24/10/06

Συνέντευξη στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη

Η συνέντευξή μου αυτή τυπώθηκε στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη στις 16 Ιουλίου 1998, στις σελίδες 42-44. Τη μεταφέρω εδώ διότι σε σχέση με άλλες συνεντεύξεις που έχω παραχωρήσει στην Ελλάδα είναι αρκετά περιεκτική. Ακόμα, μου αρέσουν οι ερωτήσεις της δημοσιογράφου, που προφανώς γνωρίζει τι λέει και πως το λέει.

«Θ.» Έχετε σπουδάσει επικοινωνιολογία, ιστορία της τέχνης, κοινωνικές έρευνες, κοινωνιολογία των ΜΜΕ, και τώρα εκπονείτε την διατριβή σας στις πολιτικές επιπτώσεις της τηλεματικής, ψηφιακής και αμφίδρομης τηλεόρασης, του Ίντερνετ και της δορυφορικής επικοινωνίας. Αν υποθέσουμε ότι οι σπουδές ενός ανθρώπου αντικατοπτρίζουν και τα ερωτήματά του για τα θέματα που τον ενδιαφέρουν, ποια θα λέγατε ότι είναι η βασική σας απορία για την υπάρχουσα κατάσταση της ανθρωπότητας; Σε ποιο ερώτημα προσπαθείτε να δώσετε απάντηση;

Σ.Φ. Μικρός είχα την τύχη να διαβάσω το Τρίτο Κύμα του Άλβιν Τόφλερ, ένα βιβλίο που στην κυριολεξία αποκωδικοποιεί το μέλλον της ανθρωπότητας. Από τότε έχω βαθιά μέσα μου ριζωμένη την άποψη πως όλοι εμείς που θα μεταφέρουμε την σκυτάλη της ανθρώπίνης φυλής στον 21ο αιώνα ζούμε σε μια εποχή που θα χαρακτηριστεί από μια σειρά κοσμοϊστορικών ως προς την σημασία τους και απρόβλεπτων ως προς την εμφάνισή τους εξελίξεων –αρνητικών και θετικών. Αυτά βεβαίως τα έχουν πει κι άλλοι πριν από εμένα. Το υποτιθέμενο πέρασμα της κοινωνίας μας σε κάποιο νέο οργανωτικό στάδιο –είτε αυτό ονομάζεται μεταβιομηχανική εποχή, είτε μεταμοντέρνα εποχή, είτε μετα-καπιταλισμός, είτε κοινωνία της πληροφορίας (information society) η ακόμα και μαρξισμός– έχει αναγγελθεί περισσότερες από 200 φορές από την αρχή του αιώνα από μυριάδες θεωρητικούς. Εκεί που διστάζουν οι περισσότεροι είναι μπροστά στο ερώτημα: «σύμφωνοι, δραματικές εξελίξεις έρχονται, αλλά πως μπορούν να προβλεφθούν ώστε να είμαστε προετοιμασμένοι»; Αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα το οποίο επιχειρώ να απαντήσω εδώ και αρκετά χρόνια. Το ερώτημα βέβαια είναι δύσκολο, και λίγοι θεωρητικοί υπήρξαν αρκετά γενναίοι ώστε να το αντιμετωπίσουν κατάματα. Ένας από αυτούς, για παράδειγμα, ήταν ο Κάρολος Μαρξ ο οποίος, πέρα από την ερμηνεία του πρωτο-βιομηχανικού οικονομικού συστήματος ανέπτυξε τις απόψεις του για το τι θα συνέβαινε στο μέλλον. Ως τώρα όμως δεν έχει επαληθευτεί από τα γεγονότα, αν και η κρίση των οικονομιών της ανατολικής Ασίας –αν επεκταθεί– τον επαναφέρει ίσως στην επικαιρότητα.

«Θ.» Σε όλη τη διάρκεια των σπουδών σας και ακόμη και σήμερα, ζείτε έξω, μακριά από την Ελλάδα. Σκοπεύετε να επιστρέψετε εδώ;

Σ.Φ. Κεντρική προϋπόθεση της έρευνάς μου είναι να βρίσκομαι εκεί όπου σηματοδοτούνται οριακές εξελίξεις στον τομέα της επικοινωνιακής κουλτούρας. Η αναζήτησή μου με οδήγησε σε ερευνητικά κέντρα στην Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, απ’ όπου μου δίνεται η δυνατότητα να διακρίνω το μέλλον του επικοινωνιακού περιβάλλοντος καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο μέρος του πλανήτη, με εξαίρεση ίσως την Ιαπωνία. Ο λόγος λοιπόν που δεν βρίσκομαι στην Ελλάδα είναι απλά διότι τέτοιες οριακές εξελίξεις δεν διαφαίνονται προς το παρόν στον ορίζοντα. Παρ’ όλ’ αυτά όσο μακριά κι αν βρεθώ από την Ελλάδα, νοιώθω πως την εκπροσωπώ και πως κάποια μέρα θα μπορέσω να συμβάλω σε κάτι πρωτοποριακό στην πατρίδα μου. Πιστεύω ότι στην περίπτωση που στην Ελλάδα επιχειρηθεί να δημιουργηθεί ένα νέο ερευνητικό κέντρο που θα έχει την δυνατότητα να πρωτοστατήσει στον τομέα της κοινωνιολογίας και πολιτικής της επικοινωνίας, θα σκεφτόμουν σοβαρά να επιστρέψω για να βοηθήσω.

«Θ.» Ποια κατά τη γνώμη σας είναι η υπάρχουσα επικοινωνιακή κατάσταση στην Ελλάδα; Σε ποια θέση βρισκόμαστε στον παγκόσμιο χάρτη των επικοινωνιών; Πιστεύετε ότι οι ιδιαιτερότητες που έχει η χώρα μας (γεωπολιτική θέση, οικονομική κατάσταση, μεσογειακός τρόπος ζωής, κλπ) την τοποθετούν σε διαφορετική θέση από τις λεγόμενες βόρειες οικονομικά ισχυρές χώρες; Και αν ναι, σε ποια;

Σ.Φ. Όσον αφορά την θέση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα στον παγκόσμιο επικοινωνιακό χάρτη, εξαρτάται με τι συγκρίνουμε τους εαυτούς μας. Για παράδειγμα, σε σχέση με τις διακόσιες και πλέον χώρες του κόσμου, η Ελλάδα βρίσκεται πολύ ψηλά, γύρω στην 25η θέση. Όσο και αν εμείς οι έλληνες παραπονούμαστε συνεχώς, η Ελλάδα δεν παύει να είναι μια χώρα του πρώτου κόσμου, με σχετικά εξελιγμένα τηλεφωνικά, τηλεοπτικά, και ηλεκτρονικά δίκτυα πληροφόρησης, αλλά και με το απαραίτητο οικονομικό υπόβαθρο για να αναπτύξει –αργά ή γρήγορα– μια πληροφοριακή οικονομία (information economy). Συγκρινόμενοι όμως με τις προηγμένες χώρες της Δύσης, βρισκόμαστε αρκετά πίσω, σχεδόν στην τελευταία θέση. Οι λόγοι είναι πολλοί. Καταρχήν ας μην ξεχνάμε πως, η Ελλάδα είναι γεωγραφικά απομακρυσμένη από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βρισκόμαστε στην περιφέρεια, και όχι στο κέντρο, και έτσι χρειάζονται έξτρα ηλεκτρονικά δίκτυα για να μας συνδέσουν με την κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Χώρες όπως η Αυστρία, η Ελβετία, ή ακόμα και η Τσεχία (αν και όταν εισέλθουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση) είναι σε πολύ πιο ευνοϊκή θέση απ’ ότι εμείς.

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Ας πάρουμε για παράδειγμα το τηλεοπτικό δίκτυο. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση διότι είναι κατά 80% περίπου χώρα ορεινή. Το ιδανικό γεωγραφικό σκηνικό για ένα οργανωμένο τηλεοπτικό δίκτυο είναι μια κυκλοειδής χώρα με βουνά περίπου στο κέντρο, απ’ όπου να μπορεί κανείς να εκπέμψει δυνατά τηλεοπτικά σήματα. Δυο τέτοιες χώρες είναι η Γαλλία και η Λευκορωσία. Αντίθετα, χώρες με περίεργο σχήμα, όπως η Χιλή, ή με πολλά νησιά, όπως η Ελλάδα και οι Φιλιππίνες αντιμετωπίζουν προβλήματα. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν ολόκληρες περιοχές, όπως η Δυτική Κρήτη, μέρη της Πελοποννήσου, της βόρειας Μακεδονίας και Θράκης, αλλά και τα περισσότερα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, που δεν λαμβάνουν τηλεοπτικά σήματα καλής ποιότητας κατά διαστήματα, πολλές φορές για μήνες ολόκληρους. Αυτός είναι ο λόγος που, ας πούμε, οι Πομάκοι της βόρειας Ελλάδας, ή οι κάτοικοι της Μυτιλήνης, της Σάμου και της Χίου, παρουσιάζον υψηλή τηλεθέαση τουρκικής τηλεόρασης, τα σήματα της οποίας είναι δυνατότερα από τα αντίστοιχα Ελληνικά. Για μια χώρα όπως την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται σε συνεχείς διπλωματικές ρήξεις με γειτονικές χώρες, είναι επικίνδυνο να μην ορίζει αποφασιστικά τον επικοινωνιακό της χώρο. Η παράλειψη αυτού του στρατηγικής σημασίας τομέα θα μπορούσε να αποδειχτεί μοιραία. Θυμηθείτε ότι κατά την διάρκεια της κρίσης στα Ίμια, τα Ελληνικά κανάλια ήταν στην κυριολεξία εξαρτημένα από την Τουρκική τηλεόραση, η οποία αποδείχτηκε πολύ πιο δυναμική στην κάλυψη της παρ’ ολίγο συμπλοκής. Από επικοινωνιακής πλευράς, η Τουρκία κέρδισε τις εντυπώσεις κατά τη διάρκεια εκείνης της κρίσης. Αργότερα βέβαια, η Κύπρος «κέρδισε» την επικοινωνιακή σύρραξη κατά την κρίση στην πράσινη γραμμή, όταν σε όλα τα δελτία ειδήσεων του κόσμου προβλήθηκε ως πρώτο θέμα η εκτέλεση του νεαρού Ελληνοκύπριου πάνω στον ιστό της σημαίας.

«Θ.» Έχετε γράψει πως σας ενδιαφέρει «η αντιπαράθεση μιας ολοκληρωμένης άποψης σε όλους όσους καταδικάζουν με ευκολία την παρουσία της επικοινωνιακής τεχνολογίας στην σημερινή κοινωνία». Τελικά εσείς πιστεύετε ότι η σημερινή και οι μελλοντικές κοινωνίες θα καταφέρουν να κυριαρχήσουν πάνω στον έλεγχο που η εξουσία επιθυμεί να τους ασκήσει;

Σ.Φ. Το ερώτημα αυτό είναι σημαντικό, και είναι απαραίτητο να είναι κανείς ξεκάθαρος όσον αφορά τις απόψεις του: ακόμα και οι ηπιότερες μορφές πολιτικής εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, δημιουργούν αναπόφευκτα μια σχετικά μικρή ομάδα ανθρώπων που αρέσκονται στο να συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλο και περισσότερη πολιτική δύναμη. Δεν μιλώ εδώ για τους πολιτικούς –αυτοί έρχονται και φεύγουν– μιλώ για τους γραφειοκράτες, οι οποίοι δεν εκλέγονται από τους πολίτες. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά ακόμα και στις πιο πετυχημένες καπιταλιστικές οικονομίες, όπως εκείνη της Γερμανίας, ή του Καναδά. Ο λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι απλός: όπως και στην αρχαία Ελλάδα, η γραφειοκρατία είναι η καρδιά του σύγχρονου δυτικού κράτους, διότι αποτελεί τον μηχανισμό εκείνο που επιτρέπει στο κράτος να συλλέγει πληροφορίες, να τις αναλύει και κατόπιν να δρα ανάλογα. Όμως, οι νέες τεχνολογίες της επικοινωνίας αλλάζουν τα δεδομένα οργάνωσης της πληροφορίας, αλλάζουν τις δομές δικτύωσης, σκέψης, ανάλυσης και, κατά συνέπεια, δράσης. Είναι σαν μια ανεμοθύελλα στην Σαχάρα που κανείς δεν γνωρίζει ποιες πέτρες θα έχει σκεπάσει και ποιες θα έχει αφήσει ακάλυπτες σαν καταλαγιάσει. Σε 15 χρόνια από σήμερα, το νέο πολιτικό σκηνικό, καθώς και οι σχέσεις εξουσίας-πολίτη θα έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό που θα είναι αγνώριστες.

«Θ.» Τελικά η πληροφοριακή αποκέντρωση που προσφέρει η σημερινή τεχνολογία, λειτουργεί αποτρεπτικά για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα ή υποβοηθά στην δημιουργία ενός νέου ολοκληρωτισμού που θα στηρίζεται ακόμη πιο πέρα στην εκμετάλλευση των μέσων από τους λίγους για να εξουσιάζουν τους πολλούς; Είναι σίγουρο ότι ο κρατικός έλεγχος δεν θα πάρει στα χέρια του ακόμη και τα πιο αποκεντρωτικά μέσα, όπως το Ίντερνετ, ενώ βλέπουμε ότι ήδη έχει εκδηλώσει τάσεις προς την κατεύθυνση αυτή;

Σ.Φ. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο. Ακόμα και το άμεσο μέλλον εξαρτάται από τόσους πολλούς παράγοντες που το καλύτερο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να υπολογίσει τις πιθανότητες προσέγγισης του ενός ή του άλλου σεναρίου. Παρ’ όλ’ αυτά διαφαίνονται αρκετές μελλοντικές τάσεις που μας βοηθάνε στο να βγάλουμε κάποια γενικά συμπεράσματα. Όταν κάνουμε λόγο για ολοκληρωτικά καθεστώτα, πρέπει να αποφεύγουμε να τα ομογενοποιούμε. Δεν είναι όλα τα ίδια και δεν πρόκειται να αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο απέναντι στην ψηφιοποίηση της επικοινωνίας. Για παράδειγμα, χώρες όπως η Σοβιετική Ένωση, ή η Ανατολική Γερμανία δεν άντεξαν το βάρος της εξάπλωσης των νέων τεχνολογιών και αναπόφευκτα κατέρρευσαν μέσα σε ένα νέφος πολυφωνίας. Από την στιγμή που ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ έλαβε την απόφάση να άρει τα περισσότερα μέτρα λογοκρισίας στον τύπο και στην τηλεόραση, στα τέλη του 1987, οι ημέρες της Σοβιετικής Ένωσης ήταν μετρημένες. Και φανταστείτε ότι αυτό συνέβη πριν την εμπορική εμφάνιση του Ίντερνετ, στα τέλη του 1989.

Σήμερα, κάποια ολοκληρωτικά καθεστώτα φαίνονται πιο ανίσχυρα απέναντι στο νέο επικοινωνιακό περιβάλλον απ’ ότι κάποια άλλα. Για παράδειγμα, η Κίνα, η Ινδονησία, η Κούβα, αλλά και το Ιράν, δείχνουν πως έχουν καταλάβει τον κίνδυνο, και προσπαθούν να εντάξουν τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης στο σύστημά τους με σκοπό να αποφύγουν την κατάρρευση του κοινωνικού συμβολαίου. Αντίθετα, χώρες όπως η Λιβύη, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Μπουτάν και η Βόρεια Κορέα φαίνονται ότι είναι αποφασισμένες να λάβουν δρακόντεια μέτρα προκειμένου να αντισταθούν στα μοντέλα εκδημοκρατισμού που προβάλλονται από τις νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πως σε όλες τις παραπάνω χώρες η διασύνδεση με το Ίντερνετ απαγορεύεται στους απλούς πολίτες σύμφωνα με τον νόμο. Στην Βόρεια Κορέα η παραβίαση της νομοθεσίας τιμωρείται με θάνατο, όπως και στο Αφγανιστάν, όπου –αξίζει να σημειωθεί– ακόμα και η κατοχή τηλεόρασης τιμωρείται με δημόσια εκτέλεση προς παραδειγματισμό.

Τέλος, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία ημι-ολοκληρωτικών καθεστώτων τα οποία τείνουν να χρησιμοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες προς όφελος των αντιδημοκρατικών στόχων τους. Τέτοια κράτη είναι η Σιγκαπούρη (όπου πρόσφατα η κυβέρνηση περήφανα ανακοίνωσε την ολοκλήρωση ενός προγράμματος ψηφιακού “φακελώματος” του συνόλου των σχεδόν 3 εκατομμυρίων πολιτών της χώρας), η Νότια Κορέα (όπου πέρσι ένα ανατριχιαστικό πρόγραμμα ηλεκτρονικής ταυτότητας καταψηφίστηκε την τελευταία στιγμή από το κοινοβούλιο με μικρή πλειοψηφία), η Τουρκία (η οποία σύμφωνα με τις διεθνείς οργανώσεις Privacy International και StateWatch είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα σε υποκλοπές συνδιαλέξεων πολιτών από τις αστυνομικές υπηρεσίες και υπηρεσίες ασφαλείας), αλλά και κράτη όπως το Κουβέιτ, η Σαουδική Αραβία, η Αλγερία και το Μεξικό.

Επιτρέψτε μου να συμπληρώσω επίσης πως το Ίντερνετ δεν είναι δυνατόν να περάσει στα χέρια οποιασδήποτε κυβέρνησης, διότι απλά η τεχνολογία του δεν το επιτρέπει σήμερα, αλλά και στο άμεσο μέλλον. Εάν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί το Ίντερνετ, οι πρώτες χώρες που θα έθεταν τέτοια προγράμματα ελέγχου σε λειτουργία δεν θα ήταν ολοκληρωτικά καθεστώτα, αλλά χώρες όπως η Βρετανία και η Αμερική, που μανιωδώς επιθυμούν να πατάξουν την ηλεκτρονική πορνογραφία.

«Θ.» Θα φτάσουμε πιστεύετε ποτέ στην Ελλάδα σε καταστάσεις ψηφιακής αστυνόμευσης;

Σ.Φ. Αυτή είναι η πιο εύκολη ερώτηση που μου έχετε θέσει μέχρι τώρα. Η απάντηση είναι ναι. Βεβαίως θα φτάσουμε· είναι θέμα χρόνου. Οι λόγοι είναι βασικά δύο, και έχουν σχεδόν εξολοκλήρου να κάνουν με την Ευρωπαϊκή Ένωση (E.E.): πρώτον, το κύμα των μεταναστών που καταφθάνει στην Ε.Ε. έχει σαν αρχική του αφετηρία την Ελλάδα. Αναγκαστικά, η Ε.Ε. έχει ήδη εκφράσει το ενδιαφέρον της να βοηθήσει την ελληνική αστυνομία να εξοπλιστεί κατάλληλα σε συστήματα και τεχνογνωσία ώστε να θωρακίσει τα ανατολικά σύνορα της εύπορης Δυτικής Ευρώπης. Δεύτερον, η ελληνική αστυνομία έχει ενταχθεί σε προγράμματα συνεργασίας, εκπαίδευσης και ανταλλαγής τεχνολογίας και τεχνογνωσίας με τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά αστυνομικά σώματα. Φυσικά, ένα μεγάλο μέρος των οικονομικών αναγκών που απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής αστυνομίας το έχουν αναλάβει οι Βρυξέλλες.

Όλα αυτά βέβαια θα γίνουν καθυστερημένα για δύο λόγους που έχουν να κάνουν με την ίδια την Ελλάδα: ένα, η γραφειοκρατική ελίτ της ελληνικής αστυνομίας αποτελείται από τεχνολογικά απαίδευτο προσωπικό και θα χρειαστεί αρκετό καιρό για να αλλάξει η τεχνοφοβική κουλτούρα του σώματος· και δύο, η Ελλάδα έχει εδώ και πολλά χρόνια τον χαμηλότερο δείκτη εγκληματικότητας στην Ε.Ε. και έναν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη, κάτι που αναμένεται να συνεχιστεί και στον επόμενο αιώνα. Άρα η ψηφιοποίηση της αστυνομικής λειτουργίας δεν απαιτείται τόσο άμεσα όσο σε άλλες χώρες.

«Θ.» Τελικά ο επικοινωνιακός πολιτισμός του παρόντος, αλλά και του μέλλοντος, δημιουργεί ρακοσυλλέκτες της πληροφορίας; Δηλαδή, το κοινό μέσα από ένα καταιγισμό πληροφοριών, που όμως είναι προσεκτικά επιλεγμένες, και χωρίς πολιτική ανάλυση και ιστορική σύνδεση μένει τελικά ελλιπώς ή στρεβλά ενημερωμένο;

Σ.Φ. Όχι. Ο επικοινωνιακός πολιτισμός δεν δημιουργεί το ανενημέρωτο κοινό. Το κοινό ήταν και παραμένει ανενημέρωτο από τον 16ο αιώνα, την εποχή δηλαδή που εμφανίστηκαν τα πρώτα συστηματικά μαζικά μέσα ενημέρωσης. Απλώς το διαιωνίζει. Πάντως, ας σημειωθεί εδώ ότι η άγνοια του κοινού για τα τεκταινόμενα είναι σήμερα πολλαπλά μικρότερη από αυτή του 1920, για παράδειγμα. Υπάρχουν αναφορές ότι δύο ολόκληρα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, υπήρχαν περιοχές της ΕΣΣΔ που δεν είχαν πληροφορηθεί για την αλλαγή της κυβέρνησης και την εκτέλεση της τσαρικής οικογένειας από τους Μπολσεβίκους. Ακόμα και το 1946, έναν χρόνο ύστερα από την συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας, περιοχές του Ειρηνικού ήταν ακόμα σε πόλεμο με τους εναπομείναντες Ιάπωνες στρατιώτες που είχαν αποβιβαστεί στα κατά τόπους νησιά. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο στις μέρες μας. Το κοινό είναι σαφώς πιο ενημερωμένο από ποτέ άλλοτε. Το πρόβλημα είναι ότι, εάν αναλογιστεί κανείς τις απεριόριστες δυνατότητες ενημέρωσης που προσφέρουν τα ΜΜΕ σήμερα, τότε είναι προφανές πως ο Δυτικός τηλεθεατής παραμένει ουσιαστικά απληροφόρητος. Το γράφω και στην Ανατρεπτική Τεχνολογία: ας προσπαθήσει ο αναγνώστης να θυμηθεί, ας πούμε, πότε ακριβώς και για ποιο λόγο ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ρουάντα που στοίχισε περισσότερους από 1 εκατομμύριο νεκρούς; Ελάχιστοι γνωρίζουν –και μιλάμε για την δεύτερη μεγαλύτερη γενοκτονία (σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της χώρας) στην πρόσφατη ιστορία (η πρώτη ήταν στο Ανατολικό Τιμόρ το 1975). Αυτή η απώλεια μνήμης είναι τραγική όταν αναλογιστεί κανείς τις δυνατότητες ενημέρωσης που προσφέρουν τα ΜΜΕ στα τέλη του 20ου αιώνα.

«Θ.» Έχετε αναφερθεί στο φαινόμενο της βιντεοεξέγερσης, όπου πολίτες με βιντεοκάμερες στο χέρι καταγράφουν άνομες πράξεις των οργάνων της τάξης. Γνωρίζετε για παρόμοια περιστατικά στην Ελλάδα, κι αν όχι γιατί απουσιάζουν;

Σ.Φ. Όταν έγραφα το βιβλίο έκανα λόγο για την αύξηση του αριθμού τέτοιων περιστατικών σε παγκόσμιο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Ελλάδας, που ως τότε είχε δει κάτι παρόμοιο μονάχα κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το 1973, όταν δεκάδες ερασιτεχνικές βιντεοκάμερες κατέγραφαν τις αγριότητες της αστυνομίας και του στρατού από τις πολυκατοικίες της οδού Πατησίων. Πάντως ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν περίμενα να συμβεί ένα παρόμοιο γεγονός τόσο γρήγορα. Ενώ το βιβλίο ήταν στα χέρια του εκδότη, παρουσιάστηκε το πρώτο περιστατικό βιντεομαρτυρίας, και μάλιστα στην Θεσσαλονίκη. Μιλώ βέβαια για το γνωστό “χουντο-βίντεο”, όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε από τον ελληνικό τύπο. Το βίντεο βέβαια τραβήχτηκε από ομοϊδεάτες συνάδελφους των ακροδεξιών αστυνομικών, και διέρρευσε κατόπιν στα τηλεοπτικά κανάλια, αλλά δεν παύει να αποτελεί μία αδιάψευστη και συνταρακτική μαρτυρία, τραβηγμένη με ερασιτεχνική κάμερα, που άλλαξε εντελώς το πολιτικό σκηνικό στην ελληνική αστυνομία και τον τρόπο με τον οποίο την βλέπει ο δημοκρατικός πολίτης. Φανταστείτε, για χρόνια ολόκληρα τώρα μετά την μεταπολίτευση, πολίτες, σωματεία και οργανώσεις κατάγγειλαν συχνά –αλλά δίχως να παρουσιάσουν ποτέ αποδείξεις– ότι υπάρχουν φασιστικές παρα-οργανώσεις που δρουν μέσα στους κόλπους της αστυνομίας. Όμως ποτέ δεν δόθηκε μεγάλη προσοχή από τον τύπο, τα ΜΜΕ ή την κυβέρνηση. Μάλιστα αν κάποιος εκσφενδόνιζε τέτοιες κατηγορίες κινδύνευε να κατηγορηθεί ως εξτρεμιστής. Αυτή τη φορά οι αποδείξεις είναι αδιάσειστες, κινούνται σε 24 «κορνίζες» το δευτερόλεπτο μπροστά στα μάτια όλων των ελλήνων τηλεθεατών. Κανείς δεν είναι πλέον σε θέση να αρνηθεί το γεγονός ότι η ελληνική αστυνομία τρέφει στους κόλπους της αντιδημοκρατικά στοιχεία.

Βέβαια, παρόμοια περιστατικά στην Ελλάδα σπανίζουν σε σχέση με χώρες όπως η Γαλλία, η Βρετανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ή η Ολλανδία. Λόγοι υπάρχουν πολλοί. Ένας από αυτούς έχει να κάνει με το γεγονός πως το ελληνικό κοινό έχει εκτεθεί λιγότερο στο σύγχρονο επικοινωνιακό περιβάλλον και άρα είναι περισσότερο διστακτικό στο να αναλάβει πρωτοβουλίες καταγράφοντας –αντί να καταναλώνει– εικόνες. Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτή τη στιγμή λιγότερες από 2.5 εκατομμύρια τηλεοπτικές συσκευές (δηλαδή αναλογία τηλεοράσεων/πληθυσμού σχεδόν 4.5 προς 1), ενώ στις ΗΠΑ, μια χώρα με 25πλάσιο πληθυσμό από την Ελλάδα, η ίδια αναλογία είναι σχεδόν 1 προς 1. Στην Βρετανία υπήρχε εθνικό τηλεοπτικό δίκτυο το 1932, σαράντα χρόνια πριν τις παρθένες εκπομπές της ΕΡΤ επί χούντας. Θα ήταν λοιπόν λίγο υπερβολικό να περιμέναμε από το ελληνικό τηλεοπτικό κοινό να συμπεριφερθεί με τον ίδιο τρόπο που συμπεριφέρεται το Βρετανικό ή το Αμερικανικό. Ένας άλλος λόγος για το φαινόμενο σχετικής απουσίας βιντεομαρτυριών στην Ελλάδα είναι το γεγονός ότι το προοδευτικό μέτωπο της χώρας, από τους πρώτους χριστιανοσοσιαλιστές του 19ου αιώνα έως και τους κομμουνιστές, αλλά και τους δημοκράτες-ανανεωτές της σημερινής εποχής, όλοι δηλαδή εκείνοι που είχαν και έχουν την βούληση να εκθέσουν τα όργανα της τάξης, υπήρξαν πάντοτε (και παραμένουν) εχθρικοί προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η τεχνοφοβία της ελληνικής αριστεράς είναι πραγματικά γραφική, και έχει αποβεί σημαδιακή στις κατά καιρούς ιστορικές ήττες και διχασμούς του κινήματος. Πιστεύω όμως ότι αυτό θα αλλάξει σύντομα, καθώς μια νέα γενιά εξοικειωμένη με το ψηφιακό περιβάλλον στελεχώνει τα διάφορα κινήματα που έχουν στόχο τον εκδημοκρατισμό των ελληνικών κρατικών υπηρεσιών. Το επόμενο ερασιτεχνικό βίντεο που θα συγκλονίσει την Ελλάδα θα μαρτυρά περίτρανα τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο μερικοί αστυνομικοί μεταχειρίζονται τους μετανάστες και τους τσιγγάνους στην χώρα μας. Δεν θα αργήσει να έρθει.

«Θ.» Η αμφίδρομη τηλεόραση τελικά θα είναι το τέλος της τηλεόρασης, σύμφωνα με την γνώμη σας τώρα;

Σ.Φ. Ναι, κάτι τέτοιο ίσως συμβεί στην Αμερική νωρίτερα από ό,τι ανέφερα στο βιβλίο. Πριν από μερικές ημέρες, ένας φίλος μου έφερε μία ανταπόκριση του Αλέξη Παπαχελά από τις ΗΠΑ (εφημερίδα Το Βήμα 28 Ιουνίου 1998, σελ.76) όπου αναφέρεται ότι οι τηλεθεατές των κεντρικών δελτίων ειδήσεων των τριών μεγάλων καναλιών (ABC, CBS, NBC) μειώθηκαν κατά 50% μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια. Οι τηλεθεατές στρέφονται αλλού, σε μοντέλα από-μαζικοποιημένης τηλεοπτικής προβολής, όπως η καλωδιακή τηλεόραση, η αμφίδρομη και, σύντομα, η δικτυωμένη τηλεόραση μέσω Ίντερνετ. Γι’ αυτούς που βρίσκονται στο επίκεντρο των συνταρακτικών εξελίξεων στην παγκόσμια τηλεοπτική βιομηχανία, ερωτήσεις του είδους “δηλαδή θα εκλείψει εντελώς η αναλογική τηλεόραση σε λίγα χρόνια;“ ακούγονται σαν κάποιος να αναρωτιέται το 1870 εάν το τηλέφωνο πρόκειται να σημάνει την περιθωριοποίηση ή και κατάργηση του τηλέγραφου!

«Θ.» Τι λόγους πιστεύετε ότι θα έχουν οι σημερινοί φορείς της εξουσίας –στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο– να επιτρέψουν την ψηφοφορία μέσω του Ίντερνετ ή γενικότερα μέσω τεχνολογίας, ώστε να έχουμε μια δημοκρατία σε συνθήκες απόλυτης αναλογικής, και κατάργηση της σημερινής διακυβέρνησης από μια ολιγαρχία, όπως αναφέρετε στο βιβλίο σας;

Σ.Φ. Η απάντηση εδώ είναι απλή: εκ των πραγμάτων δεν υπάρχει άλλη λύση. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία όπως την γνωρίζουμε περνάει την μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της. Η κρίση αυτή ακούει στο όνομα αποχή. Όλο και μεγαλύτερες εκλογικές μάζες γυρίζουν την πλάτη τους στην πολιτική σπονδυλική στήλη της δημοκρατίας: την ενεργό ψηφοφορία. Πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στην Γερμανία, στην Βρετανία, στην Γαλλία, στην Σουηδία (για να μην αναφέρουμε την βασίλισσα της αποχής Αμερική), έχουν παρουσιάσει σε ορισμένες περιοχές αποχή έως και 92%, και σε εθνικό επίπεδο ακόμα και 71%. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, ένα επίσημο δημοψήφισμα στην Πορτογαλία με θέμα την νομιμοποίηση ή όχι των εκτρώσεων σημείωσε αποχή 68% και αναγκαστικά κηρύχθηκε άκυρο. Στην Ελλάδα, ακόμα και με υποχρεωτική ψηφοφορία, ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους απέχει ή ρίχνει λευκό στην κάλπη. Όταν η νομοθεσία αλλάξει, μετά την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής ενοποίησης (δεν γίνεται ο Φιλανδός πολίτης της Ε.Ε. να έχει το δικαίωμα να απέχει από τις Ευρωεκλογές και ο Έλληνας να μην το έχει) τα ποσοστά αποχής στην Ελλάδα θα ξαφνιάσουν. Η μοναδική λύση που προσφέρεται στους πολιτικούς είναι να καταστήσουν την ψηφοφορία πιο εύκολη στον πολίτη, μια λύση που προσφέρεται από τα σύγχρονα ψηφιακά συστήματα. Οι περισσότεροι πολιτικοί γνωρίζουν, και δεν χρειάζονται εμένα για να τους το πω, ότι εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο η κοινοβουλευτική δημοκρατία σε Δύση και Ανατολή θα βρεθεί προ του τέλους. Είναι σημαντικό αυτό και πρέπει να το τονίσω: η δημοκρατία όπως την γνωρίζουμε σήμερα, ή θα δικτυωθεί ή θα πεθάνει. Από την στιγμή που η δημοκρατική διαδικασία δικτυωθεί, όλα πλέον θα είναι δυνατά και θα εξαρτηθούν από το πολιτικό κλίμα της εποχής· πάντως είναι γεγονός πως οι δημοκρατικές κατακτήσεις γεννούν δίψα για περισσότερη δημοκρατία.

«Θ.» Ποιοι είναι οι σημερινοί επιστήμονες της επικοινωνιολογίας, φιλοσοφίας, κοινωνικών επιστημών, κλπ, των οποίων την άποψη ενστερνίζεστε; Πόσο έχουν επηρεάσει το βιβλίο σας;

Σ.Φ. Οι περισσότεροι από τους θεωρητικούς που ακολουθούν είναι δυστυχώς άγνωστοι στην Ελλάδα. Εξαίρεση αποτελεί ο Αμερικάνος μελλοντολόγος Άλβιν Τόφλερ, συγγραφέας του Σοκ του Μέλλοντος, του Τρίτου Κύματος, του Κραχ, του Πόλεμος και Αντιπόλεμος και άλλων. Ακολουθεί ο Ράσσελ-Νιούμαν, από τα μεγάλα κεφάλια του ΜΙΤ, τα βιβλία του οποίου (Το Μέλλον του Μαζικού Κοινού και ο Γόρδιος Δεσμός) παραμένουν αμετάφραστα στην Ελλάδα. Επίσης θα αναφέρω συγγραφείς όπως ο πρώην χάκερ και νυν δημοσιογράφος Μπρους Στέρλινγκ (αν και παραμένει αμετάφραστος, είναι σίγουρα γνωστός σους ηλεκτρονικούς κύκλους στην Ελλάδα) και ο συγγραφέας και μια εποχή απεσταλμένος της εφημερίδας Μπόστον Γκλόουμπ στην ΕΣΣΔ, Σ. Σέιν (Αποσυναρμολογώντας την Ουτοπία: Πως η Πληροφόρηση Κατέστρεψε την Σοβιετική Ένωση –αμετάφραστο στην Ελλάδα). Τέλος, όσων αφορά την πολιτική διάσταση των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης, λίγοι σύγχρονοι φιλόσοφοι είναι τόσο τίμιοι με το αναγνωστικό κοινό τους και τόσο διορατικοί όσο ο –ευτυχώς γνωστός στην Ελλάδα– Νόαμ Τσόμσκι. Όλοι οι παραπάνω μου δίδαξαν ότι μια σε βάθος ανάλυση και ερμηνεία των ανθρώπινων κοινωνιών δεν αξίζει πολλά πράγματα εάν δεν βασίζεται στην επιθυμία του αναλυτή να συμβάλλει σε ένα καλύτερο αύριο.

«Θ.» Ποια είναι η γνώμη σας για το Ίντερνετ και ειδικότερα για την κατάστασή του στην Ελλάδα; Θα το προλάβουμε αυτό το “τραίνο”; Ποιον ιδιαίτερο δρόμο πρέπει να ακολουθήσει η χώρα για να προβάλει τα δυνατά της στοιχεία στο παγκόσμιο χωριό; Το έχει ήδη κάνει; Και αν όχι, γιατί;

Σ.Φ. Λαμβάνοντας υπόψη το μικρό μέγεθος της χώρας, το Ίντερνετ στην Ελλάδα έχει γενικά ευνοϊκή ανάπτυξη μέχρι στιγμής, και η Ελληνική παρουσία στο παγκόσμιο διαδίκτυο αυξάνεται συνεχώς. Βεβαίως απέχουμε πολύ από τις υπερκαλωδιωμένες χώρες της βόρειας Ευρώπης, όπως την Σουηδία και την Ισλανδία (η τελευταία αποτελεί την πιο καλωδιωμένη χώρα στον κόσμο). Ένας λόγος γι’ αυτό, και λυπάμαι που το λέω, έχει να κάνει με το γεγονός πως η κρατική παρέμβαση έχει παραμείνει στο ελάχιστο. Στους τομείς που ελέγχονται το κράτος, όπως η εκπαίδευση και οι δημόσιες βιβλιοθήκες, οι υπολογιστές (και δεν μιλάω καν για το Ίντερνετ) σπανίζουν. Πάντως, υπάρχουν μερικά πράγματα τα οποία πρέπει να έχει υπόψη του το Ελληνικό κράτος εάν πρόκειται να επιβιώσει στο παγκόσμιο διαδίκτυο. Κατ’ αρχήν το μέγεθος της χώρας δεν μετράει ιδιαίτερα· ακόμα και μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα μπορεί να πρωτοστατήσει στο ψηφιακό περιβάλλον εάν κάνει τους σωστούς χειρισμούς. Αυτό δείχνει να καταφέρνει μέχρι στιγμής η ελεύθερη Κύπρος, η οποία εξελίσσεται ραγδαία σε έναν στρατηγικό τηλεπικοινωνιακό κόμβο στην ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή. Ακολουθώντας αυτό το παράδειγμα, η Ελλάδα θα μπορούσε να αναπτύξει τις τηλεπικοινωνιακές δυνατότητες της Κρήτης, η οποία βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της ανατολικής Μεσογείου, καθώς και της Θράκης, το γεωπολιτικό σταυροδρόμι ανάμεσα σε Ευρώπη και Ασία.

Η δύναμη της Ελληνικής φωνής στο Ίντερνετ θα μπορούσε να πολλαπλασιαστεί με την βοήθεια των εκατομμυρίων ομογενών. Είναι εντυπωσιακό αλλά στο Ίντερνετ έχω ανακαλύψει ελληνικά χωριά στην Βραζιλία, έλληνες δημοτικούς συμβούλους στην Αλάσκα και ερευνητές στην Ιαπωνία, Ελληνικές ιεραποστολές στο Σουδάν, μαγαζάτορες στα νησιά Φίτζι, και ξενιτεμένους φοιτητές στο Ουζμπεκιστάν. Όλες αυτές οι Ελληνικές φωνές μπορούν, όταν χρειαστεί, να δημιουργήσουν ένα σύμπλεγμα στο ψηφιακό χωριό προβάλλοντας την Ελληνική άποψη σε κάθε γωνιά του κόσμου –κάτι που συνέβη περίτρανα κατά την διάρκεια της διεκδίκησης από την Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Αυτό που χρειάζεται είναι ο κατάλληλος συντονισμός με την βοήθεια της Ελληνικής κυβέρνησης. Χρειάζονται βέβαια χρήματα και οι κατάλληλοι άνθρωποι, τους οποίους δυστυχώς η αιώνια ανοργάνωτη Ελλάδα αδυνατεί να κρατήσει μέσα στα σύνορά της.

«Θ.» Τελικά δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε το μέλλον; Είναι μια παγίδα, όπως λέτε, και γιατί;

Σ.Φ. Πράγματι, το μέλλον είναι μια παγίδα. Δεν κρύβεται μπροστά μας πίσω από νεφελώδη παραπετάσματα και λαβυρινθώδη μονοπάτια, αλλά βρίσκεται εδώ, γύρω μας. Εμείς φτιάχνουμε το μέλλον μας και γι’ αυτό στο κάτω-κάτω δεν πρόκειται να μας επιφυλάξει τίποτα που να μην το προξενήσαμε εμείς οι ίδιοι. Γι’ αυτό το μόνο που πρέπει να εμπιστευόμαστε είναι το παρόν. Εάν προσέξουμε, η δημιουργία σωστών προϋποθέσεων σήμερα θα είναι η πιο ασφαλής διαβεβαίωση για ένα καλύτερο αύριο.

© 1998 εφημερίδα Θεσσαλονίκη
© 1998 Σήφης Φιτσανάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: