑ ούτε συμπτωματική είναι, ούτε βασίζεται στις σκευωρίες ενός μοχθηρού «εβραϊκού λόμπι». Αντίθετα, αντανακλά σε πολύ μεγάλο βαθμό τα εθνικά συμφέροντα, αλλά και τη συμμαχική εμπιστοσύνη των Αμερικανών που το ίδιο το Ισραήλ έχει κερδίσει με τα έργα και τις πράξεις του από τη στιγμή σχεδόν της ίδρυσής του.

ΜΙΑ ΦΥΣΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ

Από το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 η διακρατικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ μετατράπηκαν αστραπιαία σ’ αυτό που οι διπλωματικοί κύκλοι ονομάζουν «φυσική συμμαχία» –δηλαδή σε μια σύμπραξη που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση ενός σημαντικού κοινού προβλήματος. Δεν αμφισβητείται ότι οι ψυχροπολεμικές πρακτικές των ΗΠΑ και του Ισραήλ «γέννησαν» σε μεγάλο βαθμό τον πολιτικοποιημένο αντι-Δυτικό ισλαμισμό. Εκείνο που αμφισβητείται είναι ο ρόλος του ισραηλινού λόμπι στη σύναψη της φυσικής και λογικής αυτής συμμαχίας. Διότι είναι πράγματι αδύνατο να διανοηθεί κανείς πως οι σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ δεν θα είχαν ισχυροποιηθεί εκ των πραγμάτων μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, άσχετα από τη δράση οποιουδήποτε ισραηλινού λόμπι.

Όπως είναι επίσης αδιανόητο να θεωρήσει κανείς πως η υποστήριξη του Ισραήλ από τις ΗΠΑ αποτελεί σκοτεινή εξαίρεση στη σύγχρονη διπλωματική πρακτική των Αμερικανών. Μήπως ευθυνόταν κάποιο υποτιθέμενο «τσαρικό λόμπι» στις ΗΠΑ που αμερικανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στο Αρχανγκέλσκ το 1918 για να πολεμήσουν τους Μπολσεβίκους; Πόσο ισχυρό μπορούσε να ήταν άραγε το «κορεατικό λόμπι» στη χώρα όταν η κυβέρνηση Τρούμαν αποφάσισε να μετατρέψει τη Νότια Κορέα σε μια απέραντη αμερικανική στρατιωτική βάση; Ήταν λόγω του «νοτιοαφρικανικού λόμπι» στις ΗΠΑ που, σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειοψηφία του προηγμένου κόσμου, διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις κατηγορούσαν το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο του Νέλσον Μαντέλα ως «κολασμένους τρομοκράτες» (Ρέιγκαν); Έφταιγε το «μουσουλμανικό λόμπι» στις ΗΠΑ όταν Αμερικανο-ΝΑΤΟϊκές βόμβες θωρακισμένες με απομονωμένο ουράνιο δηλητηρίασαν τους πληθυσμούς των δυτικών Βαλκανίων το 1999; Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα είναι «φυσικά και όχι». Η επίμονη υποστήριξη αλαζονικών –και γι’ αυτό συχνά λαομίσητων– θέσεων σε διεθνές επίπεδο είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση της αμερικανικής διπλωματίας. Στον κανόνα αυτό εντάσσεται και η υποστήριξη της στο Ισραήλ, και μόνο σ’ αυτή τη βάση μπορεί ν’ αναλυθεί επιστημονικά.

Είναι λοιπόν καιρός η ανάλυση της στάσης των Αμερικανών στο μεσανατολικό ζήτημα να απεγκλωβιστεί από δαιμονολογικές παραισθήσεις περί «εβραϊκού λόμπι» και το ζήτημα να εξεταστεί μέσα στα πραγματικά πλαίσια της ηγεμονικής γεωστρατηγικής πολιτικής της εναπομένουσας υπερδύναμης.

24/10/06

Συνέντευξη στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη

Η συνέντευξή μου αυτή τυπώθηκε στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη στις 16 Ιουλίου 1998, στις σελίδες 42-44. Τη μεταφέρω εδώ διότι σε σχέση με άλλες συνεντεύξεις που έχω παραχωρήσει στην Ελλάδα είναι αρκετά περιεκτική. Ακόμα, μου αρέσουν οι ερωτήσεις της δημοσιογράφου, που προφανώς γνωρίζει τι λέει και πως το λέει.

«Θ.» Έχετε σπουδάσει επικοινωνιολογία, ιστορία της τέχνης, κοινωνικές έρευνες, κοινωνιολογία των ΜΜΕ, και τώρα εκπονείτε την διατριβή σας στις πολιτικές επιπτώσεις της τηλεματικής, ψηφιακής και αμφίδρομης τηλεόρασης, του Ίντερνετ και της δορυφορικής επικοινωνίας. Αν υποθέσουμε ότι οι σπουδές ενός ανθρώπου αντικατοπτρίζουν και τα ερωτήματά του για τα θέματα που τον ενδιαφέρουν, ποια θα λέγατε ότι είναι η βασική σας απορία για την υπάρχουσα κατάσταση της ανθρωπότητας; Σε ποιο ερώτημα προσπαθείτε να δώσετε απάντηση;

Σ.Φ. Μικρός είχα την τύχη να διαβάσω το Τρίτο Κύμα του Άλβιν Τόφλερ, ένα βιβλίο που στην κυριολεξία αποκωδικοποιεί το μέλλον της ανθρωπότητας. Από τότε έχω βαθιά μέσα μου ριζωμένη την άποψη πως όλοι εμείς που θα μεταφέρουμε την σκυτάλη της ανθρώπίνης φυλής στον 21ο αιώνα ζούμε σε μια εποχή που θα χαρακτηριστεί από μια σειρά κοσμοϊστορικών ως προς την σημασία τους και απρόβλεπτων ως προς την εμφάνισή τους εξελίξεων –αρνητικών και θετικών. Αυτά βεβαίως τα έχουν πει κι άλλοι πριν από εμένα. Το υποτιθέμενο πέρασμα της κοινωνίας μας σε κάποιο νέο οργανωτικό στάδιο –είτε αυτό ονομάζεται μεταβιομηχανική εποχή, είτε μεταμοντέρνα εποχή, είτε μετα-καπιταλισμός, είτε κοινωνία της πληροφορίας (information society) η ακόμα και μαρξισμός– έχει αναγγελθεί περισσότερες από 200 φορές από την αρχή του αιώνα από μυριάδες θεωρητικούς. Εκεί που διστάζουν οι περισσότεροι είναι μπροστά στο ερώτημα: «σύμφωνοι, δραματικές εξελίξεις έρχονται, αλλά πως μπορούν να προβλεφθούν ώστε να είμαστε προετοιμασμένοι»; Αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα το οποίο επιχειρώ να απαντήσω εδώ και αρκετά χρόνια. Το ερώτημα βέβαια είναι δύσκολο, και λίγοι θεωρητικοί υπήρξαν αρκετά γενναίοι ώστε να το αντιμετωπίσουν κατάματα. Ένας από αυτούς, για παράδειγμα, ήταν ο Κάρολος Μαρξ ο οποίος, πέρα από την ερμηνεία του πρωτο-βιομηχανικού οικονομικού συστήματος ανέπτυξε τις απόψεις του για το τι θα συνέβαινε στο μέλλον. Ως τώρα όμως δεν έχει επαληθευτεί από τα γεγονότα, αν και η κρίση των οικονομιών της ανατολικής Ασίας –αν επεκταθεί– τον επαναφέρει ίσως στην επικαιρότητα.

«Θ.» Σε όλη τη διάρκεια των σπουδών σας και ακόμη και σήμερα, ζείτε έξω, μακριά από την Ελλάδα. Σκοπεύετε να επιστρέψετε εδώ;

Σ.Φ. Κεντρική προϋπόθεση της έρευνάς μου είναι να βρίσκομαι εκεί όπου σηματοδοτούνται οριακές εξελίξεις στον τομέα της επικοινωνιακής κουλτούρας. Η αναζήτησή μου με οδήγησε σε ερευνητικά κέντρα στην Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, απ’ όπου μου δίνεται η δυνατότητα να διακρίνω το μέλλον του επικοινωνιακού περιβάλλοντος καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο μέρος του πλανήτη, με εξαίρεση ίσως την Ιαπωνία. Ο λόγος λοιπόν που δεν βρίσκομαι στην Ελλάδα είναι απλά διότι τέτοιες οριακές εξελίξεις δεν διαφαίνονται προς το παρόν στον ορίζοντα. Παρ’ όλ’ αυτά όσο μακριά κι αν βρεθώ από την Ελλάδα, νοιώθω πως την εκπροσωπώ και πως κάποια μέρα θα μπορέσω να συμβάλω σε κάτι πρωτοποριακό στην πατρίδα μου. Πιστεύω ότι στην περίπτωση που στην Ελλάδα επιχειρηθεί να δημιουργηθεί ένα νέο ερευνητικό κέντρο που θα έχει την δυνατότητα να πρωτοστατήσει στον τομέα της κοινωνιολογίας και πολιτικής της επικοινωνίας, θα σκεφτόμουν σοβαρά να επιστρέψω για να βοηθήσω.

«Θ.» Ποια κατά τη γνώμη σας είναι η υπάρχουσα επικοινωνιακή κατάσταση στην Ελλάδα; Σε ποια θέση βρισκόμαστε στον παγκόσμιο χάρτη των επικοινωνιών; Πιστεύετε ότι οι ιδιαιτερότητες που έχει η χώρα μας (γεωπολιτική θέση, οικονομική κατάσταση, μεσογειακός τρόπος ζωής, κλπ) την τοποθετούν σε διαφορετική θέση από τις λεγόμενες βόρειες οικονομικά ισχυρές χώρες; Και αν ναι, σε ποια;

Σ.Φ. Όσον αφορά την θέση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα στον παγκόσμιο επικοινωνιακό χάρτη, εξαρτάται με τι συγκρίνουμε τους εαυτούς μας. Για παράδειγμα, σε σχέση με τις διακόσιες και πλέον χώρες του κόσμου, η Ελλάδα βρίσκεται πολύ ψηλά, γύρω στην 25η θέση. Όσο και αν εμείς οι έλληνες παραπονούμαστε συνεχώς, η Ελλάδα δεν παύει να είναι μια χώρα του πρώτου κόσμου, με σχετικά εξελιγμένα τηλεφωνικά, τηλεοπτικά, και ηλεκτρονικά δίκτυα πληροφόρησης, αλλά και με το απαραίτητο οικονομικό υπόβαθρο για να αναπτύξει –αργά ή γρήγορα– μια πληροφοριακή οικονομία (information economy). Συγκρινόμενοι όμως με τις προηγμένες χώρες της Δύσης, βρισκόμαστε αρκετά πίσω, σχεδόν στην τελευταία θέση. Οι λόγοι είναι πολλοί. Καταρχήν ας μην ξεχνάμε πως, η Ελλάδα είναι γεωγραφικά απομακρυσμένη από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βρισκόμαστε στην περιφέρεια, και όχι στο κέντρο, και έτσι χρειάζονται έξτρα ηλεκτρονικά δίκτυα για να μας συνδέσουν με την κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Χώρες όπως η Αυστρία, η Ελβετία, ή ακόμα και η Τσεχία (αν και όταν εισέλθουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση) είναι σε πολύ πιο ευνοϊκή θέση απ’ ότι εμείς.

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Ας πάρουμε για παράδειγμα το τηλεοπτικό δίκτυο. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση διότι είναι κατά 80% περίπου χώρα ορεινή. Το ιδανικό γεωγραφικό σκηνικό για ένα οργανωμένο τηλεοπτικό δίκτυο είναι μια κυκλοειδής χώρα με βουνά περίπου στο κέντρο, απ’ όπου να μπορεί κανείς να εκπέμψει δυνατά τηλεοπτικά σήματα. Δυο τέτοιες χώρες είναι η Γαλλία και η Λευκορωσία. Αντίθετα, χώρες με περίεργο σχήμα, όπως η Χιλή, ή με πολλά νησιά, όπως η Ελλάδα και οι Φιλιππίνες αντιμετωπίζουν προβλήματα. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν ολόκληρες περιοχές, όπως η Δυτική Κρήτη, μέρη της Πελοποννήσου, της βόρειας Μακεδονίας και Θράκης, αλλά και τα περισσότερα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, που δεν λαμβάνουν τηλεοπτικά σήματα καλής ποιότητας κατά διαστήματα, πολλές φορές για μήνες ολόκληρους. Αυτός είναι ο λόγος που, ας πούμε, οι Πομάκοι της βόρειας Ελλάδας, ή οι κάτοικοι της Μυτιλήνης, της Σάμου και της Χίου, παρουσιάζον υψηλή τηλεθέαση τουρκικής τηλεόρασης, τα σήματα της οποίας είναι δυνατότερα από τα αντίστοιχα Ελληνικά. Για μια χώρα όπως την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται σε συνεχείς διπλωματικές ρήξεις με γειτονικές χώρες, είναι επικίνδυνο να μην ορίζει αποφασιστικά τον επικοινωνιακό της χώρο. Η παράλειψη αυτού του στρατηγικής σημασίας τομέα θα μπορούσε να αποδειχτεί μοιραία. Θυμηθείτε ότι κατά την διάρκεια της κρίσης στα Ίμια, τα Ελληνικά κανάλια ήταν στην κυριολεξία εξαρτημένα από την Τουρκική τηλεόραση, η οποία αποδείχτηκε πολύ πιο δυναμική στην κάλυψη της παρ’ ολίγο συμπλοκής. Από επικοινωνιακής πλευράς, η Τουρκία κέρδισε τις εντυπώσεις κατά τη διάρκεια εκείνης της κρίσης. Αργότερα βέβαια, η Κύπρος «κέρδισε» την επικοινωνιακή σύρραξη κατά την κρίση στην πράσινη γραμμή, όταν σε όλα τα δελτία ειδήσεων του κόσμου προβλήθηκε ως πρώτο θέμα η εκτέλεση του νεαρού Ελληνοκύπριου πάνω στον ιστό της σημαίας.

«Θ.» Έχετε γράψει πως σας ενδιαφέρει «η αντιπαράθεση μιας ολοκληρωμένης άποψης σε όλους όσους καταδικάζουν με ευκολία την παρουσία της επικοινωνιακής τεχνολογίας στην σημερινή κοινωνία». Τελικά εσείς πιστεύετε ότι η σημερινή και οι μελλοντικές κοινωνίες θα καταφέρουν να κυριαρχήσουν πάνω στον έλεγχο που η εξουσία επιθυμεί να τους ασκήσει;

Σ.Φ. Το ερώτημα αυτό είναι σημαντικό, και είναι απαραίτητο να είναι κανείς ξεκάθαρος όσον αφορά τις απόψεις του: ακόμα και οι ηπιότερες μορφές πολιτικής εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, δημιουργούν αναπόφευκτα μια σχετικά μικρή ομάδα ανθρώπων που αρέσκονται στο να συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλο και περισσότερη πολιτική δύναμη. Δεν μιλώ εδώ για τους πολιτικούς –αυτοί έρχονται και φεύγουν– μιλώ για τους γραφειοκράτες, οι οποίοι δεν εκλέγονται από τους πολίτες. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά ακόμα και στις πιο πετυχημένες καπιταλιστικές οικονομίες, όπως εκείνη της Γερμανίας, ή του Καναδά. Ο λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι απλός: όπως και στην αρχαία Ελλάδα, η γραφειοκρατία είναι η καρδιά του σύγχρονου δυτικού κράτους, διότι αποτελεί τον μηχανισμό εκείνο που επιτρέπει στο κράτος να συλλέγει πληροφορίες, να τις αναλύει και κατόπιν να δρα ανάλογα. Όμως, οι νέες τεχνολογίες της επικοινωνίας αλλάζουν τα δεδομένα οργάνωσης της πληροφορίας, αλλάζουν τις δομές δικτύωσης, σκέψης, ανάλυσης και, κατά συνέπεια, δράσης. Είναι σαν μια ανεμοθύελλα στην Σαχάρα που κανείς δεν γνωρίζει ποιες πέτρες θα έχει σκεπάσει και ποιες θα έχει αφήσει ακάλυπτες σαν καταλαγιάσει. Σε 15 χρόνια από σήμερα, το νέο πολιτικό σκηνικό, καθώς και οι σχέσεις εξουσίας-πολίτη θα έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό που θα είναι αγνώριστες.

«Θ.» Τελικά η πληροφοριακή αποκέντρωση που προσφέρει η σημερινή τεχνολογία, λειτουργεί αποτρεπτικά για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα ή υποβοηθά στην δημιουργία ενός νέου ολοκληρωτισμού που θα στηρίζεται ακόμη πιο πέρα στην εκμετάλλευση των μέσων από τους λίγους για να εξουσιάζουν τους πολλούς; Είναι σίγουρο ότι ο κρατικός έλεγχος δεν θα πάρει στα χέρια του ακόμη και τα πιο αποκεντρωτικά μέσα, όπως το Ίντερνετ, ενώ βλέπουμε ότι ήδη έχει εκδηλώσει τάσεις προς την κατεύθυνση αυτή;

Σ.Φ. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο. Ακόμα και το άμεσο μέλλον εξαρτάται από τόσους πολλούς παράγοντες που το καλύτερο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να υπολογίσει τις πιθανότητες προσέγγισης του ενός ή του άλλου σεναρίου. Παρ’ όλ’ αυτά διαφαίνονται αρκετές μελλοντικές τάσεις που μας βοηθάνε στο να βγάλουμε κάποια γενικά συμπεράσματα. Όταν κάνουμε λόγο για ολοκληρωτικά καθεστώτα, πρέπει να αποφεύγουμε να τα ομογενοποιούμε. Δεν είναι όλα τα ίδια και δεν πρόκειται να αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο απέναντι στην ψηφιοποίηση της επικοινωνίας. Για παράδειγμα, χώρες όπως η Σοβιετική Ένωση, ή η Ανατολική Γερμανία δεν άντεξαν το βάρος της εξάπλωσης των νέων τεχνολογιών και αναπόφευκτα κατέρρευσαν μέσα σε ένα νέφος πολυφωνίας. Από την στιγμή που ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ έλαβε την απόφάση να άρει τα περισσότερα μέτρα λογοκρισίας στον τύπο και στην τηλεόραση, στα τέλη του 1987, οι ημέρες της Σοβιετικής Ένωσης ήταν μετρημένες. Και φανταστείτε ότι αυτό συνέβη πριν την εμπορική εμφάνιση του Ίντερνετ, στα τέλη του 1989.

Σήμερα, κάποια ολοκληρωτικά καθεστώτα φαίνονται πιο ανίσχυρα απέναντι στο νέο επικοινωνιακό περιβάλλον απ’ ότι κάποια άλλα. Για παράδειγμα, η Κίνα, η Ινδονησία, η Κούβα, αλλά και το Ιράν, δείχνουν πως έχουν καταλάβει τον κίνδυνο, και προσπαθούν να εντάξουν τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης στο σύστημά τους με σκοπό να αποφύγουν την κατάρρευση του κοινωνικού συμβολαίου. Αντίθετα, χώρες όπως η Λιβύη, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Μπουτάν και η Βόρεια Κορέα φαίνονται ότι είναι αποφασισμένες να λάβουν δρακόντεια μέτρα προκειμένου να αντισταθούν στα μοντέλα εκδημοκρατισμού που προβάλλονται από τις νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πως σε όλες τις παραπάνω χώρες η διασύνδεση με το Ίντερνετ απαγορεύεται στους απλούς πολίτες σύμφωνα με τον νόμο. Στην Βόρεια Κορέα η παραβίαση της νομοθεσίας τιμωρείται με θάνατο, όπως και στο Αφγανιστάν, όπου –αξίζει να σημειωθεί– ακόμα και η κατοχή τηλεόρασης τιμωρείται με δημόσια εκτέλεση προς παραδειγματισμό.

Τέλος, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία ημι-ολοκληρωτικών καθεστώτων τα οποία τείνουν να χρησιμοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες προς όφελος των αντιδημοκρατικών στόχων τους. Τέτοια κράτη είναι η Σιγκαπούρη (όπου πρόσφατα η κυβέρνηση περήφανα ανακοίνωσε την ολοκλήρωση ενός προγράμματος ψηφιακού “φακελώματος” του συνόλου των σχεδόν 3 εκατομμυρίων πολιτών της χώρας), η Νότια Κορέα (όπου πέρσι ένα ανατριχιαστικό πρόγραμμα ηλεκτρονικής ταυτότητας καταψηφίστηκε την τελευταία στιγμή από το κοινοβούλιο με μικρή πλειοψηφία), η Τουρκία (η οποία σύμφωνα με τις διεθνείς οργανώσεις Privacy International και StateWatch είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα σε υποκλοπές συνδιαλέξεων πολιτών από τις αστυνομικές υπηρεσίες και υπηρεσίες ασφαλείας), αλλά και κράτη όπως το Κουβέιτ, η Σαουδική Αραβία, η Αλγερία και το Μεξικό.

Επιτρέψτε μου να συμπληρώσω επίσης πως το Ίντερνετ δεν είναι δυνατόν να περάσει στα χέρια οποιασδήποτε κυβέρνησης, διότι απλά η τεχνολογία του δεν το επιτρέπει σήμερα, αλλά και στο άμεσο μέλλον. Εάν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί το Ίντερνετ, οι πρώτες χώρες που θα έθεταν τέτοια προγράμματα ελέγχου σε λειτουργία δεν θα ήταν ολοκληρωτικά καθεστώτα, αλλά χώρες όπως η Βρετανία και η Αμερική, που μανιωδώς επιθυμούν να πατάξουν την ηλεκτρονική πορνογραφία.

«Θ.» Θα φτάσουμε πιστεύετε ποτέ στην Ελλάδα σε καταστάσεις ψηφιακής αστυνόμευσης;

Σ.Φ. Αυτή είναι η πιο εύκολη ερώτηση που μου έχετε θέσει μέχρι τώρα. Η απάντηση είναι ναι. Βεβαίως θα φτάσουμε· είναι θέμα χρόνου. Οι λόγοι είναι βασικά δύο, και έχουν σχεδόν εξολοκλήρου να κάνουν με την Ευρωπαϊκή Ένωση (E.E.): πρώτον, το κύμα των μεταναστών που καταφθάνει στην Ε.Ε. έχει σαν αρχική του αφετηρία την Ελλάδα. Αναγκαστικά, η Ε.Ε. έχει ήδη εκφράσει το ενδιαφέρον της να βοηθήσει την ελληνική αστυνομία να εξοπλιστεί κατάλληλα σε συστήματα και τεχνογνωσία ώστε να θωρακίσει τα ανατολικά σύνορα της εύπορης Δυτικής Ευρώπης. Δεύτερον, η ελληνική αστυνομία έχει ενταχθεί σε προγράμματα συνεργασίας, εκπαίδευσης και ανταλλαγής τεχνολογίας και τεχνογνωσίας με τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά αστυνομικά σώματα. Φυσικά, ένα μεγάλο μέρος των οικονομικών αναγκών που απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής αστυνομίας το έχουν αναλάβει οι Βρυξέλλες.

Όλα αυτά βέβαια θα γίνουν καθυστερημένα για δύο λόγους που έχουν να κάνουν με την ίδια την Ελλάδα: ένα, η γραφειοκρατική ελίτ της ελληνικής αστυνομίας αποτελείται από τεχνολογικά απαίδευτο προσωπικό και θα χρειαστεί αρκετό καιρό για να αλλάξει η τεχνοφοβική κουλτούρα του σώματος· και δύο, η Ελλάδα έχει εδώ και πολλά χρόνια τον χαμηλότερο δείκτη εγκληματικότητας στην Ε.Ε. και έναν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη, κάτι που αναμένεται να συνεχιστεί και στον επόμενο αιώνα. Άρα η ψηφιοποίηση της αστυνομικής λειτουργίας δεν απαιτείται τόσο άμεσα όσο σε άλλες χώρες.

«Θ.» Τελικά ο επικοινωνιακός πολιτισμός του παρόντος, αλλά και του μέλλοντος, δημιουργεί ρακοσυλλέκτες της πληροφορίας; Δηλαδή, το κοινό μέσα από ένα καταιγισμό πληροφοριών, που όμως είναι προσεκτικά επιλεγμένες, και χωρίς πολιτική ανάλυση και ιστορική σύνδεση μένει τελικά ελλιπώς ή στρεβλά ενημερωμένο;

Σ.Φ. Όχι. Ο επικοινωνιακός πολιτισμός δεν δημιουργεί το ανενημέρωτο κοινό. Το κοινό ήταν και παραμένει ανενημέρωτο από τον 16ο αιώνα, την εποχή δηλαδή που εμφανίστηκαν τα πρώτα συστηματικά μαζικά μέσα ενημέρωσης. Απλώς το διαιωνίζει. Πάντως, ας σημειωθεί εδώ ότι η άγνοια του κοινού για τα τεκταινόμενα είναι σήμερα πολλαπλά μικρότερη από αυτή του 1920, για παράδειγμα. Υπάρχουν αναφορές ότι δύο ολόκληρα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, υπήρχαν περιοχές της ΕΣΣΔ που δεν είχαν πληροφορηθεί για την αλλαγή της κυβέρνησης και την εκτέλεση της τσαρικής οικογένειας από τους Μπολσεβίκους. Ακόμα και το 1946, έναν χρόνο ύστερα από την συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας, περιοχές του Ειρηνικού ήταν ακόμα σε πόλεμο με τους εναπομείναντες Ιάπωνες στρατιώτες που είχαν αποβιβαστεί στα κατά τόπους νησιά. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο στις μέρες μας. Το κοινό είναι σαφώς πιο ενημερωμένο από ποτέ άλλοτε. Το πρόβλημα είναι ότι, εάν αναλογιστεί κανείς τις απεριόριστες δυνατότητες ενημέρωσης που προσφέρουν τα ΜΜΕ σήμερα, τότε είναι προφανές πως ο Δυτικός τηλεθεατής παραμένει ουσιαστικά απληροφόρητος. Το γράφω και στην Ανατρεπτική Τεχνολογία: ας προσπαθήσει ο αναγνώστης να θυμηθεί, ας πούμε, πότε ακριβώς και για ποιο λόγο ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ρουάντα που στοίχισε περισσότερους από 1 εκατομμύριο νεκρούς; Ελάχιστοι γνωρίζουν –και μιλάμε για την δεύτερη μεγαλύτερη γενοκτονία (σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της χώρας) στην πρόσφατη ιστορία (η πρώτη ήταν στο Ανατολικό Τιμόρ το 1975). Αυτή η απώλεια μνήμης είναι τραγική όταν αναλογιστεί κανείς τις δυνατότητες ενημέρωσης που προσφέρουν τα ΜΜΕ στα τέλη του 20ου αιώνα.

«Θ.» Έχετε αναφερθεί στο φαινόμενο της βιντεοεξέγερσης, όπου πολίτες με βιντεοκάμερες στο χέρι καταγράφουν άνομες πράξεις των οργάνων της τάξης. Γνωρίζετε για παρόμοια περιστατικά στην Ελλάδα, κι αν όχι γιατί απουσιάζουν;

Σ.Φ. Όταν έγραφα το βιβλίο έκανα λόγο για την αύξηση του αριθμού τέτοιων περιστατικών σε παγκόσμιο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Ελλάδας, που ως τότε είχε δει κάτι παρόμοιο μονάχα κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το 1973, όταν δεκάδες ερασιτεχνικές βιντεοκάμερες κατέγραφαν τις αγριότητες της αστυνομίας και του στρατού από τις πολυκατοικίες της οδού Πατησίων. Πάντως ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν περίμενα να συμβεί ένα παρόμοιο γεγονός τόσο γρήγορα. Ενώ το βιβλίο ήταν στα χέρια του εκδότη, παρουσιάστηκε το πρώτο περιστατικό βιντεομαρτυρίας, και μάλιστα στην Θεσσαλονίκη. Μιλώ βέβαια για το γνωστό “χουντο-βίντεο”, όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε από τον ελληνικό τύπο. Το βίντεο βέβαια τραβήχτηκε από ομοϊδεάτες συνάδελφους των ακροδεξιών αστυνομικών, και διέρρευσε κατόπιν στα τηλεοπτικά κανάλια, αλλά δεν παύει να αποτελεί μία αδιάψευστη και συνταρακτική μαρτυρία, τραβηγμένη με ερασιτεχνική κάμερα, που άλλαξε εντελώς το πολιτικό σκηνικό στην ελληνική αστυνομία και τον τρόπο με τον οποίο την βλέπει ο δημοκρατικός πολίτης. Φανταστείτε, για χρόνια ολόκληρα τώρα μετά την μεταπολίτευση, πολίτες, σωματεία και οργανώσεις κατάγγειλαν συχνά –αλλά δίχως να παρουσιάσουν ποτέ αποδείξεις– ότι υπάρχουν φασιστικές παρα-οργανώσεις που δρουν μέσα στους κόλπους της αστυνομίας. Όμως ποτέ δεν δόθηκε μεγάλη προσοχή από τον τύπο, τα ΜΜΕ ή την κυβέρνηση. Μάλιστα αν κάποιος εκσφενδόνιζε τέτοιες κατηγορίες κινδύνευε να κατηγορηθεί ως εξτρεμιστής. Αυτή τη φορά οι αποδείξεις είναι αδιάσειστες, κινούνται σε 24 «κορνίζες» το δευτερόλεπτο μπροστά στα μάτια όλων των ελλήνων τηλεθεατών. Κανείς δεν είναι πλέον σε θέση να αρνηθεί το γεγονός ότι η ελληνική αστυνομία τρέφει στους κόλπους της αντιδημοκρατικά στοιχεία.

Βέβαια, παρόμοια περιστατικά στην Ελλάδα σπανίζουν σε σχέση με χώρες όπως η Γαλλία, η Βρετανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ή η Ολλανδία. Λόγοι υπάρχουν πολλοί. Ένας από αυτούς έχει να κάνει με το γεγονός πως το ελληνικό κοινό έχει εκτεθεί λιγότερο στο σύγχρονο επικοινωνιακό περιβάλλον και άρα είναι περισσότερο διστακτικό στο να αναλάβει πρωτοβουλίες καταγράφοντας –αντί να καταναλώνει– εικόνες. Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτή τη στιγμή λιγότερες από 2.5 εκατομμύρια τηλεοπτικές συσκευές (δηλαδή αναλογία τηλεοράσεων/πληθυσμού σχεδόν 4.5 προς 1), ενώ στις ΗΠΑ, μια χώρα με 25πλάσιο πληθυσμό από την Ελλάδα, η ίδια αναλογία είναι σχεδόν 1 προς 1. Στην Βρετανία υπήρχε εθνικό τηλεοπτικό δίκτυο το 1932, σαράντα χρόνια πριν τις παρθένες εκπομπές της ΕΡΤ επί χούντας. Θα ήταν λοιπόν λίγο υπερβολικό να περιμέναμε από το ελληνικό τηλεοπτικό κοινό να συμπεριφερθεί με τον ίδιο τρόπο που συμπεριφέρεται το Βρετανικό ή το Αμερικανικό. Ένας άλλος λόγος για το φαινόμενο σχετικής απουσίας βιντεομαρτυριών στην Ελλάδα είναι το γεγονός ότι το προοδευτικό μέτωπο της χώρας, από τους πρώτους χριστιανοσοσιαλιστές του 19ου αιώνα έως και τους κομμουνιστές, αλλά και τους δημοκράτες-ανανεωτές της σημερινής εποχής, όλοι δηλαδή εκείνοι που είχαν και έχουν την βούληση να εκθέσουν τα όργανα της τάξης, υπήρξαν πάντοτε (και παραμένουν) εχθρικοί προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η τεχνοφοβία της ελληνικής αριστεράς είναι πραγματικά γραφική, και έχει αποβεί σημαδιακή στις κατά καιρούς ιστορικές ήττες και διχασμούς του κινήματος. Πιστεύω όμως ότι αυτό θα αλλάξει σύντομα, καθώς μια νέα γενιά εξοικειωμένη με το ψηφιακό περιβάλλον στελεχώνει τα διάφορα κινήματα που έχουν στόχο τον εκδημοκρατισμό των ελληνικών κρατικών υπηρεσιών. Το επόμενο ερασιτεχνικό βίντεο που θα συγκλονίσει την Ελλάδα θα μαρτυρά περίτρανα τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο μερικοί αστυνομικοί μεταχειρίζονται τους μετανάστες και τους τσιγγάνους στην χώρα μας. Δεν θα αργήσει να έρθει.

«Θ.» Η αμφίδρομη τηλεόραση τελικά θα είναι το τέλος της τηλεόρασης, σύμφωνα με την γνώμη σας τώρα;

Σ.Φ. Ναι, κάτι τέτοιο ίσως συμβεί στην Αμερική νωρίτερα από ό,τι ανέφερα στο βιβλίο. Πριν από μερικές ημέρες, ένας φίλος μου έφερε μία ανταπόκριση του Αλέξη Παπαχελά από τις ΗΠΑ (εφημερίδα Το Βήμα 28 Ιουνίου 1998, σελ.76) όπου αναφέρεται ότι οι τηλεθεατές των κεντρικών δελτίων ειδήσεων των τριών μεγάλων καναλιών (ABC, CBS, NBC) μειώθηκαν κατά 50% μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια. Οι τηλεθεατές στρέφονται αλλού, σε μοντέλα από-μαζικοποιημένης τηλεοπτικής προβολής, όπως η καλωδιακή τηλεόραση, η αμφίδρομη και, σύντομα, η δικτυωμένη τηλεόραση μέσω Ίντερνετ. Γι’ αυτούς που βρίσκονται στο επίκεντρο των συνταρακτικών εξελίξεων στην παγκόσμια τηλεοπτική βιομηχανία, ερωτήσεις του είδους “δηλαδή θα εκλείψει εντελώς η αναλογική τηλεόραση σε λίγα χρόνια;“ ακούγονται σαν κάποιος να αναρωτιέται το 1870 εάν το τηλέφωνο πρόκειται να σημάνει την περιθωριοποίηση ή και κατάργηση του τηλέγραφου!

«Θ.» Τι λόγους πιστεύετε ότι θα έχουν οι σημερινοί φορείς της εξουσίας –στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο– να επιτρέψουν την ψηφοφορία μέσω του Ίντερνετ ή γενικότερα μέσω τεχνολογίας, ώστε να έχουμε μια δημοκρατία σε συνθήκες απόλυτης αναλογικής, και κατάργηση της σημερινής διακυβέρνησης από μια ολιγαρχία, όπως αναφέρετε στο βιβλίο σας;

Σ.Φ. Η απάντηση εδώ είναι απλή: εκ των πραγμάτων δεν υπάρχει άλλη λύση. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία όπως την γνωρίζουμε περνάει την μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της. Η κρίση αυτή ακούει στο όνομα αποχή. Όλο και μεγαλύτερες εκλογικές μάζες γυρίζουν την πλάτη τους στην πολιτική σπονδυλική στήλη της δημοκρατίας: την ενεργό ψηφοφορία. Πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στην Γερμανία, στην Βρετανία, στην Γαλλία, στην Σουηδία (για να μην αναφέρουμε την βασίλισσα της αποχής Αμερική), έχουν παρουσιάσει σε ορισμένες περιοχές αποχή έως και 92%, και σε εθνικό επίπεδο ακόμα και 71%. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, ένα επίσημο δημοψήφισμα στην Πορτογαλία με θέμα την νομιμοποίηση ή όχι των εκτρώσεων σημείωσε αποχή 68% και αναγκαστικά κηρύχθηκε άκυρο. Στην Ελλάδα, ακόμα και με υποχρεωτική ψηφοφορία, ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους απέχει ή ρίχνει λευκό στην κάλπη. Όταν η νομοθεσία αλλάξει, μετά την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής ενοποίησης (δεν γίνεται ο Φιλανδός πολίτης της Ε.Ε. να έχει το δικαίωμα να απέχει από τις Ευρωεκλογές και ο Έλληνας να μην το έχει) τα ποσοστά αποχής στην Ελλάδα θα ξαφνιάσουν. Η μοναδική λύση που προσφέρεται στους πολιτικούς είναι να καταστήσουν την ψηφοφορία πιο εύκολη στον πολίτη, μια λύση που προσφέρεται από τα σύγχρονα ψηφιακά συστήματα. Οι περισσότεροι πολιτικοί γνωρίζουν, και δεν χρειάζονται εμένα για να τους το πω, ότι εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο η κοινοβουλευτική δημοκρατία σε Δύση και Ανατολή θα βρεθεί προ του τέλους. Είναι σημαντικό αυτό και πρέπει να το τονίσω: η δημοκρατία όπως την γνωρίζουμε σήμερα, ή θα δικτυωθεί ή θα πεθάνει. Από την στιγμή που η δημοκρατική διαδικασία δικτυωθεί, όλα πλέον θα είναι δυνατά και θα εξαρτηθούν από το πολιτικό κλίμα της εποχής· πάντως είναι γεγονός πως οι δημοκρατικές κατακτήσεις γεννούν δίψα για περισσότερη δημοκρατία.

«Θ.» Ποιοι είναι οι σημερινοί επιστήμονες της επικοινωνιολογίας, φιλοσοφίας, κοινωνικών επιστημών, κλπ, των οποίων την άποψη ενστερνίζεστε; Πόσο έχουν επηρεάσει το βιβλίο σας;

Σ.Φ. Οι περισσότεροι από τους θεωρητικούς που ακολουθούν είναι δυστυχώς άγνωστοι στην Ελλάδα. Εξαίρεση αποτελεί ο Αμερικάνος μελλοντολόγος Άλβιν Τόφλερ, συγγραφέας του Σοκ του Μέλλοντος, του Τρίτου Κύματος, του Κραχ, του Πόλεμος και Αντιπόλεμος και άλλων. Ακολουθεί ο Ράσσελ-Νιούμαν, από τα μεγάλα κεφάλια του ΜΙΤ, τα βιβλία του οποίου (Το Μέλλον του Μαζικού Κοινού και ο Γόρδιος Δεσμός) παραμένουν αμετάφραστα στην Ελλάδα. Επίσης θα αναφέρω συγγραφείς όπως ο πρώην χάκερ και νυν δημοσιογράφος Μπρους Στέρλινγκ (αν και παραμένει αμετάφραστος, είναι σίγουρα γνωστός σους ηλεκτρονικούς κύκλους στην Ελλάδα) και ο συγγραφέας και μια εποχή απεσταλμένος της εφημερίδας Μπόστον Γκλόουμπ στην ΕΣΣΔ, Σ. Σέιν (Αποσυναρμολογώντας την Ουτοπία: Πως η Πληροφόρηση Κατέστρεψε την Σοβιετική Ένωση –αμετάφραστο στην Ελλάδα). Τέλος, όσων αφορά την πολιτική διάσταση των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης, λίγοι σύγχρονοι φιλόσοφοι είναι τόσο τίμιοι με το αναγνωστικό κοινό τους και τόσο διορατικοί όσο ο –ευτυχώς γνωστός στην Ελλάδα– Νόαμ Τσόμσκι. Όλοι οι παραπάνω μου δίδαξαν ότι μια σε βάθος ανάλυση και ερμηνεία των ανθρώπινων κοινωνιών δεν αξίζει πολλά πράγματα εάν δεν βασίζεται στην επιθυμία του αναλυτή να συμβάλλει σε ένα καλύτερο αύριο.

«Θ.» Ποια είναι η γνώμη σας για το Ίντερνετ και ειδικότερα για την κατάστασή του στην Ελλάδα; Θα το προλάβουμε αυτό το “τραίνο”; Ποιον ιδιαίτερο δρόμο πρέπει να ακολουθήσει η χώρα για να προβάλει τα δυνατά της στοιχεία στο παγκόσμιο χωριό; Το έχει ήδη κάνει; Και αν όχι, γιατί;

Σ.Φ. Λαμβάνοντας υπόψη το μικρό μέγεθος της χώρας, το Ίντερνετ στην Ελλάδα έχει γενικά ευνοϊκή ανάπτυξη μέχρι στιγμής, και η Ελληνική παρουσία στο παγκόσμιο διαδίκτυο αυξάνεται συνεχώς. Βεβαίως απέχουμε πολύ από τις υπερκαλωδιωμένες χώρες της βόρειας Ευρώπης, όπως την Σουηδία και την Ισλανδία (η τελευταία αποτελεί την πιο καλωδιωμένη χώρα στον κόσμο). Ένας λόγος γι’ αυτό, και λυπάμαι που το λέω, έχει να κάνει με το γεγονός πως η κρατική παρέμβαση έχει παραμείνει στο ελάχιστο. Στους τομείς που ελέγχονται το κράτος, όπως η εκπαίδευση και οι δημόσιες βιβλιοθήκες, οι υπολογιστές (και δεν μιλάω καν για το Ίντερνετ) σπανίζουν. Πάντως, υπάρχουν μερικά πράγματα τα οποία πρέπει να έχει υπόψη του το Ελληνικό κράτος εάν πρόκειται να επιβιώσει στο παγκόσμιο διαδίκτυο. Κατ’ αρχήν το μέγεθος της χώρας δεν μετράει ιδιαίτερα· ακόμα και μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα μπορεί να πρωτοστατήσει στο ψηφιακό περιβάλλον εάν κάνει τους σωστούς χειρισμούς. Αυτό δείχνει να καταφέρνει μέχρι στιγμής η ελεύθερη Κύπρος, η οποία εξελίσσεται ραγδαία σε έναν στρατηγικό τηλεπικοινωνιακό κόμβο στην ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή. Ακολουθώντας αυτό το παράδειγμα, η Ελλάδα θα μπορούσε να αναπτύξει τις τηλεπικοινωνιακές δυνατότητες της Κρήτης, η οποία βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της ανατολικής Μεσογείου, καθώς και της Θράκης, το γεωπολιτικό σταυροδρόμι ανάμεσα σε Ευρώπη και Ασία.

Η δύναμη της Ελληνικής φωνής στο Ίντερνετ θα μπορούσε να πολλαπλασιαστεί με την βοήθεια των εκατομμυρίων ομογενών. Είναι εντυπωσιακό αλλά στο Ίντερνετ έχω ανακαλύψει ελληνικά χωριά στην Βραζιλία, έλληνες δημοτικούς συμβούλους στην Αλάσκα και ερευνητές στην Ιαπωνία, Ελληνικές ιεραποστολές στο Σουδάν, μαγαζάτορες στα νησιά Φίτζι, και ξενιτεμένους φοιτητές στο Ουζμπεκιστάν. Όλες αυτές οι Ελληνικές φωνές μπορούν, όταν χρειαστεί, να δημιουργήσουν ένα σύμπλεγμα στο ψηφιακό χωριό προβάλλοντας την Ελληνική άποψη σε κάθε γωνιά του κόσμου –κάτι που συνέβη περίτρανα κατά την διάρκεια της διεκδίκησης από την Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Αυτό που χρειάζεται είναι ο κατάλληλος συντονισμός με την βοήθεια της Ελληνικής κυβέρνησης. Χρειάζονται βέβαια χρήματα και οι κατάλληλοι άνθρωποι, τους οποίους δυστυχώς η αιώνια ανοργάνωτη Ελλάδα αδυνατεί να κρατήσει μέσα στα σύνορά της.

«Θ.» Τελικά δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε το μέλλον; Είναι μια παγίδα, όπως λέτε, και γιατί;

Σ.Φ. Πράγματι, το μέλλον είναι μια παγίδα. Δεν κρύβεται μπροστά μας πίσω από νεφελώδη παραπετάσματα και λαβυρινθώδη μονοπάτια, αλλά βρίσκεται εδώ, γύρω μας. Εμείς φτιάχνουμε το μέλλον μας και γι’ αυτό στο κάτω-κάτω δεν πρόκειται να μας επιφυλάξει τίποτα που να μην το προξενήσαμε εμείς οι ίδιοι. Γι’ αυτό το μόνο που πρέπει να εμπιστευόμαστε είναι το παρόν. Εάν προσέξουμε, η δημιουργία σωστών προϋποθέσεων σήμερα θα είναι η πιο ασφαλής διαβεβαίωση για ένα καλύτερο αύριο.

© 1998 εφημερίδα Θεσσαλονίκη
© 1998 Σήφης Φιτσανάκης

8/10/06

Η Επόμενη Μέρα

Το blog αυτό το ξεκίνησα χθες. Βρίσκεται ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Ας είναι. Γράφω για τις υποσχέσεις της τεχνολογίας εδώ και δέκα χρόνια. Κι όμως, έπρεπε το blogging να σπάσει το φράγμα του ήχου για ν’ ασχοληθώ επιτέλους κι εγώ μαζί του. Γιατί πάντοτε πρέπει εμείς οι «θεωρητικοί» να πιανόμαστε στον ύπνο; Ο κόσμος τρέχει κι εμείς ακόμη αναλωνόμαστε με τις ειδήσεις της χθεσινής ημέρας. Δε βαριέσαι. Τουλάχιστο μας χωρίζει η απαραίτητη «ιστορική απόσταση» από την επικαιρότητα...

Τώρα που γράφω, το τεράστιο τραπέζι του γραφείου μου είναι γεμάτο στοίβες βιβλίων κι επιθεωρήσεων –επιστημονικών και μη. Αναρωτιέμαι μήπως τελικά οι χάρτινοι αυτοί πύργοι του Άιφελ μου κρύβουν τη θέα. Μήπως σε τελευταία ανάλυση τα γεγονότα πίσω από τους πύργους είναι εκείνα που μετράν; Γιατί, ας μη γελιόμαστε, όταν οι σοφοί έδειχναν τον ορίζοντα εμείς χαζεύαμε τους πύργους, όπως καταρρέανε. Τώρα ο ουρανός της μεγαλούπολης του αμερικανικού imperium είναι πιο ανοιχτός. Βλέπουμε όμως πέρα απ’ τη μύτη μας, ακόμα και σ’ απλωμένους ορίζοντες;

Αναλογιζόμενος τα όσα έχω γράψει κι έχω πει μέχρι σήμερα, δεξιά κι αριστερά, σε συνεντεύξεις, άρθρα και βιβλία, διακρίνω μια κοινή παράμετρο: τη δυσπιστία μου προς τους «ειδικούς», εκείνους που υποτίθεται πως αγναντεύουν καλύτερα το μέλλον και συμβουλεύουν κι εμάς τους υπόλοιπους για το τι μέλλει γενέσθαι. Ε, λοιπόν το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι τους πιστεύει –ότι ακούει τους «ειδικούς» της. Εμπιστεύεται τις γνωματεύσεις όλων εκείνων των αυτοχειροτόνητων εμπειρογνωμόνων που μονοπωλούν τον λεγόμενο «ποιοτικό» τύπο της χώρας. Δε χρειάζεται να είναι κανείς παντογνώστης για να διαπιστώσει την έκταση της έντυπης αρλούμπας που γεμίζει καθημερινά τα ελληνικά οκτασέλιδα. Θυμάμαι ακόμα τις αμέτρητες αναλύσεις που διάβαζα το 1991, που διαβεβαίωναν πως «μαζί με τη Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε και η στρατηγική σημασία της Τουρκίας για τους Αμερικανούς». Κι όμως, στη σημερινή «αντιτρομοκρατική» μας πραγματικότητα, το μουσουλμανικό μεγαθήριο που ονομάζεται Τουρκία παίζει τον ισχυρότερο γεωστρατηγικό ρόλο της ιστορίας της από την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Θυμάμαι την υστερία των αρθρογράφων στα χρόνια της «μακεδονομαχίας» του 1992-1995, όταν στρατιές ολόκληρες ακαδημαϊκών και λοιπών «ειδημόνων» είχαν βαλθεί να υπερασπίσουν τη μοίρα της «βόρειας της σάρισας του ελληνικού πολιτισμού». Τελικά το μόνο που κατάφεραν είναι να μετατρέψουν ένα φυσικό ελληνικό προτεκτοράτο σ’ ένα ακόμα καχύποπτο και μισελληνικό γειτονικό κράτος.

Γι’ αυτό και με πιάνουν τα γέλια όταν ακούω πως «θα λύσουμε το Κυπριακό». Με τι κότσια; Εδώ δεν καταφέραμε να υπερισχύσουμε μιας απελπισμένης χώρας πεινασμένων «Σλαβομακεδόνων», θα μπορέσουμε ν’ αποτρέψουμε την εμπέδωση του παντουρκισμού στην ταλαίπωρη Κυπριακή μεθόριο; Μία ευκαιρία είχαμε να ξεμπλοκάρουμε το «χρυσοπράσινο φύλο» από τη λαβή του Αττίλα, και την πετάξαμε κι αυτή στη θάλασσα. Αντί να μπούμε στο παιχνίδι και στη συνέχεια να κάνουμε τις απαραίτητες στρατηγικές κινήσεις με στόχο το «σαχ-ματ», αφεθήκαμε πάλι στους «ειδικούς», που με υστερισμούς, κλάματα και πολιτικούς αναθεματισμούς μας πήραν για μια ακόμα φορά στο λαιμό τους. Αντί το σχέδιο Ανάν να θεωρηθεί ως το –οπωσδήποτε ατελές, πλην ελπιδοφόρο– ξεκίνημα ενός δίκαιου εθνικού αντιπερισπασμού, ποδοπατήθηκε από τη δαιμονοπαθή τυραννία της «λαϊκής πλειοψηφίας».

Κάπως έτσι, στραβοπάτημα στο στραβοπάτημα, βρεθήκαμε εδώ, στο δεύτερο μισό της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Κι ενώ οι Αμερικανοί ετοιμάζουν τις πρώτες στρατιωτικές τους διεισδύσεις σε κοντινούς πλανήτες, εμείς ασχολούμαστε ακόμα με το τζαμί στην Αθήνα και την αναδιάρθρωση της Ολυμπιακής. Αυτοί είμαστε. Και γι’ αυτό είμαστε εκεί που είμαστε.

1/10/06

Εκτενές Βιογραφικό

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ του Πολυτεχνείου. Μεγάλωσα στην Κρήτη κι ανδρώθηκα στην Αγγλία. Κουβαλάω μαζί μου και τις δύο. Το ψωμί μου το βγάζω στη χώρα των μεταναστών, την Αμερική. Είμαι ένας απ’ αυτούς που περιγράφει ο όρος «ξενιτεμένοι Έλληνες», αν και συχνά αναρωτιέμαι μήπως τελικά είναι η Ελλάδα που έχει ξενιτευτεί, κι όχι εμείς.

Το πρώτο μου βιβλίο (Ανατρεπτική Τεχνολογία, εκδόσεις Καλέντη, 1998) το έγραψα στα 22 μου. Από τότε έχω δημοσιεύσει αμέτρητα άρθρα και μελετήματα, έχοντας συνεργαστεί με έντυπα σε Ελλάδα, Ευρώπη κι Αμερική. Παράλληλα έχω μαζέψει ένα κάρο πτυχία κι ακαδημαϊκές εμπειρίες, κυρίως στις πολιτικές επιστήμες. Αλλά τη μεγαλύτερη ηδονή τη δοκιμάζω ακόμα όταν προκαλώ γράφοντας και προκαλούμαι διαβάζοντας.

Σπούδασα επικοινωνιολογία και ιστορία της τέχνης στο Exeter College. Συνέχισα τις σπουδές μου στο τμήμα Κοινωνικών Ερευνών του πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ, όπου και υπήρξα ο πρώτος ξένος προπτυχιακός φοιτητής του ιστορικού Κέντρου Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών (Centre for Contemporary Cultural Studies), βλαστό των πρωτοπόρων κοινωνιολόγων Stuart Hall και Raymond Williams. Εξειδικεύτηκα στην κοινωνιολογία των μέσων ενημέρωσης και στις πολιτικές επιπτώσεις της ψηφιακής επικοινωνίας. Πραγματοποίησα την πτυχιακή μου διατριβή πάνω στην «ψηφιακή δημοκρατία». Αποφοίτησα λαμβάνοντας το υψηλότερο πτυχίο του τμήματος και αποσπώντας συγχρόνως μια από τις δώδεκα υποτροφίες του Συμβουλίου Οικονομικής και Κοινωνικής Έρευνας της Βρετανίας. Ξεκίνησα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στο τμήμα Επιστήμης και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, όπου και πραγματοποίησα τη μεταπτυχιακή μου διατριβή πάνω στη χρησιμοποίηση κατασκοπευτικών ψηφιακών τεχνολογιών από τις αστυνομικές και μυστικές υπηρεσίες ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας. Κατόπιν απέσπασα τριετή υποτροφία, ξανά από το Συμβούλιο Οικονομικής και Κοινωνικής Έρευνας, και μεταπήδησα στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, όπου και άρχισα τη συγγραφή της διδακτορικής μου διατριβής, στην οποία εστιάστηκα στις πολιτικές επιπτώσεις της κατασκοπείας, ιδιαίτερα δε των τηλεφωνικών υποκλοπών, στην ψηφιακή εποχή.

Από το 1998 ζω μόνιμα στις ΗΠΑ, όπου δουλεύω ως ερευνητής και καθηγητής. Την εποχή αυτή, παράλληλα με τη συγγραφή, εργάζομαι ως επίκουρος καθηγητής στο πρόγραμμα Πληροφοριών και Εθνικής Ασφάλειας του πανεπιστημίου Coastal Carolina University στις ΗΠΑ. Έως το 2014, εργαζόμουν ως επίκουρος καθηγητής και διευθυντής του προγράμματος Ασφάλειας και Πληροφοριών στο τμήμα Ιστορίας και Πολιτικών Επιστημών του King University στις ΗΠΑ. Παράλληλα διεύθυνα το Ινστιτούτο Σπουδών Ασφάλειας και Πληροφοριών στο King. Διδάσκω μαθήματα με θέματα όπως την ιστορία και πολιτική της κατασκοπίας, τις πολιτικές επιπτώσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, την ιστορία του Ψυχρού Πολέμου, καθώς και για τον αποκαλούμενο «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία». Κάποια από τα πιο πρόσφατα κείμενά μου στα αγγλικά βρίσκονται εδώ.

Έχοντας περάσει τη μισή μου ζωή μέσα σε πανεπιστήμια διαφόρων χωρών, γνωρίζω καλά τη σοφία που περικλείουν. Όπως γνωρίζω κι ότι η σοφία αυτή παραμένει συχνά απομονωμένη απ’ όλους όσους πραγματικά τη χρειάζονται. Γι’ αυτό γράφω. Και γι’ αυτό επιζητώ το διάλογο μέσα από το χαοτικό και ανεξέλεγκτο –για την ώρα, αλλά για πόσο ακόμα;– Ίντερνετ. Ξεκίνησα αυτό το blog όχι τόσο για να δημοσιεύω –άλλωστε τα άρθρα μου δημοσιεύονται αλλού– αλλά για να συγκεντρώσω εδώ τα όσα γράφω και ν’ ανοίξω διάλογο με τους αναγνώστες –ιδιαίτερα εκείνους που διαφωνούν. Γιατί, όπως είχε πει παλιά κι ένας Γερμανός, το ζουμί της όλης υπόθεσης βρίσκεται στην αντίθεση.

Αφήστε τα ηλεκτρονικά σας ίχνη γράφοντας εδώ κάποιο σχόλιο. Ή στείλτε μου ημέιλ στη διεύθυνση «fitsanakis "παπάκι" gmail.com».