18/11/06

Η Σκοτεινή Πλευρά των Εκλογών στις ΗΠΑ

Το κείμενο που ακολουθεί ήταν το κύριο άρθρο του περιοδικού Αντί, τεύχος 881-882, 17 Νοεμβρίου 2006, σελ. 20-22. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Η Σκοτεινή Πλευρά των Αμερικανικών Εκλογών».

ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΕΙΜΑΙ καθημερινός αναγνώστης της εφημερίδας Guardian, την οποία θεωρώ ως το καλύτερο ενημερωτικό έντυπο του αγγλόφωνου κόσμου. Πριν από μερικές ημέρες, σε αντίθεση με το κύμα ενθουσιασμού που συνόδεψε τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στην Αμερική, η έγκυρη βρετανική εφημερίδα υπενθύμισε για μια ακόμη φορά τη δυσάρεστη αλήθεια: «το αποτέλεσμα των εκλογών» ανέφερε στο άρθρο της σύνταξης της 9/11, «δε σηματοδοτεί απόρριψη [από τους Αμερικανούς] της αντιδραστικής τακτικής [των ΗΠΑ]. Μόνο όσοι δε γνωρίζουν την Αμερική μπορούν να ισχυριστούν το αντίθετο»[1].

Πραγματικά, όσο κυνικό κι αν ακούγεται, οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση των πρόσφατων εκλογικών αποτελεσμάτων στις ΗΠΑ οφείλει να ξεκινήσει από δυο καίρια σημεία: πρώτο, παρόλη τη σημασία τους, οι εκλογές ελάχιστα συγκίνησαν τους περισσότερους Αμερικανούς. Δεύτερο, η καταψήφιση της Ρεπουμπλικανικής κυβέρνησης από τους εκλογείς σε καμία περίπτωση δε συνεπάγεται καταδίκη του πολέμου στο Ιράκ. Ας εξηγήσουμε όμως τα δυο αυτά σημεία αναλυτικά.

Είναι γεγονός πως οι περισσότεροι Αμερικανοί αγνόησαν παντελώς τις εκλογές. Το 60 τοις εκατό των πολιτών της χώρας που έχει βαλθεί να εκδημοκρατίσει την υφήλιο, απείχε μαζικά από τις κάλπες[2]. Αυτό φυσικά δεν αποτελεί εξαίρεση στην εκλογική συμπεριφορά των Αμερικανών: τα τελευταία 44 χρόνια, η πανεθνική συμμετοχή σε εκλογές για το Κογκρέσο ποτέ δεν ξεπέρασε το 49 τοις εκατό των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων[3]. Τονίζω «των εγγεγραμμένων» γιατί η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους δεν είναι υποχρεωτική στην κοιτίδα του νεοφιλελευθερισμού. Συνεπώς υπάρχουν εκατομμύρια Αμερικανοί που δεν έχουν ενδιαφερθεί ποτέ να καταχωρηθούν στα εκλογικά ευρετήρια.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΗΤΤΑ

Πρέπει επίσης να τονιστεί πως η πλειονότητα εκείνων που καταψήφισαν τον Μπους, καταδίκασαν, όχι τον πόλεμο, αλλά τη στρατιωτική ήττα στο Ιράκ. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι έχουν επανειλημμένα τιμωρήσει τους πολιτικούς που οδήγησαν τη χώρα σε στρατιωτικές ήττες. Ποτέ όμως δεν έχουν καταδικάσει τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι το εθνικό χόμπι αυτής της χώρας. Άλλωστε το Μάρτη του 2003, όταν τα αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο έδαφος του Ιράκ, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν καθαρά πως σχεδόν οχτώ στους δέκα αμερικανούς υποστήριζαν σθεναρά τον πόλεμο[4]. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, εάν οι Αμερικανοί είχαν κάνει περίπατο στο Ιράκ, οι αντιπολεμικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ θα ήταν ανεπαίσθητες. Όμως η σθεναρή και ολοένα αυξανόμενη αντίσταση των Αράβων επέφερε δραστικές αλλαγές στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Όπως και στον πόλεμο του Βιετνάμ, το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ συσπειρώθηκε εκλογικά με την ίδια ταχύτητα που μειώθηκαν οι πιθανότητες στρατιωτικής νίκης της χώρας.

Λιγότερο από ένα μήνα πριν από τις εκλογές, ερευνητές του αμερικανικού πανεπιστημίου Johns Hopkins ανακοίνωσαν πως, σύμφωνα με στατιστικές αναλύσεις, περισσότεροι από 650.000 Ιρακινοί (πολίτες και στρατιώτες) σκοτώθηκαν λόγω της αμερικανικής εισβολής και των συνεπειών της[5]. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο ίδιος ο υπουργός Υγείας του Ιράκ ανακοίνωσε πως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ιρακινής κυβέρνησης, πάνω από 150.000 άοπλοι πολίτες έχουν δολοφονηθεί κατά τη διάρκεια της κατοχής[6]. Κι όμως, οι τραγικοί αυτοί αριθμοί διόλου δεν απασχόλησαν την αμερικανική κοινή γνώμη. Αντίθετα, ο προεκλογικός διάλογος εστιάστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στους λαθεμένους πολιτικούς χειρισμούς του πολέμου που οδήγησαν στο στρατιωτικό αδιέξοδο. Το ερώτημα της ηθικής του Αμερικανικού στρατιωτικού επεκτατισμού αφέθηκε για τους ακαδημαϊκούς...

Ο ΜΠΟΥΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι πραγματικά δύσκολο να θεωρήσει κανείς το αποτέλεσμα των εκλογών ως επιτυχία των προοδευτικών δυνάμεων στις ΗΠΑ και στην υφήλιο. Φτάνει να αναλογιστεί κανείς ότι η κυβέρνηση Μπους έχει καταφέρει μέσα σε λιγότερα από έξι χρόνια να πνίξει στο αίμα το Αφγανιστάν και το Ιράκ, να εξουδετερώσει και τις τελευταίες σπίθες ελπίδας για ειρηνική διευθέτηση του Παλαιστινιακού ζητήματος και να δολοφονήσει τη δημοκρατία στο μαρτυρικό νησί της Αϊτής. Έχει αποσταθεροποιήσει –ίσως ανεπανόρθωτα– την πυριτιδαποθήκη της Μέσης Ανατολής. Έχει εξωθήσει με τη μονομανή της επιθετικότητα χώρες όπως το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα στην απελπισμένη αναζήτηση πυρηνικών οπλοστασίων. Έχει υπονομεύσει τις απόπειρες για παγκόσμιο συντονισμό της αναχαίτισης της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη. Έχει καταφέρει ν’ αποστασιοποιήσει ακόμα και παραδοσιακούς συμμάχους της, σε βαθμό που σήμερα η πλειοψηφία των Ευρωπαίων (πόσο μάλλον των Λατινοαμερικάνων και των Αράβων) καταγράφουν σε δημοσκοπήσεις τις ΗΠΑ ως τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ειρήνη[7]. Όσον αφορά την εσωτερική της πολιτική, η κυβέρνηση Μπους έχει κυριολεκτικά καταλύσει την αμερικανική οικονομία, σέρνοντας τη χώρα σ’ έναν καταστροφικό πόλεμο που έχει εκτινάξει το οικονομικό έλλειμμα της χώρας σε αστρονομικά επίπεδα. Έχει δημιουργήσει τον μεγαλύτερο δείκτη οικονομικής ανισότητας στην ιστορία της χώρας. Έχει στιγματίσει με τα πρωτοφανή σκάνδαλα των πολιτικών της την υπόληψη του Κογκρέσου. Τέλος, έχει διχάσει τη χώρα με τη σκληροπυρηνική και αντιδραστική της πολιτική, στα πλαίσια της οποίας ο ίδιος ο Μπους εξομοίωσε τη νίκη των Δημοκρατικών στις εκλογές με «νίκη των τρομοκρατών»[8].

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η τραγωδία: παρόλα τα τραγικά της σφάλματα, η κυβέρνηση αυτή ακόμα χαίρει της εμπιστοσύνης των μισών σχεδόν ψηφισάντων της χώρας. Είναι σημαντικό να τονιστεί πως, ενώ οι Δημοκρατικοί κατέλαβαν σχετικά εύκολα την πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, κατάφεραν μετά από πρωτοφανή υπερπροσπάθεια να κερδίσουν τον έλεγχο στη Γερουσία, που είναι απαραίτητος για να ελέγξουν (όχι να καταλάβουν) την εξουσία: σε μια χώρα 300 εκατομμυρίων, κέρδισαν την έδρα στην πολιτεία της Βιρτζίνια την τελευταία στιγμή για 7.231 ψήφους και στην πολιτεία της Μοντάνα για 2.847. Δίχως αυτές τις έδρες, η Γερουσία θα βρισκόταν ακόμα στα χέρια της κυβέρνησης των Ρεπουμπλικάνων. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αναμετρήσεις κυμάνθηκαν σε παρόμοια, αν και όχι τόσο αμφίρροπα, αποτελέσματα. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς τι πρέπει επιτέλους να κάνει μια Αμερικανική κυβέρνηση για να χάσει τη σχεδόν τυφλή εμπιστοσύνη μιας σημαντικής μερίδας του εκλογικού σώματος;

ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΗ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ;

Το γεγονός πάντως παραμένει πως οι Δημοκρατικοί επανέκτησαν τον έλεγχο του Κογκρέσου μετά από 12 ολόκληρα χρόνια. Αυτό σημαίνει πως η κυβέρνηση Μπους είναι αναγκασμένη να κυβερνήσει για τα επόμενα δυο χρόνια χωρίς να διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτή η νέα πολιτική κατάσταση είναι που τροφοδοτεί τις εκδηλώσεις ευφορίας από πολιτικούς αναλυτές στην Ελλάδα και αλλού. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν πως ο Μπους και οι συνεργάτες του είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένοι να μετριάσουν την ιδεολογική τους μονομέρεια ώστε να κερδίσουν τη συγκατάθεση του Κογκρέσου.

Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατ’ αρχάς τίποτα μέχρι στιγμής δε δείχνει πως τα ανώτατα πολιτικά κλιμάκια της κυβέρνησης Μπους είναι διατεθειμένα να συγκυβερνήσουν με τους Δημοκρατικούς, την πολιτική των οποίων καταδίκαζαν μέχρι πρόσφατα ως «βοήθεια προς τους τρομοκράτες». Παράλληλα, η ρητορική της κυβέρνησης αφήνει λίγα περιθώρια για μια υποτιθέμενη συναινετική πολιτική. Ο ίδιος ο Μπους έχει δηλώσει πως η εξωτερική του πολιτική θα συνεχίσει να κατευθύνεται μόνο από την προσωπική του ιδεολογία, και πως δεν πρόκειται να επηρεαστεί ούτε από την κομματική σύνθεση του Κογκρέσου, ούτε από τη λαϊκή ετυμηγορία: τον Οκτώβριο ο δημοσιογράφος Μπομπ Γούντγουορντ, που στη δεκαετία του 1970 υπήρξε από τους βασικούς συντελεστές της αποκάλυψης του σκανδάλου Γουότεργκέιτ, μετέφερε στη δημοσιότητα δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ σε συνεδρίαση του εκτελεστικού γραφείου της κυβέρνησής του πως «δε θ’ αποσυρθώ [από το Ιράκ] ακόμα κι αν η [σύζυγός μου] Λόρα και ο [σκύλος μου ο] Μπάρνεϊ απομείνουν οι μοναδικοί μου υποστηρικτές»[9]. Δυο ημέρες πριν από τις εκλογές, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Ντικ Τσένεϊ, ήταν ακόμη πιο ευθύς σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο ABC:

«Μπορεί [ο πόλεμος στο Ιράκ] να μην είναι δημοφιλής στην κοινή γνώμη. Δεν έχει σημασία, υπό την έννοια πως [εμείς] πρέπει να συνεχίσουμε αυτό που νομίζουμε ότι είναι σωστό. Αυτό ακριβώς κάνουμε. Δεν κοιτάμε να επανεκλεγούμε. Κάνουμε αυτό που πιστεύουμε ότι είναι σωστό[10]».

Η σκληρή πραγματικότητα είναι πως η κυβέρνησή των Μπους και Τσένεϊ μπορεί να συνεχίσει να κάνει «αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό» παρά την αλλαγή πολιτικού σκηνικού στο Κογκρέσο. Κι αυτό διότι η εκτελεστική εξουσία στο Αμερικανικό πολιτικό σύστημα ανήκει στην κυβέρνηση. Το Κογκρέσο μπορεί να ψηφίζει διατάγματα κατά βούληση, αλλά το προεδρικό βέτο σημαίνει πως ο πρόεδρος της χώρας έχει την τελευταία λέξη. Για να ξεπεραστεί αυτό το συνταγματικό εμπόδιο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων στο Κογκρέσο, την οποία οι Δημοκρατικοί δε διαθέτουν. Αντίθετα, πολλοί παρατηρητές αμφισβητούν ότι οι Δημοκρατικοί ελέγχουν έστω και την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Κι αυτό επειδή στην προσπάθειά του να υπερισχύσει των Ρεπουμπλικάνων στις παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες του Νότου και της Δύσης, το Δημοκρατικό κόμμα έχρησε στις περιοχές αυτές πολιτικούς συντηρητικών πεποιθήσεων ως υποψηφίους του. Ενώ λοιπόν πολλοί απ’ αυτούς εκλέχτηκαν με το Δημοκρατικό κόμμα, στην πραγματικότητα ιδεολογικά βρίσκονται πιο κοντά στο τύποις αντίπαλο τους Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Προφανώς, αυτή η ιδιορρυθμία θα έχει αντίκτυπο και στη φαινομενική πλειοψηφία των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο.

ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ

Ακόμα κι αν υποτεθεί πως οι Δημοκρατικοί μπορούν να ελέγξουν τους αντιπροσώπους τους, από πουθενά δεν προκύπτει το συμπέρασμα πως έχουν την πολιτική βούληση να εναντιωθούν στην κυβέρνηση Μπους. Το παρελθόν του κόμματος, που ξεκίνησε τον πόλεμο στο Βιετνάμ και οδήγησε τις ΗΠΑ στην πρώτη μεταπολεμική στρατιωτική τους εισβολή στην ευρωπαϊκή ήπειρο (Γιουγκοσλαβία) αφήνει λίγα περιθώρια αισιοδοξίας. Θεωρητικά, το κόμμα θα μπορούσε να τερματίσει άμεσα την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ «παγώνοντας» τα χρηματοδοτικά κονδύλια του πολέμου. Έχει δηλαδή τη δυνατότητα, μέσω της πλειοψηφίας του στο Κογκρέσο, ν’ απορρίψει τις προγραμματισμένες στρατιωτικές δαπάνες για το Ιράκ, αναγκάζοντας έτσι την κυβέρνηση Μπους ν’ αποσύρει έστω και μέρος από τις κατοχικές δυνάμεις. Αυτό όμως δε σημαίνει πως θα το πράξει. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αμφιβάλουν ότι οι Δημοκρατικοί έχουν κάποια συγκεκριμένη πρόταση απεμπλοκής της χώρας από το αδιέξοδο του Ιράκ.

Εξίσου σημαντικό είναι το ερώτημα εάν οι Δημοκρατικοί διαθέτουν το πολιτικό σθένος να καταστήσουν τον Μπους και τους συνεργάτες του υπόλογους για τις σκευωρίες και τα εγκλήματα πολέμου στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στο Γκουαντάναμο κι αλλού. Θα προσπαθήσουν να παραπέμψουν σε δίκη τους υπεύθυνους για τα ψέματα που οδήγησαν τη χώρα στον πόλεμο; Θα τιμωρήσουν όλους εκείνους που ανέθεσαν την ανασυγκρότηση του Ιράκ σε τυχοδιώκτες-χρηματοδότες του Ρεπουμπλικανικού κόμματος; Θα εξετάσουν τις ύποπτες σχέσεις της βιομηχανίας πετρελαίου με την εκτελεστική νομενκλατούρα της αμερικανικής Δεξιάς; Η ιστορία είναι κι εδώ διαφωτιστική: την τελευταία φορά που οι Δημοκρατικοί είχαν την ευκαιρία να μπλοκάρουν τον οδοστρωτήρα του νεοφιλελευθερισμού ήταν το 1986, όταν στις κοινοβουλευτικές εκλογές ανέλαβαν τα ινία του Κογκρέσου από τους αντιπάλους τους. Τότε, αντί να εναντιωθούν, έδωσαν τις ευλογίες τους στον Ρόναλντ Ρέιγκαν, που αποτελείωσε το έργο του με τη συγκατάθεσή τους, στα επόμενα δύο χρόνια.

Λίγες ώρες μετά τις εκλογές, η πρώτη δοκιμασία για το κόμμα της πλειοψηφίας έγινε ήδη πραγματικότητα. Ο Τζορτζ Μπους, θέλοντας να φανεί διαλλακτικός, απέλυσε την επομένη των εκλογών τον πολέμαρχο του Πενταγώνου Ντόναλντ Ράμσφελντ και πρότεινε στη θέση του τον Ρόμπερτ Γκέιτς, που θεωρείται εκ των «μετριοπαθών ρεαλιστών» της Δεξιάς. Ποιος είναι όμως ο Ρόμπερτ Γκέιτς; Διατέλεσε επί δεκαετίες πράκτορας της CIA, της οποίας ηγήθηκε για δυο χρόνια επί προεδρίας πατήρ Μπους. Νωρίτερα είχε θεωρηθεί συνυπεύθυνος για τα εγκλήματα της CIA στα πλαίσια του σκανδάλου Ιράν-Κόντρας, αλλά απαλλάχθηκε την τελευταία στιγμή με προσωπική παρέμβαση του προέδρου Ρέιγκαν. Στη δεκαετία του 1980 ήταν υπεύθυνος της CIA για τη χρηματοδότηση των μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν ενάντια στους Σοβιετικούς. Ανάμεσα στους αποδέκτες των εκατομμυρίων δολαρίων που το γραφείο του διοχέτευσε στους φανατικούς μουσουλμάνους ήταν και ο σημερινός υπ’ αριθμόν ένα καταζητούμενος των Αμερικανών, Οσάμα μπιν-Λάντεν.

Προτού όμως ο πράκτορας της CIA τεθεί επικεφαλής του Πενταγώνου, η υποψηφιότητά του θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Κογκρέσο. Άρα ο λόγος ανήκει στους Δημοκρατικούς. Έως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (10/11), τα μέλη του Δημοκρατικού κόμματος που τοποθετήθηκαν δημόσια για την υποψηφιότητα Γκέιτς είχαν μόνο καλά λόγια να πουν γι’ αυτόν. Δικαιολογημένα, λοιπόν, τα πρώτα ερωτηματικά έχουν ήδη αρχίσει ν’ ανακύπτουν. Μήπως οι Δημοκρατικοί έχουν κρεμάσει τα γάντια τους προτού καν αρχίσει ο πρώτος γύρος; Δε θα είναι η πρώτη φορά.

Παραπομπές

[1] Ανώνυμου [άρθρο της σύνταξης] (2006) «Thank You America», The Guardian, 9 Νοεμβρίου.
[2] Hirschhorn, J.S. (2006) «Field of Screams: The Real Election Winners and Losers», The American Chronicle, 8 Νοεμβρίου.
[3] Ανώνυμου (2004) «National Voter Turnout in Federal Elections, 1960-2004», Infoplease, Pearson Education.
[4] Schifferes, S. (2003) «US Media Under Fire», BBC, 1 Απριλίου.
[5] Bor, J. (2006) «654,000 Deaths Tied to Iraq War: Hopkins Research Yields Toll Far Higher Than Most Estimates», The Baltimore Sun, 11 October.
[6] Ανώνυμου (2006) «Iraqi Official: 150,000 Civilians Dead», Associated Press, 9 Νοεμβρίου.
[7] Ανώνυμου (2006) «US biggest global peace threat», BBC, 14 Ιουνίου.
[8] Abramowitz, M. (2006) «Bush Says America Loses Under Democrats», The Washington Post, 31 Οκτωβρίου.
[9] Campos, P.C. (2006) «The Reality in Iraq is a Losing Battle», The Boston Herald, 11 Οκτωβρίου.
[10] Cheney, D. (2006) «Interview of the Vice President by ABC News», The Whitehouse, 5 Νοεμβρίου.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

στο αρθρο σου για τις εκλογες των ηπα το 2006 ανεφερες οτι σε εκλογες του κογκρεσου συμμετεχει το πολυ το 49% των ΕΓΓΕΓΡΑΜΕΝΩΝ ψηφοφορων.δεν θελω αυτη τη στιγμη να ασχοληθω γιατι ειναι μικρο το ποσοστο(μπορω να δωσω πολλες εξηγησεις) αλλα στεκομαι στο εγγεγραμενων που ειπες.ολα τα ποσοστα που εχουν βγει και απο το λινκ που αναφερεις μετρανε το ποσοστο αυτων που ψηφισαν σε σχεση με τον αριθμο του πληθυσμου που εχει ηλικια να ψηφισει.π.χ με βαση αυτη τη μεθοδο το 2004 βγαινει οτι ψηφισαν τον μπους το 55,3% των ψηφοφορων που ειχαν την ηλικια των 18 ετων και πανω για να ψηφισουν και οχι των εγγεγραμμενων.αμα το υπολογιζαν οπως λες εσυ το ποσοστο θα εβγαινε 70 ή 80%.και το 55,3% ομως παλι παραπλανητικο ειναι διοτι στην πραγματικοτητα ειναι μεγαλυτερο διοτι οποιος ειναι σε ηλικια να ψηφισει δεν σημαινει πως εχει και το δικαιωμα διοτι καποιοι ειναι φυλακισμενοι αλλοι ειναι μεταναστες κτλπ.οποτε το πραγματικο ποσοστο ανεβαινει. εσυ ομως λες ακριβως το αντιθετο και αφηνεις να εννοηθει οτι τα ποσοστα στην πραγματικοτητα ειναι και πολυ μικροτερα κατι που απλα δεν ισχυει. στις εκλογες του 2006 ψηφισε το 36% οσω ηταν απο 18 και πανω(δες wikipedia) και ΟΧΙ των εγγεγραμμενων.το ποσοστο των εγγεγραμμενων που ψηφισαν ηταν 60 με 70%. το 36% ομως και αυτο ειναι παραπλανητικο οπως ειπα διοτι πιθανοτατα ειναι μεγαλυτερο διοτι επαναλαμβανω οτι οποιος ειναι στο voting age population δεν σημαινει απαραιτητα οτι εχει και δικαιωμα ψηφου!!!

Σήφης Φιτσανάκης είπε...

Σωστότατη παρατήρηση. Πράγματι, στον αναλυτικό πίνακα της υποσημείωσης 3 αναφέρεται ότι το ποσοστό συμμετοχής είναι επί των ψηφοφόρων άνω των 18, και όχι των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Η διόρθωση αυτή είναι χρήσιμη και αναγκαία.

Ωστόσο θα πρότεινα πως το γενικότερο επιχείρημα (δηλαδή της μαζικής αποχής των αμερικανών ψηφοφόρων) εξακολουθεί να ισχύει. Δηλαδή στις τελευταίες ενδιάμεσες εκλογές, του 2006, σχεδόν το 57% των πολιτών που είχαν το δικαίωμα να ψηφίσουν, απείχαν. Πρόκειται για ένα τρομακτικό ποσοστό.

Δεν θα διορθώσω το αρχικό κείμενο, για να μην εξαφανιστεί και η αφορμή του παραπάνω σχολίου.

Ανώνυμος είπε...

κοιτα δεν λεω πιθανον να υπαρχει προβλημα αλλα ισως οχι τοσο μεγαλο.για παραδειγμα:ποσοι θα ψηφιζαν αν η ευρωπη ηταν ενα ομοσπονδιακο κρατος οπως οι ηπα?παλι πιστευω το πολυ 60% των ευρωπαιων.κατι που συμβαινει ηδη ετσι και αλλιως στις ευρωεκλογες!!!υποθετω οτι στις πολιτειακες και τοπικες εκλογες τα ποσοστα ειναι υψηλοτερα!αλλα γενικα εκει στις ηπα εχει τοσες πολλες εκλογες καθε χρονο που πραγματικα ο ευρωπαιος θα εχανες την μπαλα!!!

αθανασιος

Σήφης Φιτσανάκης είπε...

Κι όμως, Αθανάσιε, στις τοπικές και πολιτειακές εκλογές τα ποσοστά είναι ακόμα χαμηλότερα, φτάνουν πολλές φορές το 8% των ψηφοφόρων.