4/11/06

Η Πυρηνική Πλάνη της Βόρειας Κορέας

Το ακόλουθο κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 880 (3 Νοεμβρίου 2006), στις σελίδες 38-41. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Κέρδος για τις ΗΠΑ η Πυρηνική Πλάνη της Β. Κορέας».

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ειδήσεων της Βόρειας Κορέας, η χώρα πραγματοποίησε την πρώτη πυρηνική δοκιμή στην ιστορία της στις 9 Οκτωβρίου του έτους Ζούτσε 95[1]. Ζούτσε είναι η επίσημη ιδεολογία του ιδρυτή του έθνους, Κιμ Ιλ-σουνγκ· 95 είναι τα χρόνια που έχουν περάσει από τη γέννησή του. Αναμφίβολα, η επέτειος της δοκιμής θα γιορταστεί στους δρόμους της Πιονγιάνγκ σ’ ένα χρόνο. Θα γιορταστεί όμως το ίδιο χαρμόσυνα, αν και λιγότερο λαμπρά, στους διαδρόμους του Λευκού Οίκου.

Τις ημέρες μετά τη δοκιμή εμφανίστηκαν στον ελληνικό τύπο οι συνήθεις περιστασιακές αναλύσεις. Οι ελάχιστες εφημερίδες που δεν εξαρτώνται από μεταφράσεις ξένων άρθρων για την κάλυψη της διεθνούς επικαιρότητας έφτασαν στο σημείο να γράψουν ότι η έκρηξη ανέδειξε την «αλλαγή καθεστώτος»[2] στην Άπω Ανατολή (Καθημερινή 10/10/2006), καθώς και την «αδυναμία των ΗΠΑ να απαντήσουν στρατιωτικά στην κίνηση της Πιονγιάνγκ»[3] (Ελευθεροτυπία 10/10/06).

Στην πραγματικότητα τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Η Βόρειος Κορέα δεν είναι πυρηνική δύναμη. Απλά εκπυρσοκρότησε μία αναμφίβολης ισχύος πυρηνική συσκευή. Για να μετατρέψει την πυρηνική αυτή συσκευή σε πυρηνικό όπλο θα χρειαστεί χρήμα, χρόνο και, κυρίως, υψηλή πυραυλική τεχνογνωσία. Ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι μπορεί άμεσα να καταφέρει κάτι τέτοιο, η εξέλιξη αυτή ούτε ανατρέπει, ούτε μεταβάλλει το status quo της ευρύτερης Άπω Ανατολής. Αντίθετα το παγιώνει προς όφελος των ΗΠΑ σε τέτοιο βαθμό που είναι πράγματι δύσκολο για τον Τζορτζ Μπους να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του στις δημόσιες εμφανίσεις του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Ένστολη βορειοκορεάτισα τροχονόμος διευθύνει την αραιή κυκλοφορία στην Πιονγιάνγκ. Πόσο καιρό θα πάρει άραγε έως ότου να γεμίσει το κέντρο κι αυτής της ασιατικής πρωτεύουσας με διαφημιστικές πινακίδες των McDonalds και της American Express;

Κατ’ αρχάς η πιθανότητα πυρηνικοποίησης της Βόρειας Κορέας δεν πρέπει να εξεταστεί αποσπασματικά, αλλά σε συνάρτηση με το γεωστρατηγικό πλαίσιο της νοτιοανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού Ωκεανού. Είναι η μοναδική περιοχή της υφηλίου όπου οι πυρηνικές κεφαλές μετρώνται σε δεκάδες χιλιάδες. Υπολογίζεται πως η μικρότερη πυρηνική δύναμη της περιοχής, η Κίνα, διαθέτει έως και δυόμισι χιλιάδες απ’ αυτές. Η Ρωσία συντηρεί περισσότερες από δεκαέξι χιλιάδες, από τις οποίες οι μισές σχεδόν είναι ενεργές. Πιο πέρα, η Αμερική, η ισχυρότερη στρατηγική αντίπαλος της Βόρειας Κορέας, έχει στην κατοχή της τουλάχιστον δέκα χιλιάδες πυρηνικές κεφαλές, πολλές από τις οποίες βρίσκονται συνεχώς εν κινήσει, σε αεροπλάνα, πλοία ή υποβρύχια. Ενώ λοιπόν η πυρηνικοποίηση μιας χώρας, στα Βαλκάνια ή στη Λατινική Αμερική για παράδειγμα, θα επέφερε δραματικές ανακατατάξεις, είναι προφανές πως η στρατηγική πυγμή της Βόρειας Κορέας ελάχιστα επαυξάνεται από την πυρηνική της ενίσχυση. Αντίθετα μειώνεται, διότι η χώρα αυτομάτως γίνεται στόχος των γιγαντιαίων πυρηνικών οπλοστασίων των γειτονικών της χωρών, οι οποίες σε διαφορετική περίπτωση θα δίσταζαν να τα χρησιμοποιήσουν έναντι ενός συμβατικού στρατιωτικού αντιπάλου.

Παράλληλα, η πυρηνική στροφή της Βόρειας Κορέας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ήττα της Αμερικανικής διπλωματίας μόνο εάν υποτεθεί πως οι ΗΠΑ σκόπευαν ν’ αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη. Στην πραγματικότητα το αντίθετο διαφαίνεται από τους πολιτικούς ελιγμούς της κυβέρνησης Μπους. Εδώ και 50 χρόνια, η Βόρεια Κορέα ποτέ δεν έκρυψε την πρόθεσή της ν’ αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Το 1993 η χώρα επισημοποίησε τις πυρηνικές της φιλοδοξίες με την απόσυρσή της από τη Συνθήκη Εξάπλωσης των Πυρηνικών Όπλων. Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Κλίντον, που εντατικοποίησε τις επαφές της με την Πιονγιάνγκ με σκοπό την επανένταξη της τελευταίας στη Συνθήκη, η κυβέρνηση Μπους αποσύρθηκε από τις διαπραγματεύσεις χαρακτηρίζοντας τη Βόρεια Κορέα μέλος του «άξονα του κακού». Τον Οκτώβρη του 2002 η Βόρεια Κορέα εξήγγειλε την εφαρμογή προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου. Εκείνη την εποχή όλες ανεξαιρέτως οι γειτονικές χώρες εκλιπαρούσαν την Ουάσιγκτον να επανεξετάσει την αποχή της από τις διαπραγματεύσεις, δίχως όμως αποτέλεσμα. Τον Φεβρουάριο του 2005 η Βορειοκορεατική ηγεσία ανακοίνωσε ότι είχε κατασκευάσει την πρώτη της πυρηνική συσκευή. Από εκείνη την ημέρα έως σήμερα οι ΗΠΑ δεν προέβησαν σε καμία διπλωματική ενέργεια για ν’ αποτρέψουν τη διαφαινόμενη πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας. Αντίθετα, επαναλάμβαναν σε κάθε ευκαιρία την επιθυμία τους να επιβάλουν «αλλαγή καθεστώτος» στην «κολασμένη» χώρα. Το Μάρτιο του 2001, δύο μόλις μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση Μπους, μια έκθεση του Ινστιτούτου Πληροφοριών του Αμερικανικού Πενταγώνου επισήμανε ότι ήταν «μαθηματικά βέβαιο» πως η επιθετική τακτική της νέας Αμερικανικής κυβέρνησης θα ωθούσε εχθρικά διακείμενες προς τις ΗΠΑ χώρες να «εξερευνήσουν ενεργά τις δυνατότητες παρασκευής όπλων μαζικής καταστροφής»[4]. Ποιος είπε ότι οι Αμερικανοί στρατιωτικοί δε λένε ποτέ την αλήθεια;

Γιατί όμως να επιθυμούν οι ΗΠΑ την πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας; Η απάντηση δε βρίσκεται ούτε στις ατεκμηρίωτες ειδησεογραφικές «αναλύσεις» της επικαιρότητας, ούτε στις συχνά ασυνάρτητες γνωματεύσεις πολλών αρθρογράφων. Βρίσκεται αντίθετα στα επίσημα έγγραφα του αμερικανικού imperium, όπως για παράδειγμα σε μια έκθεση του 2001 του Ινστιτούτου RAND (Institute for Research and Development). Το RAND αποτελεί την ερευνητική εμπροσθοφυλακή του Αμερικανικού Πενταγώνου, ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά ιδρύματα στον κόσμο, που έχει στόχο τη συστηματοποίηση της Αμερικανικής στρατηγικής σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η έκθεση, που τιτλοφορείται «Οι ΗΠΑ και η Ασία: Προς μια Νέα Αμερικανική Στρατηγική και Στρατιωτική Στάση», αναφέρει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων:

[για] ν’ αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις [του νέου αιώνα], οι ΗΠΑ θα πρέπει να ξεκινήσουν να διατυπώνουν μια στρατηγική που [...] θα έχει έναν μακροχρόνιο στόχο στην Ασία: την ανάγκη να αποτραπεί η άνοδος ενός περιφερειακού ηγεμόνα. Αυτό είναι σημαντικό για να [...] μην εμποδιστούν οι ΗΠΑ από την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική πρόσβαση σε μια καίρια περιοχή της υφηλίου [...]. Οι ΗΠΑ πρέπει επίσης να [προβούν] σε διαμορφωτικές ενέργειες [«shaping activities»] που θα επιζητούν να πείσουν τα κράτη της περιοχής ότι η ασφάλειά τους θα επιτευχθεί πιο εύκολα εάν οι ΗΠΑ διατηρήσουν έναν ενεργό στρατιωτικό ρόλο στην περιοχή [.... Ιδιαίτερα,] υπάρχουν σημαντικοί πολιτικοί λόγοι για να προσπαθήσουν να διατηρήσουν οι ΗΠΑ τουλάχιστο κάποια [στρατιωτική] παρουσία στην Κορέα, ακόμα κι αν απομακρυνθεί η πιθανότητα πολέμου στην [κορεατική] χερσόνησο [σ. 43, 44, 46][5].

Το γεωπολιτικός στόχος αυτής της τακτικής, την οποία η κυβέρνηση Μπους δείχνει ν’ ακολουθεί κατά γράμμα, εμπεριέχεται κυρίως στη σημασία μιας λέξης: Κίνα. Παρότι η ανερχόμενη αυτή δύναμη των ενάμιση δισεκατομμυρίου κατοίκων βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, κανείς στην Ουάσιγκτον δεν παραβλέπει τις μελλοντικές της δυνατότητες. Είναι η μοναδική χώρα στη σύγχρονη ιστορία της οποίας το ακαθάριστο εθνικό προϊόν έχει τετραπλασιαστεί μέσα σε λιγότερα από τριάντα χρόνια. Η κινεζική οικονομία είναι σήμερα η έκτη μεγαλύτερη, η τρίτη πιο δυναμική σε εξαγωγές και η γρηγορότερα αυξανόμενη σε σχέση με το μέγεθός της στον κόσμο. Η ζήτηση της σε πρώτες ύλες είναι τόσο επιτακτική που ευθύνεται σχεδόν μονομερώς για την παγκόσμια αύξηση στις τιμές του χαλκού, του ατσαλιού, του αλουμινίου, του πετρελαίου και σχεδόν όλων των υπόλοιπων βασικών πρώτων υλών κατά την τελευταία δεκαετία. Ταυτόχρονα, η μετακίνηση στο έδαφός της εταιριών απ’ όλο τον κόσμο συνεχίζεται ακάθεκτη. Πρόσφατα, μια υψηλόβαθμη υπάλληλος του Αμερικανικού Υπουργείου Εσωτερικών δήλωσε πανικόβλητη ότι ακόμα κι αν όλες οι θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ μεταφερόταν στην Κίνα, το ασιατικό μεγαθήριο θα συνέχιζε να έχει θέσεις διαθέσιμες[6].

Αναπόφευκτα, το κινεζικό οικονομικό θαύμα έχει και τη στρατιωτική του παράμετρο. Τα τελευταία χρόνια η ετήσια αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού της Κίνας κυμαίνεται μεταξύ 12 και 17 τοις εκατό[7]. Ταυτόχρονα εκτιμάται πως το πραγματικό επίπεδο των αμυντικών δαπανών της Κίνας είναι έως και τριπλάσιο σε σχέση με τα επίσημα στατιστικά και πως ξεπερνά τα 90 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο[8]. Εάν τα στοιχεία αυτά είναι ακριβή, τότε η Κίνα θα πρέπει να υπολογίζεται ως ο δεύτερος μεγαλύτερος στρατιωτικός επενδυτής στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ, έχοντας ξεπεράσει πλέον και τη Ρωσία. Αυτοί οι αριθμοί, σε συνδυασμό με το έμψυχο υλικό του Κινεζικού στρατού (ο μεγαλύτερος του κόσμου με 2.5 εκατομμύρια ενεργά στελέχη) έχουν κάνει τους Αμερικανούς ν’ ανησυχούν. Πέρσι ο Αμερικανός Υπουργός Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ δήλωσε πως έβρισκε «ιδιαίτερα ενδιαφέρον» το γεγονός πως η Κίνα βρίσκει σκόπιμο να «μη δημοσιεύει τις αυξανόμενες αμυντικές της δαπάνες. Είναι σχεδόν τόσο ενδιαφέρον όσο οι ίδιοι οι ρυθμοί αυτής της ανάπτυξης», είπε[9].

Φυσικά, ακόμα και στο επίπεδο των 90 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ο αμυντικός προϋπολογισμός της Κίνας φαντάζει ανεπαρκής μπροστά στα 400 δισεκατομμύρια του αντίστοιχου αμερικανικού. Όμως οι Αμερικανοί δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν σε κανέναν έστω και να σκεφτεί πως μπορεί ν’ απειλήσει την ηγεμονία τους. Καταλαβαίνουν τη σημασία της κινεζικής οικονομικής αναρρίχησης και αναγνωρίζουν πως, εάν κάποια χώρα είναι ικανή ν’ αμφισβητήσει την αμερικανική παντοκρατορία στο μέλλον, αυτή δε μπορεί να είναι άλλη από την Κίνα. Έτσι έχουν βαλθεί να την περικυκλώσουν στρατιωτικά. Σ’ αυτό το πλαίσιο έχουν συναφθεί την τελευταία πενταετία οι συμφωνίες για την ίδρυση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε τρεις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες, την Κιργισία, το Ουζμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, που όλες τους συνορεύουν ή βρίσκόνται κοντά στην Κίνα. Ταυτόχρονα, οι ανατολικές περιοχές του Αφγανιστάν φιλοξενούν σήμερα χιλιάδες αμερικανούς στρατιώτες καθώς και αρκετούς αναλυτές του Αμερικανικού Πενταγώνου ειδικούς στις κινεζικές διαλέκτους, που είναι εγκατεστημένοι κυρίως στο Μπαγκράμ και στο Κανταχάρ. Το Μάρτιο του 2005, το Πεντάγωνο πρότεινε για πρώτη φορά τη μονιμοποίηση αυτών των βάσεων[10]. Στο μεταξύ αμερικανικές δυνάμεις έχουν επανειλημμένα εισχωρήσει στο έδαφος του Πακιστάν, το οποίο επίσης συνορεύει με την Κίνα, και πολλοί παρατηρητές αναμένουν πως σύντομα οι ΗΠΑ θα πιέσουν τον ελεγχόμενο πρόεδρο της χώρας Περβέζ Μουσάραφ για την ίδρυση πολλαπλών στρατιωτικών βάσεων. Στην ίδια ακριβώς προοπτική αποβλέπουν οι σχέσεις των Αμερικανών με τη Μογγολία, μια χώρα την ανεξαρτησία της οποίας η Κίνα αμφισβητεί ακόμη και σήμερα. Το 2003 η Μογγολία συμμετείχε στην εισβολή στο Ιράκ με 200 στρατιώτες. Ήταν κάθε άλλο παρά τυχαίο το γεγονός πως το Νοέμβρη του 2001 ο Τζορτζ Μπους υπήρξε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που επισκέφτηκε το απομακρυσμένο αυτό ασιατικό έθνος.

Στην απέναντι πλευρά, εκείνη του Ειρηνικού Ωκεανού, ο αμερικανικός κλοιός γύρω από την Κίνα όλο και στενεύει. Οι Αμερικανοί διατηρούν σχεδόν 50.000 στρατεύματα στην Ιαπωνία. Ταυτόχρονα, το αμερικανικό προτεκτοράτο της Ταϊβάν παραμένει ένα «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» που εμποδίζει την Κίνα να ελέγξει αποκλειστικά τα στενά της Θάλασσας της Νότιας Κίνας, έναν από τους πιο σημαντικούς διαδρόμους της παγκόσμιας ναυτιλίας. Λίγο πιο πέρα, στις Φιλιππίνες, το 1991 δεν υπήρχε ούτε ένας Αμερικανός στρατιώτης για πρώτη φορά μετά από 100 χρόνια συνεχούς αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Αυτό όμως άλλαξε άρδην με την έναρξη του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία». Το 2002, 650 Αμερικανοί πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στο Μιντανάο για να λάβουν μέρος στις επιχειρήσεις του στρατού της χώρας εναντίον των ανταρτών της μουσουλμανικής οργάνωσης Αμπού Σαγιάφ. Σήμερα η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στις Φιλιππίνες είναι αδιάκοπη και περιλαμβάνει τη χρήση αεροδρομίων και λιμανιών. Δε θα πρέπει επίσης ν’ αγνοηθεί η σπουδαιότητα των αναβαθμισμένων στρατιωτικών σχέσεων της υπερδύναμης με την Αυστραλία, με την Ταϊλάνδη, όπως και με την Ινδία, έναν από τους παραδοσιακούς συνοριακούς εχθρούς της Κίνας από την εποχή της ινδο-κινεζικής σύρραξης του 1962.

Στη Νότια Κορέα όμως, το κλίμα ήταν πολύ διαφορετικό για το Πεντάγωνο τα τελευταία χρόνια. Οι αλλεπάλληλες δεκαετίες εμφύλιου διαχωρισμού και Αμερικανικής ηγεμονίας είχαν αρχίζει να κουράζουν τους Νοτιοκορεάτες. Ταυτόχρονα, η λεγόμενη νοτιοκορεατική «πολιτική της ηλιοφάνειας» που εφαρμοζόταν από το 1998 είχε αρχίσει ν’ αποδίδει καρπούς. Το 2000, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ, οι δύο Κορέες παρέλασαν ενιαία για πρώτη φορά μετά από πενήντα χρόνια. Ξεκίνησαν σημαντικές πολιτιστικές ανταλλαγές, καθώς κι εμπορικές συνδιαλλαγές μεταξύ των δυο κρατών. Ταυτόχρονα, ο αντιαμερικανισμός στο νότο αύξανε με γεωμετρική πρόοδο. Το 2002, το άλμπουμ με τίτλο Fucking USA του δημοφιλή Νοτιοκορεάτη τραγουδιστή Γιούν Μιν-σουκ έφτασε στο νούμερο ένα των κορεατικών charts. Το ομώνυμο βιντεοκλίπ τελείωνε με τις λέξεις «Yankee go home» ν’ αναβοσβήνουν, με φόντο το Άγαλμα της Ελευθερίας ν’ ανατινάζεται και να καταρρέει. Την ίδια χρονιά, όταν ένα αμερικανικό στρατιωτικό όχημα σκότωσε δυο Κορεάτισες μαθήτριες του δημοτικού, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν ενάντια στη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη χώρα. Το 2003 ο τωρινός πρόεδρος της χώρας Ρο Μου-γιουν εκλέχθηκε παραδεχόμενος πως είναι αντιαμερικανός. «Τόσο παράξενο είναι;» δήλωσε κατά την προεκλογική του εκστρατεία όταν ρωτήθηκε σχετικά. Το Σεπτέμβριο του 2005, αλλεπάλληλες δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι για πρώτη φορά η πλειοψηφία των Νοτιοκορεατών υποστήριζε τη σταδιακή αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από την κορεατική χερσόνησο[11]. Μόλις ένα μήνα πριν την πυρηνική δοκιμή στο Βορά, ο Σανγκ Γιου-λι, Κορεάτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, αποκάλεσε την υψηλόβαθμη συνάντηση του Ρο Μου-γιουν με τον Μπους ως «το κύκνειο άσμα της αμερικανο-κορεατικής συμμαχίας»[12].

Μέχρι πρόσφατα, λοιπόν, οι ΗΠΑ έβλεπαν το χαλί να τραβιέται κάτω απ’ τα πόδια τους, καθώς έχαναν σταδιακά τον έλεγχο του σημαντικότερου συμπλέγματος βάσεων σε ολόκληρη την Ασία. Η Βόρεια Κορέα είχε δηλώσει πως η κορεατική ένωση θα ολοκληρωνόταν μόνο με την οριστική αναχώρηση και του τελευταίου αμερικανού πεζοναύτη από τη χερσόνησο. Έτσι, οι Νοτιοκορεάτες είχαν καταφέρει να συρρικνώσουν την αμερικανική στρατιωτική δύναμη από 45.000 στρατιώτες σε λιγότερους από 30.000, με στόχο την ακόμα μεγαλύτερη μείωση ως το 2008. Παράλληλα, υπήρχε προφορική συμφωνία ώστε η διοίκηση των στρατευμάτων να μεταφερθεί σε αμιγώς νοτιοκορεατικά χέρια το 2009.

Τα πάντα ανατράπηκαν με την πυρηνική δοκιμή. Την επιβεβαίωση του συμβάντος ακολούθησαν οι παραιτήσεις δεκάδων κυβερνητικών και στρατιωτικών στελεχών της κυβέρνησης του Ρο Μου-γιουν. Ο ίδιος αναγκάστηκε να παραδεχθεί δημόσια πως η «πολιτική της ηλιοφάνειας», της οποίας ήταν αποφασιστικός υποστηρικτής, είχε αποτύχει: «η κατάσταση έχει αλλάξει. Η μέθοδος της υπομονής και της αποδοχής των ενεργειών της Βόρειας Κορέας δεν είναι πια αποδεκτή», δήλωσε σε τηλεοπτικό του διάγγελμα[13]. Δύο δημοσκοπήσεις έδειξαν πως πάνω από το 70 τοις εκατό των πολιτών επιθυμούν άμεση επανεξέταση της «πολιτικής της ηλιοφάνειας», ενώ μόνο το 10 τοις εκατό διαφωνούν με τον πρόεδρο[14]. Ο υπουργός αμύνης, λίγο πριν παραιτηθεί κι αυτός, δήλωσε πως το σχέδιο αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων «δεν είναι πλέον ρεαλιστικό. Πρέπει να παραμείνουμε υπό την ομπρέλα προστασίας των ΗΠΑ», είπε[15].

Παραδόξως, οι Νοτιοκορεάτες έχουν καταλάβει το παιχνίδι των Αμερικανών. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, οι περισσότεροι ερωτηθέντες έδειξαν τις ΗΠΑ ως τον κύριο υπεύθυνο για την πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας[16]. Το ίδιο ισχύει και για τους Κινέζους, οι οποίοι χρησιμοποιούν τον όρο «αμερικανικός εναγκαλισμός» όλο και συχνότερα στο διπλωματικό τους λεξιλόγιο[17]. Όμως κανείς τους δε διαθέτει προς το παρόν την πολιτική ευελιξία ν’ αντιμετωπίσει τις Αμερικανικές μηχανορραφίες. Η πυρηνική στροφή της Βόρειας Κορέας δείχνει πως, για την ώρα, οι «διαμορφωτικές ενέργειες» των ΗΠΑ κυριαρχούν στην περιοχή εκείνη που κατά πάσα πιθανότητα θα κρίνει τις γεωστρατηγικές ισορροπίες στον αιώνα μας.

Υ.Γ. Και μια ενδιαφέρουσα σημειολογική επισήμανση: γράφοντας αυτό το άρθρο παρατήρησα πως η ελληνική έκδοση του Microsoft Word (2000 version 9.0) δέχεται ως σωστό τον όρο "Νοτιοκορεάτης" και "Νοτιοκορεάτες", αλλά όχι το "Βορειοκορεάτης" ή "Βορειοκορεάτες". Δέχεται επίσης το "Σεούλ", αλλά όχι το "Πιονγιάνγκ". Χμμ... να υποθέσω πως οι συντελεστές του λογισμικού πάσχουν από έλλειψη στοιχειώδους ανθρωπογεωγραφίας; Ή μήπως η Microsoft Hellas αποφάσισε να εισέλθει δυναμικά και στο πεδίο της πολιτικής γλωσσολογίας;

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Η επίσημη ανακοίνωση της 10ης Οκτωβρίου του 2006 από το Korean Central News Agency (KCNA) βρίσκεται εδώ.
[2] Άρθρο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου στην Καθημερινή.
[3] Άρθρο στην Ελευθεροτυπία.
[4] Συνέντευξη του Αμερικανού πολιτικού σχολιαστή Νόαμ Τσόμσκι στο ραδιοφωνικό πρόγραμμα Democracy Now!, στις 5 Απριλίου του 2001.
[5] Η έκθεση ονομάζεται The United States and Asia: Toward a New US Strategy and Force Posture, έκδοση του RAND Corporation, Santa Monica, California.
[6] Όλα τα στατιστικά για την Κίνα περιέχονται στο άρθρο του Ted Fishman στους New York Times, 4 Ιουλίου 2004.
[7] Άρθρο του R. Cliff στους Los Angeles Times, φύλλο της 7ης Αυγούστου του 2005. Δείτε επίσης και ένα άρθρο του BBC από τις 4 Μαρτίου του ίδιου έτους.
[8] Άρθρο του John Pomfret με τίτλο «China Raises Defense Budget Again» στη Washington Post, 5 Μαρτίου 2002, σελ. Α10.
[9] Άρθρο στο BBC, 18 Οκτωβρίου 2005.
[10] Άρθρο του Michael Kitchen από το Ισλαμαμπάντ, για λογαριασμό του ραδιοφωνικού φερέφωνου των ΗΠΑ, της Φωνής της Αμερικής, δημοσιευμένο στις 16 Μαρτίου 2006.
[11] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 16 Οκτωβρίου του 2006.
[12] Δείτε το σημαντικό άρθρο του Κορεάτη ακαδημαϊκού στους Asia Times του Χονγκ-Κονγκ, 16 Σεπτεμβρίου 2006.
[13] Άρθρο των Α. Faiola και M. Fan στη Washington Post με τίτλο North Korea’s Political, Economic Gamble, 16 Οκτωβρίου 2006, σελ. A12.
[14] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 27 Οκτωβρίου 2006.
[15] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 13 Οκτωβρίου 2006.
[16] Άρθρο στα αγγλικά του Agence France Presse, 16 Οκτωβρίου 2006.
[17] Κείμενο του ακαδημαϊκού ερευνητή E. Teo στην επιθεώρηση The China Brief, με τίτλο «Asian Security and the Reemergence of China’s Tributary System», τόμος 4, τεύχος 18 (2004), σελ. 7-9.

Δεν υπάρχουν σχόλια: