18/11/06

Η Σκοτεινή Πλευρά των Εκλογών στις ΗΠΑ

Το κείμενο που ακολουθεί ήταν το κύριο άρθρο του περιοδικού Αντί, τεύχος 881-882, 17 Νοεμβρίου 2006, σελ. 20-22. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Η Σκοτεινή Πλευρά των Αμερικανικών Εκλογών».

ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΕΙΜΑΙ καθημερινός αναγνώστης της εφημερίδας Guardian, την οποία θεωρώ ως το καλύτερο ενημερωτικό έντυπο του αγγλόφωνου κόσμου. Πριν από μερικές ημέρες, σε αντίθεση με το κύμα ενθουσιασμού που συνόδεψε τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στην Αμερική, η έγκυρη βρετανική εφημερίδα υπενθύμισε για μια ακόμη φορά τη δυσάρεστη αλήθεια: «το αποτέλεσμα των εκλογών» ανέφερε στο άρθρο της σύνταξης της 9/11, «δε σηματοδοτεί απόρριψη [από τους Αμερικανούς] της αντιδραστικής τακτικής [των ΗΠΑ]. Μόνο όσοι δε γνωρίζουν την Αμερική μπορούν να ισχυριστούν το αντίθετο»[1].

Πραγματικά, όσο κυνικό κι αν ακούγεται, οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση των πρόσφατων εκλογικών αποτελεσμάτων στις ΗΠΑ οφείλει να ξεκινήσει από δυο καίρια σημεία: πρώτο, παρόλη τη σημασία τους, οι εκλογές ελάχιστα συγκίνησαν τους περισσότερους Αμερικανούς. Δεύτερο, η καταψήφιση της Ρεπουμπλικανικής κυβέρνησης από τους εκλογείς σε καμία περίπτωση δε συνεπάγεται καταδίκη του πολέμου στο Ιράκ. Ας εξηγήσουμε όμως τα δυο αυτά σημεία αναλυτικά.

Είναι γεγονός πως οι περισσότεροι Αμερικανοί αγνόησαν παντελώς τις εκλογές. Το 60 τοις εκατό των πολιτών της χώρας που έχει βαλθεί να εκδημοκρατίσει την υφήλιο, απείχε μαζικά από τις κάλπες[2]. Αυτό φυσικά δεν αποτελεί εξαίρεση στην εκλογική συμπεριφορά των Αμερικανών: τα τελευταία 44 χρόνια, η πανεθνική συμμετοχή σε εκλογές για το Κογκρέσο ποτέ δεν ξεπέρασε το 49 τοις εκατό των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων[3]. Τονίζω «των εγγεγραμμένων» γιατί η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους δεν είναι υποχρεωτική στην κοιτίδα του νεοφιλελευθερισμού. Συνεπώς υπάρχουν εκατομμύρια Αμερικανοί που δεν έχουν ενδιαφερθεί ποτέ να καταχωρηθούν στα εκλογικά ευρετήρια.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΗΤΤΑ

Πρέπει επίσης να τονιστεί πως η πλειονότητα εκείνων που καταψήφισαν τον Μπους, καταδίκασαν, όχι τον πόλεμο, αλλά τη στρατιωτική ήττα στο Ιράκ. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι έχουν επανειλημμένα τιμωρήσει τους πολιτικούς που οδήγησαν τη χώρα σε στρατιωτικές ήττες. Ποτέ όμως δεν έχουν καταδικάσει τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι το εθνικό χόμπι αυτής της χώρας. Άλλωστε το Μάρτη του 2003, όταν τα αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο έδαφος του Ιράκ, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν καθαρά πως σχεδόν οχτώ στους δέκα αμερικανούς υποστήριζαν σθεναρά τον πόλεμο[4]. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, εάν οι Αμερικανοί είχαν κάνει περίπατο στο Ιράκ, οι αντιπολεμικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ θα ήταν ανεπαίσθητες. Όμως η σθεναρή και ολοένα αυξανόμενη αντίσταση των Αράβων επέφερε δραστικές αλλαγές στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Όπως και στον πόλεμο του Βιετνάμ, το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ συσπειρώθηκε εκλογικά με την ίδια ταχύτητα που μειώθηκαν οι πιθανότητες στρατιωτικής νίκης της χώρας.

Λιγότερο από ένα μήνα πριν από τις εκλογές, ερευνητές του αμερικανικού πανεπιστημίου Johns Hopkins ανακοίνωσαν πως, σύμφωνα με στατιστικές αναλύσεις, περισσότεροι από 650.000 Ιρακινοί (πολίτες και στρατιώτες) σκοτώθηκαν λόγω της αμερικανικής εισβολής και των συνεπειών της[5]. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο ίδιος ο υπουργός Υγείας του Ιράκ ανακοίνωσε πως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ιρακινής κυβέρνησης, πάνω από 150.000 άοπλοι πολίτες έχουν δολοφονηθεί κατά τη διάρκεια της κατοχής[6]. Κι όμως, οι τραγικοί αυτοί αριθμοί διόλου δεν απασχόλησαν την αμερικανική κοινή γνώμη. Αντίθετα, ο προεκλογικός διάλογος εστιάστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στους λαθεμένους πολιτικούς χειρισμούς του πολέμου που οδήγησαν στο στρατιωτικό αδιέξοδο. Το ερώτημα της ηθικής του Αμερικανικού στρατιωτικού επεκτατισμού αφέθηκε για τους ακαδημαϊκούς...

Ο ΜΠΟΥΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι πραγματικά δύσκολο να θεωρήσει κανείς το αποτέλεσμα των εκλογών ως επιτυχία των προοδευτικών δυνάμεων στις ΗΠΑ και στην υφήλιο. Φτάνει να αναλογιστεί κανείς ότι η κυβέρνηση Μπους έχει καταφέρει μέσα σε λιγότερα από έξι χρόνια να πνίξει στο αίμα το Αφγανιστάν και το Ιράκ, να εξουδετερώσει και τις τελευταίες σπίθες ελπίδας για ειρηνική διευθέτηση του Παλαιστινιακού ζητήματος και να δολοφονήσει τη δημοκρατία στο μαρτυρικό νησί της Αϊτής. Έχει αποσταθεροποιήσει –ίσως ανεπανόρθωτα– την πυριτιδαποθήκη της Μέσης Ανατολής. Έχει εξωθήσει με τη μονομανή της επιθετικότητα χώρες όπως το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα στην απελπισμένη αναζήτηση πυρηνικών οπλοστασίων. Έχει υπονομεύσει τις απόπειρες για παγκόσμιο συντονισμό της αναχαίτισης της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη. Έχει καταφέρει ν’ αποστασιοποιήσει ακόμα και παραδοσιακούς συμμάχους της, σε βαθμό που σήμερα η πλειοψηφία των Ευρωπαίων (πόσο μάλλον των Λατινοαμερικάνων και των Αράβων) καταγράφουν σε δημοσκοπήσεις τις ΗΠΑ ως τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ειρήνη[7]. Όσον αφορά την εσωτερική της πολιτική, η κυβέρνηση Μπους έχει κυριολεκτικά καταλύσει την αμερικανική οικονομία, σέρνοντας τη χώρα σ’ έναν καταστροφικό πόλεμο που έχει εκτινάξει το οικονομικό έλλειμμα της χώρας σε αστρονομικά επίπεδα. Έχει δημιουργήσει τον μεγαλύτερο δείκτη οικονομικής ανισότητας στην ιστορία της χώρας. Έχει στιγματίσει με τα πρωτοφανή σκάνδαλα των πολιτικών της την υπόληψη του Κογκρέσου. Τέλος, έχει διχάσει τη χώρα με τη σκληροπυρηνική και αντιδραστική της πολιτική, στα πλαίσια της οποίας ο ίδιος ο Μπους εξομοίωσε τη νίκη των Δημοκρατικών στις εκλογές με «νίκη των τρομοκρατών»[8].

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η τραγωδία: παρόλα τα τραγικά της σφάλματα, η κυβέρνηση αυτή ακόμα χαίρει της εμπιστοσύνης των μισών σχεδόν ψηφισάντων της χώρας. Είναι σημαντικό να τονιστεί πως, ενώ οι Δημοκρατικοί κατέλαβαν σχετικά εύκολα την πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, κατάφεραν μετά από πρωτοφανή υπερπροσπάθεια να κερδίσουν τον έλεγχο στη Γερουσία, που είναι απαραίτητος για να ελέγξουν (όχι να καταλάβουν) την εξουσία: σε μια χώρα 300 εκατομμυρίων, κέρδισαν την έδρα στην πολιτεία της Βιρτζίνια την τελευταία στιγμή για 7.231 ψήφους και στην πολιτεία της Μοντάνα για 2.847. Δίχως αυτές τις έδρες, η Γερουσία θα βρισκόταν ακόμα στα χέρια της κυβέρνησης των Ρεπουμπλικάνων. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αναμετρήσεις κυμάνθηκαν σε παρόμοια, αν και όχι τόσο αμφίρροπα, αποτελέσματα. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς τι πρέπει επιτέλους να κάνει μια Αμερικανική κυβέρνηση για να χάσει τη σχεδόν τυφλή εμπιστοσύνη μιας σημαντικής μερίδας του εκλογικού σώματος;

ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΗ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ;

Το γεγονός πάντως παραμένει πως οι Δημοκρατικοί επανέκτησαν τον έλεγχο του Κογκρέσου μετά από 12 ολόκληρα χρόνια. Αυτό σημαίνει πως η κυβέρνηση Μπους είναι αναγκασμένη να κυβερνήσει για τα επόμενα δυο χρόνια χωρίς να διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτή η νέα πολιτική κατάσταση είναι που τροφοδοτεί τις εκδηλώσεις ευφορίας από πολιτικούς αναλυτές στην Ελλάδα και αλλού. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν πως ο Μπους και οι συνεργάτες του είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένοι να μετριάσουν την ιδεολογική τους μονομέρεια ώστε να κερδίσουν τη συγκατάθεση του Κογκρέσου.

Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατ’ αρχάς τίποτα μέχρι στιγμής δε δείχνει πως τα ανώτατα πολιτικά κλιμάκια της κυβέρνησης Μπους είναι διατεθειμένα να συγκυβερνήσουν με τους Δημοκρατικούς, την πολιτική των οποίων καταδίκαζαν μέχρι πρόσφατα ως «βοήθεια προς τους τρομοκράτες». Παράλληλα, η ρητορική της κυβέρνησης αφήνει λίγα περιθώρια για μια υποτιθέμενη συναινετική πολιτική. Ο ίδιος ο Μπους έχει δηλώσει πως η εξωτερική του πολιτική θα συνεχίσει να κατευθύνεται μόνο από την προσωπική του ιδεολογία, και πως δεν πρόκειται να επηρεαστεί ούτε από την κομματική σύνθεση του Κογκρέσου, ούτε από τη λαϊκή ετυμηγορία: τον Οκτώβριο ο δημοσιογράφος Μπομπ Γούντγουορντ, που στη δεκαετία του 1970 υπήρξε από τους βασικούς συντελεστές της αποκάλυψης του σκανδάλου Γουότεργκέιτ, μετέφερε στη δημοσιότητα δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ σε συνεδρίαση του εκτελεστικού γραφείου της κυβέρνησής του πως «δε θ’ αποσυρθώ [από το Ιράκ] ακόμα κι αν η [σύζυγός μου] Λόρα και ο [σκύλος μου ο] Μπάρνεϊ απομείνουν οι μοναδικοί μου υποστηρικτές»[9]. Δυο ημέρες πριν από τις εκλογές, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Ντικ Τσένεϊ, ήταν ακόμη πιο ευθύς σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο ABC:

«Μπορεί [ο πόλεμος στο Ιράκ] να μην είναι δημοφιλής στην κοινή γνώμη. Δεν έχει σημασία, υπό την έννοια πως [εμείς] πρέπει να συνεχίσουμε αυτό που νομίζουμε ότι είναι σωστό. Αυτό ακριβώς κάνουμε. Δεν κοιτάμε να επανεκλεγούμε. Κάνουμε αυτό που πιστεύουμε ότι είναι σωστό[10]».

Η σκληρή πραγματικότητα είναι πως η κυβέρνησή των Μπους και Τσένεϊ μπορεί να συνεχίσει να κάνει «αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό» παρά την αλλαγή πολιτικού σκηνικού στο Κογκρέσο. Κι αυτό διότι η εκτελεστική εξουσία στο Αμερικανικό πολιτικό σύστημα ανήκει στην κυβέρνηση. Το Κογκρέσο μπορεί να ψηφίζει διατάγματα κατά βούληση, αλλά το προεδρικό βέτο σημαίνει πως ο πρόεδρος της χώρας έχει την τελευταία λέξη. Για να ξεπεραστεί αυτό το συνταγματικό εμπόδιο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων στο Κογκρέσο, την οποία οι Δημοκρατικοί δε διαθέτουν. Αντίθετα, πολλοί παρατηρητές αμφισβητούν ότι οι Δημοκρατικοί ελέγχουν έστω και την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Κι αυτό επειδή στην προσπάθειά του να υπερισχύσει των Ρεπουμπλικάνων στις παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες του Νότου και της Δύσης, το Δημοκρατικό κόμμα έχρησε στις περιοχές αυτές πολιτικούς συντηρητικών πεποιθήσεων ως υποψηφίους του. Ενώ λοιπόν πολλοί απ’ αυτούς εκλέχτηκαν με το Δημοκρατικό κόμμα, στην πραγματικότητα ιδεολογικά βρίσκονται πιο κοντά στο τύποις αντίπαλο τους Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Προφανώς, αυτή η ιδιορρυθμία θα έχει αντίκτυπο και στη φαινομενική πλειοψηφία των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο.

ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ

Ακόμα κι αν υποτεθεί πως οι Δημοκρατικοί μπορούν να ελέγξουν τους αντιπροσώπους τους, από πουθενά δεν προκύπτει το συμπέρασμα πως έχουν την πολιτική βούληση να εναντιωθούν στην κυβέρνηση Μπους. Το παρελθόν του κόμματος, που ξεκίνησε τον πόλεμο στο Βιετνάμ και οδήγησε τις ΗΠΑ στην πρώτη μεταπολεμική στρατιωτική τους εισβολή στην ευρωπαϊκή ήπειρο (Γιουγκοσλαβία) αφήνει λίγα περιθώρια αισιοδοξίας. Θεωρητικά, το κόμμα θα μπορούσε να τερματίσει άμεσα την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ «παγώνοντας» τα χρηματοδοτικά κονδύλια του πολέμου. Έχει δηλαδή τη δυνατότητα, μέσω της πλειοψηφίας του στο Κογκρέσο, ν’ απορρίψει τις προγραμματισμένες στρατιωτικές δαπάνες για το Ιράκ, αναγκάζοντας έτσι την κυβέρνηση Μπους ν’ αποσύρει έστω και μέρος από τις κατοχικές δυνάμεις. Αυτό όμως δε σημαίνει πως θα το πράξει. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αμφιβάλουν ότι οι Δημοκρατικοί έχουν κάποια συγκεκριμένη πρόταση απεμπλοκής της χώρας από το αδιέξοδο του Ιράκ.

Εξίσου σημαντικό είναι το ερώτημα εάν οι Δημοκρατικοί διαθέτουν το πολιτικό σθένος να καταστήσουν τον Μπους και τους συνεργάτες του υπόλογους για τις σκευωρίες και τα εγκλήματα πολέμου στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στο Γκουαντάναμο κι αλλού. Θα προσπαθήσουν να παραπέμψουν σε δίκη τους υπεύθυνους για τα ψέματα που οδήγησαν τη χώρα στον πόλεμο; Θα τιμωρήσουν όλους εκείνους που ανέθεσαν την ανασυγκρότηση του Ιράκ σε τυχοδιώκτες-χρηματοδότες του Ρεπουμπλικανικού κόμματος; Θα εξετάσουν τις ύποπτες σχέσεις της βιομηχανίας πετρελαίου με την εκτελεστική νομενκλατούρα της αμερικανικής Δεξιάς; Η ιστορία είναι κι εδώ διαφωτιστική: την τελευταία φορά που οι Δημοκρατικοί είχαν την ευκαιρία να μπλοκάρουν τον οδοστρωτήρα του νεοφιλελευθερισμού ήταν το 1986, όταν στις κοινοβουλευτικές εκλογές ανέλαβαν τα ινία του Κογκρέσου από τους αντιπάλους τους. Τότε, αντί να εναντιωθούν, έδωσαν τις ευλογίες τους στον Ρόναλντ Ρέιγκαν, που αποτελείωσε το έργο του με τη συγκατάθεσή τους, στα επόμενα δύο χρόνια.

Λίγες ώρες μετά τις εκλογές, η πρώτη δοκιμασία για το κόμμα της πλειοψηφίας έγινε ήδη πραγματικότητα. Ο Τζορτζ Μπους, θέλοντας να φανεί διαλλακτικός, απέλυσε την επομένη των εκλογών τον πολέμαρχο του Πενταγώνου Ντόναλντ Ράμσφελντ και πρότεινε στη θέση του τον Ρόμπερτ Γκέιτς, που θεωρείται εκ των «μετριοπαθών ρεαλιστών» της Δεξιάς. Ποιος είναι όμως ο Ρόμπερτ Γκέιτς; Διατέλεσε επί δεκαετίες πράκτορας της CIA, της οποίας ηγήθηκε για δυο χρόνια επί προεδρίας πατήρ Μπους. Νωρίτερα είχε θεωρηθεί συνυπεύθυνος για τα εγκλήματα της CIA στα πλαίσια του σκανδάλου Ιράν-Κόντρας, αλλά απαλλάχθηκε την τελευταία στιγμή με προσωπική παρέμβαση του προέδρου Ρέιγκαν. Στη δεκαετία του 1980 ήταν υπεύθυνος της CIA για τη χρηματοδότηση των μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν ενάντια στους Σοβιετικούς. Ανάμεσα στους αποδέκτες των εκατομμυρίων δολαρίων που το γραφείο του διοχέτευσε στους φανατικούς μουσουλμάνους ήταν και ο σημερινός υπ’ αριθμόν ένα καταζητούμενος των Αμερικανών, Οσάμα μπιν-Λάντεν.

Προτού όμως ο πράκτορας της CIA τεθεί επικεφαλής του Πενταγώνου, η υποψηφιότητά του θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Κογκρέσο. Άρα ο λόγος ανήκει στους Δημοκρατικούς. Έως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (10/11), τα μέλη του Δημοκρατικού κόμματος που τοποθετήθηκαν δημόσια για την υποψηφιότητα Γκέιτς είχαν μόνο καλά λόγια να πουν γι’ αυτόν. Δικαιολογημένα, λοιπόν, τα πρώτα ερωτηματικά έχουν ήδη αρχίσει ν’ ανακύπτουν. Μήπως οι Δημοκρατικοί έχουν κρεμάσει τα γάντια τους προτού καν αρχίσει ο πρώτος γύρος; Δε θα είναι η πρώτη φορά.

Παραπομπές

[1] Ανώνυμου [άρθρο της σύνταξης] (2006) «Thank You America», The Guardian, 9 Νοεμβρίου.
[2] Hirschhorn, J.S. (2006) «Field of Screams: The Real Election Winners and Losers», The American Chronicle, 8 Νοεμβρίου.
[3] Ανώνυμου (2004) «National Voter Turnout in Federal Elections, 1960-2004», Infoplease, Pearson Education.
[4] Schifferes, S. (2003) «US Media Under Fire», BBC, 1 Απριλίου.
[5] Bor, J. (2006) «654,000 Deaths Tied to Iraq War: Hopkins Research Yields Toll Far Higher Than Most Estimates», The Baltimore Sun, 11 October.
[6] Ανώνυμου (2006) «Iraqi Official: 150,000 Civilians Dead», Associated Press, 9 Νοεμβρίου.
[7] Ανώνυμου (2006) «US biggest global peace threat», BBC, 14 Ιουνίου.
[8] Abramowitz, M. (2006) «Bush Says America Loses Under Democrats», The Washington Post, 31 Οκτωβρίου.
[9] Campos, P.C. (2006) «The Reality in Iraq is a Losing Battle», The Boston Herald, 11 Οκτωβρίου.
[10] Cheney, D. (2006) «Interview of the Vice President by ABC News», The Whitehouse, 5 Νοεμβρίου.

4/11/06

Η Πυρηνική Πλάνη της Βόρειας Κορέας

Το ακόλουθο κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 880 (3 Νοεμβρίου 2006), στις σελίδες 38-41. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Κέρδος για τις ΗΠΑ η Πυρηνική Πλάνη της Β. Κορέας».

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ειδήσεων της Βόρειας Κορέας, η χώρα πραγματοποίησε την πρώτη πυρηνική δοκιμή στην ιστορία της στις 9 Οκτωβρίου του έτους Ζούτσε 95[1]. Ζούτσε είναι η επίσημη ιδεολογία του ιδρυτή του έθνους, Κιμ Ιλ-σουνγκ· 95 είναι τα χρόνια που έχουν περάσει από τη γέννησή του. Αναμφίβολα, η επέτειος της δοκιμής θα γιορταστεί στους δρόμους της Πιονγιάνγκ σ’ ένα χρόνο. Θα γιορταστεί όμως το ίδιο χαρμόσυνα, αν και λιγότερο λαμπρά, στους διαδρόμους του Λευκού Οίκου.

Τις ημέρες μετά τη δοκιμή εμφανίστηκαν στον ελληνικό τύπο οι συνήθεις περιστασιακές αναλύσεις. Οι ελάχιστες εφημερίδες που δεν εξαρτώνται από μεταφράσεις ξένων άρθρων για την κάλυψη της διεθνούς επικαιρότητας έφτασαν στο σημείο να γράψουν ότι η έκρηξη ανέδειξε την «αλλαγή καθεστώτος»[2] στην Άπω Ανατολή (Καθημερινή 10/10/2006), καθώς και την «αδυναμία των ΗΠΑ να απαντήσουν στρατιωτικά στην κίνηση της Πιονγιάνγκ»[3] (Ελευθεροτυπία 10/10/06).

Στην πραγματικότητα τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Η Βόρειος Κορέα δεν είναι πυρηνική δύναμη. Απλά εκπυρσοκρότησε μία αναμφίβολης ισχύος πυρηνική συσκευή. Για να μετατρέψει την πυρηνική αυτή συσκευή σε πυρηνικό όπλο θα χρειαστεί χρήμα, χρόνο και, κυρίως, υψηλή πυραυλική τεχνογνωσία. Ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι μπορεί άμεσα να καταφέρει κάτι τέτοιο, η εξέλιξη αυτή ούτε ανατρέπει, ούτε μεταβάλλει το status quo της ευρύτερης Άπω Ανατολής. Αντίθετα το παγιώνει προς όφελος των ΗΠΑ σε τέτοιο βαθμό που είναι πράγματι δύσκολο για τον Τζορτζ Μπους να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του στις δημόσιες εμφανίσεις του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Ένστολη βορειοκορεάτισα τροχονόμος διευθύνει την αραιή κυκλοφορία στην Πιονγιάνγκ. Πόσο καιρό θα πάρει άραγε έως ότου να γεμίσει το κέντρο κι αυτής της ασιατικής πρωτεύουσας με διαφημιστικές πινακίδες των McDonalds και της American Express;

Κατ’ αρχάς η πιθανότητα πυρηνικοποίησης της Βόρειας Κορέας δεν πρέπει να εξεταστεί αποσπασματικά, αλλά σε συνάρτηση με το γεωστρατηγικό πλαίσιο της νοτιοανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού Ωκεανού. Είναι η μοναδική περιοχή της υφηλίου όπου οι πυρηνικές κεφαλές μετρώνται σε δεκάδες χιλιάδες. Υπολογίζεται πως η μικρότερη πυρηνική δύναμη της περιοχής, η Κίνα, διαθέτει έως και δυόμισι χιλιάδες απ’ αυτές. Η Ρωσία συντηρεί περισσότερες από δεκαέξι χιλιάδες, από τις οποίες οι μισές σχεδόν είναι ενεργές. Πιο πέρα, η Αμερική, η ισχυρότερη στρατηγική αντίπαλος της Βόρειας Κορέας, έχει στην κατοχή της τουλάχιστον δέκα χιλιάδες πυρηνικές κεφαλές, πολλές από τις οποίες βρίσκονται συνεχώς εν κινήσει, σε αεροπλάνα, πλοία ή υποβρύχια. Ενώ λοιπόν η πυρηνικοποίηση μιας χώρας, στα Βαλκάνια ή στη Λατινική Αμερική για παράδειγμα, θα επέφερε δραματικές ανακατατάξεις, είναι προφανές πως η στρατηγική πυγμή της Βόρειας Κορέας ελάχιστα επαυξάνεται από την πυρηνική της ενίσχυση. Αντίθετα μειώνεται, διότι η χώρα αυτομάτως γίνεται στόχος των γιγαντιαίων πυρηνικών οπλοστασίων των γειτονικών της χωρών, οι οποίες σε διαφορετική περίπτωση θα δίσταζαν να τα χρησιμοποιήσουν έναντι ενός συμβατικού στρατιωτικού αντιπάλου.

Παράλληλα, η πυρηνική στροφή της Βόρειας Κορέας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ήττα της Αμερικανικής διπλωματίας μόνο εάν υποτεθεί πως οι ΗΠΑ σκόπευαν ν’ αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη. Στην πραγματικότητα το αντίθετο διαφαίνεται από τους πολιτικούς ελιγμούς της κυβέρνησης Μπους. Εδώ και 50 χρόνια, η Βόρεια Κορέα ποτέ δεν έκρυψε την πρόθεσή της ν’ αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Το 1993 η χώρα επισημοποίησε τις πυρηνικές της φιλοδοξίες με την απόσυρσή της από τη Συνθήκη Εξάπλωσης των Πυρηνικών Όπλων. Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Κλίντον, που εντατικοποίησε τις επαφές της με την Πιονγιάνγκ με σκοπό την επανένταξη της τελευταίας στη Συνθήκη, η κυβέρνηση Μπους αποσύρθηκε από τις διαπραγματεύσεις χαρακτηρίζοντας τη Βόρεια Κορέα μέλος του «άξονα του κακού». Τον Οκτώβρη του 2002 η Βόρεια Κορέα εξήγγειλε την εφαρμογή προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου. Εκείνη την εποχή όλες ανεξαιρέτως οι γειτονικές χώρες εκλιπαρούσαν την Ουάσιγκτον να επανεξετάσει την αποχή της από τις διαπραγματεύσεις, δίχως όμως αποτέλεσμα. Τον Φεβρουάριο του 2005 η Βορειοκορεατική ηγεσία ανακοίνωσε ότι είχε κατασκευάσει την πρώτη της πυρηνική συσκευή. Από εκείνη την ημέρα έως σήμερα οι ΗΠΑ δεν προέβησαν σε καμία διπλωματική ενέργεια για ν’ αποτρέψουν τη διαφαινόμενη πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας. Αντίθετα, επαναλάμβαναν σε κάθε ευκαιρία την επιθυμία τους να επιβάλουν «αλλαγή καθεστώτος» στην «κολασμένη» χώρα. Το Μάρτιο του 2001, δύο μόλις μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση Μπους, μια έκθεση του Ινστιτούτου Πληροφοριών του Αμερικανικού Πενταγώνου επισήμανε ότι ήταν «μαθηματικά βέβαιο» πως η επιθετική τακτική της νέας Αμερικανικής κυβέρνησης θα ωθούσε εχθρικά διακείμενες προς τις ΗΠΑ χώρες να «εξερευνήσουν ενεργά τις δυνατότητες παρασκευής όπλων μαζικής καταστροφής»[4]. Ποιος είπε ότι οι Αμερικανοί στρατιωτικοί δε λένε ποτέ την αλήθεια;

Γιατί όμως να επιθυμούν οι ΗΠΑ την πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας; Η απάντηση δε βρίσκεται ούτε στις ατεκμηρίωτες ειδησεογραφικές «αναλύσεις» της επικαιρότητας, ούτε στις συχνά ασυνάρτητες γνωματεύσεις πολλών αρθρογράφων. Βρίσκεται αντίθετα στα επίσημα έγγραφα του αμερικανικού imperium, όπως για παράδειγμα σε μια έκθεση του 2001 του Ινστιτούτου RAND (Institute for Research and Development). Το RAND αποτελεί την ερευνητική εμπροσθοφυλακή του Αμερικανικού Πενταγώνου, ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά ιδρύματα στον κόσμο, που έχει στόχο τη συστηματοποίηση της Αμερικανικής στρατηγικής σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η έκθεση, που τιτλοφορείται «Οι ΗΠΑ και η Ασία: Προς μια Νέα Αμερικανική Στρατηγική και Στρατιωτική Στάση», αναφέρει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων:

[για] ν’ αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις [του νέου αιώνα], οι ΗΠΑ θα πρέπει να ξεκινήσουν να διατυπώνουν μια στρατηγική που [...] θα έχει έναν μακροχρόνιο στόχο στην Ασία: την ανάγκη να αποτραπεί η άνοδος ενός περιφερειακού ηγεμόνα. Αυτό είναι σημαντικό για να [...] μην εμποδιστούν οι ΗΠΑ από την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική πρόσβαση σε μια καίρια περιοχή της υφηλίου [...]. Οι ΗΠΑ πρέπει επίσης να [προβούν] σε διαμορφωτικές ενέργειες [«shaping activities»] που θα επιζητούν να πείσουν τα κράτη της περιοχής ότι η ασφάλειά τους θα επιτευχθεί πιο εύκολα εάν οι ΗΠΑ διατηρήσουν έναν ενεργό στρατιωτικό ρόλο στην περιοχή [.... Ιδιαίτερα,] υπάρχουν σημαντικοί πολιτικοί λόγοι για να προσπαθήσουν να διατηρήσουν οι ΗΠΑ τουλάχιστο κάποια [στρατιωτική] παρουσία στην Κορέα, ακόμα κι αν απομακρυνθεί η πιθανότητα πολέμου στην [κορεατική] χερσόνησο [σ. 43, 44, 46][5].

Το γεωπολιτικός στόχος αυτής της τακτικής, την οποία η κυβέρνηση Μπους δείχνει ν’ ακολουθεί κατά γράμμα, εμπεριέχεται κυρίως στη σημασία μιας λέξης: Κίνα. Παρότι η ανερχόμενη αυτή δύναμη των ενάμιση δισεκατομμυρίου κατοίκων βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, κανείς στην Ουάσιγκτον δεν παραβλέπει τις μελλοντικές της δυνατότητες. Είναι η μοναδική χώρα στη σύγχρονη ιστορία της οποίας το ακαθάριστο εθνικό προϊόν έχει τετραπλασιαστεί μέσα σε λιγότερα από τριάντα χρόνια. Η κινεζική οικονομία είναι σήμερα η έκτη μεγαλύτερη, η τρίτη πιο δυναμική σε εξαγωγές και η γρηγορότερα αυξανόμενη σε σχέση με το μέγεθός της στον κόσμο. Η ζήτηση της σε πρώτες ύλες είναι τόσο επιτακτική που ευθύνεται σχεδόν μονομερώς για την παγκόσμια αύξηση στις τιμές του χαλκού, του ατσαλιού, του αλουμινίου, του πετρελαίου και σχεδόν όλων των υπόλοιπων βασικών πρώτων υλών κατά την τελευταία δεκαετία. Ταυτόχρονα, η μετακίνηση στο έδαφός της εταιριών απ’ όλο τον κόσμο συνεχίζεται ακάθεκτη. Πρόσφατα, μια υψηλόβαθμη υπάλληλος του Αμερικανικού Υπουργείου Εσωτερικών δήλωσε πανικόβλητη ότι ακόμα κι αν όλες οι θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ μεταφερόταν στην Κίνα, το ασιατικό μεγαθήριο θα συνέχιζε να έχει θέσεις διαθέσιμες[6].

Αναπόφευκτα, το κινεζικό οικονομικό θαύμα έχει και τη στρατιωτική του παράμετρο. Τα τελευταία χρόνια η ετήσια αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού της Κίνας κυμαίνεται μεταξύ 12 και 17 τοις εκατό[7]. Ταυτόχρονα εκτιμάται πως το πραγματικό επίπεδο των αμυντικών δαπανών της Κίνας είναι έως και τριπλάσιο σε σχέση με τα επίσημα στατιστικά και πως ξεπερνά τα 90 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο[8]. Εάν τα στοιχεία αυτά είναι ακριβή, τότε η Κίνα θα πρέπει να υπολογίζεται ως ο δεύτερος μεγαλύτερος στρατιωτικός επενδυτής στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ, έχοντας ξεπεράσει πλέον και τη Ρωσία. Αυτοί οι αριθμοί, σε συνδυασμό με το έμψυχο υλικό του Κινεζικού στρατού (ο μεγαλύτερος του κόσμου με 2.5 εκατομμύρια ενεργά στελέχη) έχουν κάνει τους Αμερικανούς ν’ ανησυχούν. Πέρσι ο Αμερικανός Υπουργός Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ δήλωσε πως έβρισκε «ιδιαίτερα ενδιαφέρον» το γεγονός πως η Κίνα βρίσκει σκόπιμο να «μη δημοσιεύει τις αυξανόμενες αμυντικές της δαπάνες. Είναι σχεδόν τόσο ενδιαφέρον όσο οι ίδιοι οι ρυθμοί αυτής της ανάπτυξης», είπε[9].

Φυσικά, ακόμα και στο επίπεδο των 90 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ο αμυντικός προϋπολογισμός της Κίνας φαντάζει ανεπαρκής μπροστά στα 400 δισεκατομμύρια του αντίστοιχου αμερικανικού. Όμως οι Αμερικανοί δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν σε κανέναν έστω και να σκεφτεί πως μπορεί ν’ απειλήσει την ηγεμονία τους. Καταλαβαίνουν τη σημασία της κινεζικής οικονομικής αναρρίχησης και αναγνωρίζουν πως, εάν κάποια χώρα είναι ικανή ν’ αμφισβητήσει την αμερικανική παντοκρατορία στο μέλλον, αυτή δε μπορεί να είναι άλλη από την Κίνα. Έτσι έχουν βαλθεί να την περικυκλώσουν στρατιωτικά. Σ’ αυτό το πλαίσιο έχουν συναφθεί την τελευταία πενταετία οι συμφωνίες για την ίδρυση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε τρεις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες, την Κιργισία, το Ουζμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, που όλες τους συνορεύουν ή βρίσκόνται κοντά στην Κίνα. Ταυτόχρονα, οι ανατολικές περιοχές του Αφγανιστάν φιλοξενούν σήμερα χιλιάδες αμερικανούς στρατιώτες καθώς και αρκετούς αναλυτές του Αμερικανικού Πενταγώνου ειδικούς στις κινεζικές διαλέκτους, που είναι εγκατεστημένοι κυρίως στο Μπαγκράμ και στο Κανταχάρ. Το Μάρτιο του 2005, το Πεντάγωνο πρότεινε για πρώτη φορά τη μονιμοποίηση αυτών των βάσεων[10]. Στο μεταξύ αμερικανικές δυνάμεις έχουν επανειλημμένα εισχωρήσει στο έδαφος του Πακιστάν, το οποίο επίσης συνορεύει με την Κίνα, και πολλοί παρατηρητές αναμένουν πως σύντομα οι ΗΠΑ θα πιέσουν τον ελεγχόμενο πρόεδρο της χώρας Περβέζ Μουσάραφ για την ίδρυση πολλαπλών στρατιωτικών βάσεων. Στην ίδια ακριβώς προοπτική αποβλέπουν οι σχέσεις των Αμερικανών με τη Μογγολία, μια χώρα την ανεξαρτησία της οποίας η Κίνα αμφισβητεί ακόμη και σήμερα. Το 2003 η Μογγολία συμμετείχε στην εισβολή στο Ιράκ με 200 στρατιώτες. Ήταν κάθε άλλο παρά τυχαίο το γεγονός πως το Νοέμβρη του 2001 ο Τζορτζ Μπους υπήρξε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που επισκέφτηκε το απομακρυσμένο αυτό ασιατικό έθνος.

Στην απέναντι πλευρά, εκείνη του Ειρηνικού Ωκεανού, ο αμερικανικός κλοιός γύρω από την Κίνα όλο και στενεύει. Οι Αμερικανοί διατηρούν σχεδόν 50.000 στρατεύματα στην Ιαπωνία. Ταυτόχρονα, το αμερικανικό προτεκτοράτο της Ταϊβάν παραμένει ένα «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» που εμποδίζει την Κίνα να ελέγξει αποκλειστικά τα στενά της Θάλασσας της Νότιας Κίνας, έναν από τους πιο σημαντικούς διαδρόμους της παγκόσμιας ναυτιλίας. Λίγο πιο πέρα, στις Φιλιππίνες, το 1991 δεν υπήρχε ούτε ένας Αμερικανός στρατιώτης για πρώτη φορά μετά από 100 χρόνια συνεχούς αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Αυτό όμως άλλαξε άρδην με την έναρξη του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία». Το 2002, 650 Αμερικανοί πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στο Μιντανάο για να λάβουν μέρος στις επιχειρήσεις του στρατού της χώρας εναντίον των ανταρτών της μουσουλμανικής οργάνωσης Αμπού Σαγιάφ. Σήμερα η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στις Φιλιππίνες είναι αδιάκοπη και περιλαμβάνει τη χρήση αεροδρομίων και λιμανιών. Δε θα πρέπει επίσης ν’ αγνοηθεί η σπουδαιότητα των αναβαθμισμένων στρατιωτικών σχέσεων της υπερδύναμης με την Αυστραλία, με την Ταϊλάνδη, όπως και με την Ινδία, έναν από τους παραδοσιακούς συνοριακούς εχθρούς της Κίνας από την εποχή της ινδο-κινεζικής σύρραξης του 1962.

Στη Νότια Κορέα όμως, το κλίμα ήταν πολύ διαφορετικό για το Πεντάγωνο τα τελευταία χρόνια. Οι αλλεπάλληλες δεκαετίες εμφύλιου διαχωρισμού και Αμερικανικής ηγεμονίας είχαν αρχίζει να κουράζουν τους Νοτιοκορεάτες. Ταυτόχρονα, η λεγόμενη νοτιοκορεατική «πολιτική της ηλιοφάνειας» που εφαρμοζόταν από το 1998 είχε αρχίσει ν’ αποδίδει καρπούς. Το 2000, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ, οι δύο Κορέες παρέλασαν ενιαία για πρώτη φορά μετά από πενήντα χρόνια. Ξεκίνησαν σημαντικές πολιτιστικές ανταλλαγές, καθώς κι εμπορικές συνδιαλλαγές μεταξύ των δυο κρατών. Ταυτόχρονα, ο αντιαμερικανισμός στο νότο αύξανε με γεωμετρική πρόοδο. Το 2002, το άλμπουμ με τίτλο Fucking USA του δημοφιλή Νοτιοκορεάτη τραγουδιστή Γιούν Μιν-σουκ έφτασε στο νούμερο ένα των κορεατικών charts. Το ομώνυμο βιντεοκλίπ τελείωνε με τις λέξεις «Yankee go home» ν’ αναβοσβήνουν, με φόντο το Άγαλμα της Ελευθερίας ν’ ανατινάζεται και να καταρρέει. Την ίδια χρονιά, όταν ένα αμερικανικό στρατιωτικό όχημα σκότωσε δυο Κορεάτισες μαθήτριες του δημοτικού, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν ενάντια στη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη χώρα. Το 2003 ο τωρινός πρόεδρος της χώρας Ρο Μου-γιουν εκλέχθηκε παραδεχόμενος πως είναι αντιαμερικανός. «Τόσο παράξενο είναι;» δήλωσε κατά την προεκλογική του εκστρατεία όταν ρωτήθηκε σχετικά. Το Σεπτέμβριο του 2005, αλλεπάλληλες δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι για πρώτη φορά η πλειοψηφία των Νοτιοκορεατών υποστήριζε τη σταδιακή αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από την κορεατική χερσόνησο[11]. Μόλις ένα μήνα πριν την πυρηνική δοκιμή στο Βορά, ο Σανγκ Γιου-λι, Κορεάτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, αποκάλεσε την υψηλόβαθμη συνάντηση του Ρο Μου-γιουν με τον Μπους ως «το κύκνειο άσμα της αμερικανο-κορεατικής συμμαχίας»[12].

Μέχρι πρόσφατα, λοιπόν, οι ΗΠΑ έβλεπαν το χαλί να τραβιέται κάτω απ’ τα πόδια τους, καθώς έχαναν σταδιακά τον έλεγχο του σημαντικότερου συμπλέγματος βάσεων σε ολόκληρη την Ασία. Η Βόρεια Κορέα είχε δηλώσει πως η κορεατική ένωση θα ολοκληρωνόταν μόνο με την οριστική αναχώρηση και του τελευταίου αμερικανού πεζοναύτη από τη χερσόνησο. Έτσι, οι Νοτιοκορεάτες είχαν καταφέρει να συρρικνώσουν την αμερικανική στρατιωτική δύναμη από 45.000 στρατιώτες σε λιγότερους από 30.000, με στόχο την ακόμα μεγαλύτερη μείωση ως το 2008. Παράλληλα, υπήρχε προφορική συμφωνία ώστε η διοίκηση των στρατευμάτων να μεταφερθεί σε αμιγώς νοτιοκορεατικά χέρια το 2009.

Τα πάντα ανατράπηκαν με την πυρηνική δοκιμή. Την επιβεβαίωση του συμβάντος ακολούθησαν οι παραιτήσεις δεκάδων κυβερνητικών και στρατιωτικών στελεχών της κυβέρνησης του Ρο Μου-γιουν. Ο ίδιος αναγκάστηκε να παραδεχθεί δημόσια πως η «πολιτική της ηλιοφάνειας», της οποίας ήταν αποφασιστικός υποστηρικτής, είχε αποτύχει: «η κατάσταση έχει αλλάξει. Η μέθοδος της υπομονής και της αποδοχής των ενεργειών της Βόρειας Κορέας δεν είναι πια αποδεκτή», δήλωσε σε τηλεοπτικό του διάγγελμα[13]. Δύο δημοσκοπήσεις έδειξαν πως πάνω από το 70 τοις εκατό των πολιτών επιθυμούν άμεση επανεξέταση της «πολιτικής της ηλιοφάνειας», ενώ μόνο το 10 τοις εκατό διαφωνούν με τον πρόεδρο[14]. Ο υπουργός αμύνης, λίγο πριν παραιτηθεί κι αυτός, δήλωσε πως το σχέδιο αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων «δεν είναι πλέον ρεαλιστικό. Πρέπει να παραμείνουμε υπό την ομπρέλα προστασίας των ΗΠΑ», είπε[15].

Παραδόξως, οι Νοτιοκορεάτες έχουν καταλάβει το παιχνίδι των Αμερικανών. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, οι περισσότεροι ερωτηθέντες έδειξαν τις ΗΠΑ ως τον κύριο υπεύθυνο για την πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας[16]. Το ίδιο ισχύει και για τους Κινέζους, οι οποίοι χρησιμοποιούν τον όρο «αμερικανικός εναγκαλισμός» όλο και συχνότερα στο διπλωματικό τους λεξιλόγιο[17]. Όμως κανείς τους δε διαθέτει προς το παρόν την πολιτική ευελιξία ν’ αντιμετωπίσει τις Αμερικανικές μηχανορραφίες. Η πυρηνική στροφή της Βόρειας Κορέας δείχνει πως, για την ώρα, οι «διαμορφωτικές ενέργειες» των ΗΠΑ κυριαρχούν στην περιοχή εκείνη που κατά πάσα πιθανότητα θα κρίνει τις γεωστρατηγικές ισορροπίες στον αιώνα μας.

Υ.Γ. Και μια ενδιαφέρουσα σημειολογική επισήμανση: γράφοντας αυτό το άρθρο παρατήρησα πως η ελληνική έκδοση του Microsoft Word (2000 version 9.0) δέχεται ως σωστό τον όρο "Νοτιοκορεάτης" και "Νοτιοκορεάτες", αλλά όχι το "Βορειοκορεάτης" ή "Βορειοκορεάτες". Δέχεται επίσης το "Σεούλ", αλλά όχι το "Πιονγιάνγκ". Χμμ... να υποθέσω πως οι συντελεστές του λογισμικού πάσχουν από έλλειψη στοιχειώδους ανθρωπογεωγραφίας; Ή μήπως η Microsoft Hellas αποφάσισε να εισέλθει δυναμικά και στο πεδίο της πολιτικής γλωσσολογίας;

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Η επίσημη ανακοίνωση της 10ης Οκτωβρίου του 2006 από το Korean Central News Agency (KCNA) βρίσκεται εδώ.
[2] Άρθρο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου στην Καθημερινή.
[3] Άρθρο στην Ελευθεροτυπία.
[4] Συνέντευξη του Αμερικανού πολιτικού σχολιαστή Νόαμ Τσόμσκι στο ραδιοφωνικό πρόγραμμα Democracy Now!, στις 5 Απριλίου του 2001.
[5] Η έκθεση ονομάζεται The United States and Asia: Toward a New US Strategy and Force Posture, έκδοση του RAND Corporation, Santa Monica, California.
[6] Όλα τα στατιστικά για την Κίνα περιέχονται στο άρθρο του Ted Fishman στους New York Times, 4 Ιουλίου 2004.
[7] Άρθρο του R. Cliff στους Los Angeles Times, φύλλο της 7ης Αυγούστου του 2005. Δείτε επίσης και ένα άρθρο του BBC από τις 4 Μαρτίου του ίδιου έτους.
[8] Άρθρο του John Pomfret με τίτλο «China Raises Defense Budget Again» στη Washington Post, 5 Μαρτίου 2002, σελ. Α10.
[9] Άρθρο στο BBC, 18 Οκτωβρίου 2005.
[10] Άρθρο του Michael Kitchen από το Ισλαμαμπάντ, για λογαριασμό του ραδιοφωνικού φερέφωνου των ΗΠΑ, της Φωνής της Αμερικής, δημοσιευμένο στις 16 Μαρτίου 2006.
[11] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 16 Οκτωβρίου του 2006.
[12] Δείτε το σημαντικό άρθρο του Κορεάτη ακαδημαϊκού στους Asia Times του Χονγκ-Κονγκ, 16 Σεπτεμβρίου 2006.
[13] Άρθρο των Α. Faiola και M. Fan στη Washington Post με τίτλο North Korea’s Political, Economic Gamble, 16 Οκτωβρίου 2006, σελ. A12.
[14] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 27 Οκτωβρίου 2006.
[15] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 13 Οκτωβρίου 2006.
[16] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 16 Οκτωβρίου 2006.
[17] Κείμενο του ακαδημαϊκού ερευνητή E. Teo στην επιθεώρηση The China Brief, με τίτλο «Asian Security and the Reemergence of China’s Tributary System», τόμος 4, τεύχος 18 (2004), σελ. 7-9.