16/12/06

Τέσσερα (Άστοχα) Ερωτήματα για το Ιράκ

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 884, 15 Δεκεμβρίου 2006, σελ. 30-32.

«ΣΕ ΑΝΟΗΤΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΞΙΖΟΥΝ ανόητες απαντήσεις». Η λαϊκή αυτή ρήση ίσως εξηγεί την ελλιπή ενημέρωση πάνω στο Ιράκ τον τελευταίο καιρό. Είναι προφανές πως η εκλογική αποδυνάμωση της κυβέρνησης Μπους, τον περασμένο Νοέμβριο, θα τροχοδρομήσει στρατηγικές ανακατατάξεις στην αραβική μεθόριο. Ποιας μορφής θα είναι όμως αυτές οι ανακατατάξεις και πως θα επηρεάσουν την κατάσταση στο Ιράκ; Η έλλειψη ολοκληρωμένων απαντήσεων μαρτυρά την εμμονή πολλών αναλυτών σε ερωτήματα που παραμένουν στη βάση τους άστοχα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απορία πολλών για το εάν θα φύγουν τα κατοχικά στρατεύματα από το Ιράκ. Από τη στιγμή σχεδόν της παραίτησης του Ντοναλτ Ράμσφελντ, πρώην υπουργού άμυνας της κυβέρνησης Μπους, άπειρα έχουν γραφτεί και ειπωθεί πάνω σ’ αυτό το θέμα. Θα πραγματοποιηθεί η στρατιωτική απόσυρση των ΗΠΑ; Θα είναι σταδιακή ή αιφνίδια; Θα γίνει μέσα στο 2007 ή αργότερα; Είναι στρατηγικά ορθή ή λανθασμένη;

Στην πραγματικότητα τα παραπάνω αλληλοσυνδεόμενα ερωτήματα δεν έχουν παρά ελάχιστη σημασία για το μέλλον του ίδιου του Ιράκ. Κι αυτό διότι στηρίζονται στη θεμελιώδη αυταπάτη πως η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο Ιράκ έχει τη δυνατότητα ν’ αποτρέψει το ρήμαγμα της χώρας. Είναι γεγονός πως, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, πάνω από το 70 τοις εκατό των Ιρακινών επιθυμούν την άμεση αποχώρηση των αμερικανών από την πατρίδα τους[1]. Η επιθυμία αυτή πηγάζει κυρίως από την πατριωτική τους υπερηφάνεια, καθώς κι από την αντίδρασή τους στην αποσταθεροποίηση της χώρας, την οποία επιρρίπτουν στην αμερικανική εισβολή. Όμως ελάχιστοι Ιρακινοί συνδέουν την αποχώρηση ή παραμονή των αμερικανικών στρατευμάτων με κάποια ενδεχόμενη βελτίωση της μηδαμινής ασφάλειας στη χώρα τους. Άλλωστε οι αμερικανικές δυνάμεις σπάνια εξέρχονται απ’ τα οχυρωμένα τους στρατόπεδά, ενώ ακόμα σπανιότερα επιδίδονται στην αστυνόμευση των αστικών κέντρων[2], τα οποία έχουν πλέον εγκαταλείψει στο έλεος των παραστρατιωτικών οργανώσεων. Μέχρι πρόσφατα Αμερικανοί στρατιώτες στελέχωναν τα μπλόκα στους δρόμους της Βαγδάτης και άλλων μεγάλων πόλεων, αλλά από τον Ιούλιο κι έπειτα τα έχουν παραχωρήσει κι αυτά στα τρεμάμενα χέρια των νεοσύλλεκτων της ιρακινής εθνοφρουράς. Έξω από την Πράσινη Ζώνη της Βαγδάτης, ο μοναδικός δρόμος που οι Αμερικανοί προσπαθούν ακόμα ν’ αστυνομεύσουν είναι εκείνος που οδηγεί στο αεροδρόμιο. Αλλά κι αυτόν ακόμα αδυνατούν να τον διασφαλίσουν. Κάθε βράδυ αναγκάζονται να τον οχυρώνουν με μπλόκα, βάλλοντας δίχως προειδοποίηση εναντίον οποιουδήποτε οχήματος έχει την ατυχία να βρεθεί στην περιοχή[3].

Οι Φενταγίν, πρώην προσωπική φρουρά του Σαντάμ Χουσεΐν που συνεχίζει τις δραστηριότητές της στο σουνιτικό τρίγωνο του Ιράκ.

Ο λόγος της αποχής των αμερικανών από την αστυνόμευση της χώρας είναι απλός: ο φιλόδοξος αυτός στρατηγικός στόχος θ’ απαιτούσε πολλαπλάσια στρατεύματα και –κυρίως– πολλαπλάσιους νεκρούς. Τελευταία οι Αμερικανοί θρηνούν περίπου 100 νεκρούς στο Ιράκ κάθε μήνα. Η συστηματική αστυνόμευση όλων των αστικών περιοχών θ’ απαιτούσε τη θυσία περισσότερων των 200 στρατιωτών εβδομαδιαίως, δηλαδή περίπου στα επίπεδα του πολέμου στο Βιετνάμ. Αυτό τουλάχιστο δείχνουν οι στατιστικές. Η διαφορά είναι πως, από τους 220 ένστολους που δολοφονούνται στο Ιράκ κάθε εβδομάδα, μόνο οι 20 είναι Αμερικανοί. Οι υπόλοιποι είναι νεοσύλλεκτοι Ιρακινοί φαντάροι κι αστυνομικοί, πρώην άνεργοι, που πασχίζουν απεγνωσμένα να θρέψουν τις οικογένειες τους. Με άλλα λόγια, η «βιετναμοποίηση» του Ιράκ είναι ήδη γεγονός. Οι 220 θάνατοι ένστολων την εβδομάδα θα συνεχιστούν, και ίσως θ’ αυξηθούν, άσχετα από το εάν θα παραταθεί η αμερικανική παρουσία στην ταλαίπωρη αραβική χώρα.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ;

Ένα άλλο ερώτημα, εξίσου άστοχο, έχει να κάνει με μια ενδεχόμενη επιβολή στρατιωτικού νόμου στο Ιράκ, υπό την επίβλεψη κάποιας χούντας ελεγχόμενης από τους Αμερικανούς. Το σχετικό επιχείρημα στηρίζεται στην άποψη πως η άνθιση της δημοκρατίας προϋποθέτει την κατοχύρωση σταθερότητας στη χώρα και καταλήγει αναπόφευκτα στο σκεπτικό πως ίσως τελικά το Ιράκ να επωφεληθεί από μια στρατιωτική διακυβέρνηση.

Κυκλοφορούν φήμες ότι το αμερικανικό Πεντάγωνο ήδη προσανατολίζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Στις 23 Οκτωβρίου το πρακτορείο ειδήσεων United Press International μετέδωσε πως μια ομάδα Ιρακινών στρατιωτικών μετέβη στις ΗΠΑ για να λάβει ακριβείς οδηγίες σχετικά με την κατάστρωση του πραξικοπήματος[4]. Μια τέτοια έκβαση –η ανατροπή μιας ενοχλητικής δικτατορίας με πρόφαση τη δημοκρατία και η αντικατάστασή της από μιαν άλλη, πολιτικά ελεγχόμενη– μπορεί να ξεχειλίζει από υποκρισία, δεν παύει όμως να εντάσσεται μέσα στον ιστορικό χαρακτήρα του αμερικανικού επεκτατισμού.

Αλλά το σενάριο αυτό είναι άγονο. Η επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας στο Ιράκ προϋποθέτει τον στρατιωτικό έλεγχο της χώρας από μία κεντρική πηγή, κάτι που απλά δεν υφίσταται. Το Ιράκ είναι αυτή τη στιγμή κατακερματισμένο σε περισσότερα από δέκα κομμάτια, τα οποία ελέγχονται από σχεδόν είκοσι διαφορετικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, η κάθε μια με τους δικούς της μουλάδες και ιδεολογικούς ηγέτες, με τα δικά της στρατιωτικά σχήματα, με διαφορετικούς νόμους και πολιτικούς στόχους. Ο Κουρδικός βοράς είναι de facto αυτοδιοίκητος. Στο νότιο άκρο της χώρας, από τη Μπάσρα μέχρι και τα περίχωρα της Βαγδάτης, ο πλήρης πολιτικός και στρατιωτικός έλεγχος ανήκει στο Στρατό Μαχντί, του σιίτη ισλαμιστή ηγέτη Μουκτάντα αλ-Σαντρ, που πρόσφατα χαρακτηρίστηκε από το περιοδικό Newsweek ως ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος στο Ιράκ[5]. Στη λωρίδα ανατολικά του ποταμού Τίγρη, κοντά στα σύνορα με το Ιράν, ο έλεγχος ανήκει στις Ταξιαρχίες Μπαντρ του Αμπντούλ Αζιζ Χακίμ. Το πολιτικό σκέλος της οργάνωσης, που ονομάζεται Ανώτατο Συμβούλιο για την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράκ, είναι υποκινούμενο από το Ιράν και δε δίνει πλέον σημασία στις προσταγές της Βαγδάτης. Τέλος, το σουνιτικό τρίγωνο μεταξύ βόρειας Βαγδάτης, Τικρίτ και Ραμάντι βρίσκεται υπό την πλήρη κατοχή των διαφόρων σουνιτικών παραστρατιωτικών οργανώσεων όπως είναι η Ιρακινή Εθνική Ισλαμική Αντίσταση, το Εθνικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση του Ιράκ, το Ιρακινό Αντιστασιακό Ισλαμικό Μέτωπο, καθώς και η ανασυγκροτημένη εθνοφρουρά του Σαντάμ Χουσεΐν, γνωστή ως Φενταγίν.

Από την άνοιξη του 2004, όταν κατέρρευσε η ευκαιριακή συμμαχία μεταξύ σουνιτών και σιιτών, οι Αμερικανοί και ο επίσημος ιρακινός στρατός δεν έχουν πατήσει το πόδι τους στις περιοχές αυτές, οι οποίες λειτουργούν ως κράτη εν κράτει. Εξυπακούεται πως οι ΗΠΑ μπορούν να εγκαταστήσουν οποιονδήποτε στρατιωτικό της αρεσκείας τους ως δικτάτορα στην απομονωμένη Πράσινη Ζώνη της Βαγδάτης. Όμως η επιρροή του στα θρυμματισμένα κρατίδια του πάλαι ποτέ ενιαίου Ιράκ θα είναι ουσιαστικά μηδαμινή.

ΤΑ ΓΕΙΤΟΝΙΚΑ ΚΡΑΤΗ;

Μια άλλη παραφιλολογία που αναπτύσσεται τον τελευταίο μήνα έχει να κάνει με την προοπτική ενός διπλωματικού ανοίγματος της Ουάσιγκτον προς τις γειτονικές με το Ιράκ χώρες. Παρότι το διπλωματικό αυτό άνοιγμα παραμένει στη σφαίρα του ιδεατού, πολλοί έχουν ήδη αρχίσει ν’ αναρωτιούνται για την ακριβή μορφή μιας ενδεχόμενης αμερικανο-ιρανο-συριακής τρόικας με στόχο τη σωτηρία του Ιράκ. Στη βάση αυτής της άποψης βρίσκεται η αντίληψη πως, μετά την αμερικανική παραδοχή πως η κατάσταση στο Ιράκ είναι πράγματι ανεξέλεγκτη, η κυβέρνηση Μπους ίσως επιδιώξει πολιτική συνεργασία με τη Δαμασκό και την Τεχεράνη έναντι διπλωματικών ανταλλαγμάτων.

Το πρόβλημα μ’ αυτό το σενάριο είναι ότι στηρίζεται στην προϋπόθεση πως η Συρία και το Ιράν, αλλά και η Ιορδανία με τη Σαουδική Αραβία, όχι μόνο θέλουν, αλλά και μπορούν ν’ αναχαιτίσουν την καταστροφή του Ιράκ. Είναι όμως καταφανές πως οι γειτονικές χώρες δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα. Αν μπορούσαν θα το είχαν κάνει εδώ και καιρό. Ήδη, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, τα κύματα προσφύγων από το Ιράκ προς τη Συρία και την Ιορδανία έχουν ξεπεράσει εκείνα της εποχής του Ιρανο-Ιρακινού πολέμου. Αν και κανείς δε γνωρίζει πόσοι ακριβώς είναι οι Ιρακινοί που έχουν διασχίσει τα σύνορα με τη Συρία, οι τελευταίοι υπολογίζονται σ’ ένα εκατομμύριο, ενώ αρκετές χιλιάδες καταφτάνουν εκεί καθημερινά. Άλλο ένα εκατομμύριο Ιρακινοί έχουν περάσει τα σύνορα με την Ιορδανία, η οποία δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συντηρήσει πολλούς περισσότερους. Άλλες 200.000 βρίσκονται στην Αίγυπτο, περίπου 40.000 στο Λίβανο, αρκετές χιλιάδες στη Σαουδική Αραβία, στην Τουρκία, στη Λιβύη, ακόμα και στην Υεμένη.

Η παρορμητική αυτή μετανάστευση πυροδοτείται μαζικά από την τρομοκράτηση της σουνιτικής μειονότητας. Οι σουνίτες, παραδοσιακά οπαδοί του κόμματος Μπάαθ, στελέχωναν σχεδόν αποκλειστικά την ιρακινή εξουσία κατά τη διάρκεια της πολυετούς δικτατορίας του σουνίτη Σαντάμ Χουσεΐν. Σήμερα όμως υπόκεινται σε συστηματική εκκαθάριση από τις πολυπληθείς σιιτικές παραστρατιωτικές οργανώσεις που ελέγχουν όλο και μεγαλύτερα τμήματα της χώρας. Προσωπικά είμαι πεπεισμένος πως η σχεδόν ολική εξαφάνιση των σουνιτών από το κεντρικό και βόρειο Ιράκ είναι θέμα χρόνου. Κάποια στιγμή οι σιίτες θα προσπαθήσουν να καταλάβουν οριστικά τη Βαγδάτη, μεταμορφώνοντας την σε αμιγώς σιιτική πόλη και οδηγώντας τους σουνίτες κατά κύματα προς την επαρχία Ανμπάρ και τα συριο-ιορδανικά σύνορα. Καθώς δε θα μπορούν να κινηθούν προς τις εχθρικά διακείμενες προς αυτούς κουρδικές επαρχίες του βόρειου Ιράκ, οι πρόσφυγες θ’ αναγκαστούν να εγκατασταθούν κατά εκατοντάδες χιλιάδες σε στρατόπεδα στην απέναντι πλευρά των συνόρων. Η ιδέα αυτή έχει πανικοβάλει τις γειτονικές χώρες. Πρόσφατα μια έκθεση του υπουργείου εσωτερικών της Ιορδανίας ανέφερε πως, αν κάτι τέτοιο συμβεί, οι πληθυσμιακές ανακατατάξεις στην περιοχή θα είναι τόσο ραγδαίες που η Ιορδανία πιθανόν να πάψει να υφίσταται ως τη χώρα που ξέρουμε σήμερα.

Όταν το παραπάνω σενάριο αρχίσει να ξεδιπλώνεται, οι γειτονικές χώρες θα έχουν τρεις επιλογές. Η πρώτη θα είναι να κλείσουν τα σύνορα και ν’ αρνηθούν οποιαδήποτε βοήθεια στους εκτοπισμένους σουνίτες του Ιράκ. Το επακόλουθο αυτής της πολιτικής θα είναι φυσικά γενοκτονία. Η δεύτερη θα είναι ν’ ανοίξουν τα σύνορά τους και να δεχτούν τα κύματα των εκτοπισμένων, που θα είναι τόσο μεγάλα ώστε να κάνουν τη μικρασιατική καταστροφή να φαντάζει αμελητέα. Η τρίτη θα είναι να μπουν ενεργά στη διαμάχη με το μέρος των σουνιτών, οπλίζοντας και εκπαιδεύοντάς τους ώστε να τους ωθήσουν να παραμείνουν στο Ιράκ. Η επιλογή αυτή είναι φυσικά η πιο ρεαλιστική, αλλά και η πιο επικίνδυνη, γιατί οδηγεί μαθηματικά στη διατήρηση, καθώς και στη γενίκευση, της εμφύλιας σύρραξης.

ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ;

Η εντατικοποίηση του εμφύλιου σπαραγμού στο Ιράκ θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Το ζήτημα για τους Αμερικανούς είναι να περιοριστεί μέσα στα σύνορα της χώρας. Τίθεται λοιπόν το εξής ερώτημα, που τελευταία συζητείται επανειλημμένα από αναλυτές ολόκληρου του πολιτικού φάσματος: «τι πρέπει να γίνει για να μην παρασύρει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή ο ιρακινός εμφύλιος;».

Όμως και αυτό το ερώτημα είναι στη βάση του παραπλανητικό, διότι αφήνει να εννοηθεί πως το Ιράκ αποτελεί τον μοναδικό κίνδυνο αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής. Όσοι αναλώνονται στην προσπάθεια να το απαντήσουν ξεχνούν πως η αραβική χερσόνησος αποτελεί μαζί με την κεντρική Αφρική τις δυο περιοχές της υφηλίου που απειλούνται ταυτόχρονα από τρεις εμφύλιους πόλεμους: στο Ιράκ (σουνίτες εναντίον σιιτών), στην Παλαιστίνη (Χαμάς εναντίον Φατάχ) και στο Λίβανο (Χεζμπολά εναντίον σουνιτών και φαλαγγιστών). Το Ιράκ πρέπει να θεωρείται χαμένο. Στην Παλαιστίνη και στο Λίβανο ίσως υπάρχει ακόμα κάποια ελπίδα, εάν η διεθνής κοινότητα βρει την τόλμη ν’ αναλάβει αποφασιστικές πρωτοβουλίες, παρακάμπτοντας την παράφορη αδιαλλαξία των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Τι θα γίνει όμως εάν και οι τρεις αυτοί διαφαινόμενοι εμφύλιοι πόλεμοι ξεσπάσουν ταυτόχρονα; Που θα τρέξουν πρώτα οι κλειδοκράτορες της «νέας τάξης πραγμάτων» για να σβήσουν τη φωτιά;

Το μόνο βέβαιο είναι πως η περίπτωση της Μέσης Ανατολής δεν είναι όπως η Ρουάντα ή το Σουδάν. Εάν η στρατηγικής σημασίας αραβική χερσόνησος κυλιστεί στο αίμα, η διεθνής κοινότητα δε θα έχει την πολυτέλεια να παρακολουθήσει τη διαμάχη εξ αποστάσεως, δίχως ν’ ανησυχεί για τις πολιτικο-οικονομικές παρενέργειες, οι οποίες θα είναι κατά πάσα πιθανότητα σαρωτικές.

Παραπομπές

[1] Paley, A.R. (2006) «Most Iraqis Favor Immediate US Pullout, Polls Show», The Washington Post, 27 Σεπτεμβρίου, σελ. Α22.
[2] Knickmeyer, E. (2003) «Restarting Baghdad's Power Plant May Help Bring Order to the City», Associated Press, 18 Απριλίου.
[3] Nordland, R. (2006) «Good Intentions Gone Bad», Newsweek, 13 Ιουνίου.
[4] Kadi, S. (2006) «Coup Against Maliki Reported in the Making», United Press International, 23 Οκτωβρίου.
[5] Έτσι χαρακτηρίζεται ο αλ-Σαντρ στο εξώφυλλο του περιοδικού του τεύχους της 27ης Νοεμβρίου 2006, που μπορείτε να βρείτε εδώ.

15/12/06

Εξελίξεις στην Υπόθεση Λιτβινένκο

Το κείμενο που ακολουθεί ήταν το κύριο άρθρο του περιοδικού Αντί, τεύχος 884, 15 Δεκεμβρίου 2006. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Κατασκοπίας Συνέχεια: Εξελίξεις στην Υπόθεση Λιτβινένκο».

ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ πολέμου, ο Peter Wright, υψηλόβαθμο στέλεχος της βρετανικής αντικατασκοπίας (ΜΙ5), είχε πάντοτε μαζί του ένα μικρό κλειδί. Το κλειδί άνοιγε ένα ατσάλινο χρηματοκιβώτιο, στα έγκατα του κέντρου επιχειρήσεων της ΜΙ5, όπου φυλασσόταν φιάλες με αντίδοτα για όλα τα γνωστά δηλητήρια που χρησιμοποιούσαν η KGB και η GRU –οι πολιτικές και στρατιωτικές πτέρυγες των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών.

Σήμερα οι περισσότερες μυστικές υπηρεσίες του προηγμένου κόσμου διατηρούν τοξικολογικά εργαστήρια για την κατασκευή δηλητηρίων και αντιδότων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, ελάχιστες ώρες μετά την εξακρίβωση της ουσίας που προξένησε το θάνατο του Αλεξάντρ Λιτβινένκο, πρώην πράκτορα της KGB και της μετασοβιετικής FSB, Βρετανοί ανακριτές μετέβησαν αμέσως στη Μόσχα. Οι ειδήμονες της βρετανικής αντικατασκοπίας δε διατηρούν αυταπάτες σχετικά με την πηγή του πολώνιου-210 –της ραδιενεργής ουσίας που τερμάτισε τη φιλόδοξη καριέρα του Λιτβινένκο.

Δείγμα ραδιενεργού πολώνιου-210, γερμανικής προέλευσης. Η υπόθεση Λιτβινένκο δεν ήταν η πρώτη φορά που μυστικές υπηρεσίες έκαναν χρήση της θανατηφόρας αυτής ουσίας για ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Στελέχη της ΜΙ5 δήλωσαν την περασμένη εβδομάδα στους Times του Λονδίνου πως θεωρούν την FSB και τις εκτελεστικές της παραφυάδες ως τους μοναδικούς ύποπτους στην υπόθεση[1].

Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως οι Βρετανοί θα τολμήσουν να προβούν σε απροκάλυπτες κατηγορίες εναντίον του Κρεμλίνου. Ο Τόνι Μπλερ μπορεί να διαβεβαιώνει τους συναδέλφους του στο κοινοβούλιο πως η κυβέρνησή του δε φοβάται το διπλωματικό σκάνδαλο. Όμως η Μόσχα, διαμέσου του Ρώσου υπουργού εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, δήλωσε δίχως υπεκφυγές πως «οι ρωσο-βρετανικές σχέσεις θα φθαρούν ανεπανόρθωτα εάν το Λονδίνο επιλέξει να συνεχίσει να πολιτικοποιεί» το θάνατο του Λιτβινένκο[2].

Εν τω μεταξύ, οι έρευνες εστιάζονται σε δύο πρόσωπα. Το ένα είναι ο Αντρέι Λουγκοβόι, πρώην πράκτορας της KGB. Ο Λουγκοβόι ταξίδεψε στις 31 Οκτωβρίου με την οικογένειά του από τη Μόσχα στο Λονδίνο για να παρακολουθήσει τον ποδοσφαιρικό αγώνα της Άρσεναλ με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Στις 1 Νοεμβρίου συναντήθηκε με τον Λιτβινένκο σε κεντρικό ξενοδοχείο του Λονδίνου (βλ. προηγούμενο άρθρο μου στο Αντί, τχ. 883). Στα τέλη του ίδιου μήνα, τεχνικοί της βρετανικής αντικατασκοπίας εντόπισαν ίχνη πολώνιου-210 σε επιλεγμένα σημεία του σταδίου της αγγλικής ομάδας, καθώς και στα δωμάτια δύο ξενοδοχείων όπου ο Λουγκοβόι διανυκτέρευσε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αγγλία. Από τη Μόσχα, ο Λουγκοβόι δήλωσε στη βρετανική εφημερίδα Daily Telegraph πως είναι θύμα οργανωμένης σκευωρίας[3]. Λίγες ημέρες αργότερα, ο γενικός εισαγγελέας του ρωσικού κράτους Γιούρι Τσάικα αποκάλυψε ότι ο Λουγκοβόι νοσηλεύεται για άγνωστους λόγους σε νοσοκομείο της Μόσχας.

Το δεύτερο πρόσωπο είναι ένας μυστηριώδης Ρώσος στον οποίο οι Βρετανοί ανακριτές είχαν αρχικά δώσει το ψευδώνυμο «Βλαντιμίρ» και πιο πρόσφατα «Ιγκόρ». Ο Ιγκόρ φέρεται ως έμμισθος συνεργάτης των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, με διπλωματική θητεία στην Αυστραλία και τη Βραζιλία, ο οποίος είναι εκπαιδευμένος δολοφόνος με ψυχροπολεμική πείρα.

Παράλληλα, οι Βρετανοί ανακριτές έχουν εκφράσει την επιθυμία τους να συναντηθούν στη Ρωσία με τον Μιχαήλ Τρεπάσκιν (βλ. προηγούμενο άρθρο μου στο Αντί, τχ. 883), πρώην πράκτορα της FSB, ο οποίος εκτίει τετραετή ποινή φυλάκισης για «διαρροή κρατικών μυστικών». Μέσω των δικηγόρων του, ο Τρεπάσκιν διαμήνυσε στους Βρετανούς πως γνωρίζει στοιχεία για την υπόθεση Λιτβινένκο και πως επιθυμεί να τα γνωστοποιήσει άμεσα γιατί υποψιάζεται πως η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο[4].

Όμως οι ρωσικές αρχές έχουν αποκλείσει την πιθανότητα να επιτραπεί «σ’ ένα άτομο καταδικασμένο σε φυλάκιση γι’ αποκάλυψη κρατικών μυστικών να συνεχίσει ν’ αποτελεί πηγή απόρρητων πληροφοριών για τους απεσταλμένους ξένων μυστικών υπηρεσιών»[4]. Ταυτόχρονα, εκπρόσωποι της ρωσικής κυβέρνησης έχουν αποκλείσει κάθε πιθανότητα έκδοσης στο εξωτερικό οποιουδήποτε Ρώσου υπηκόου υποδειχτεί ως ύποπτος από τους Βρετανούς στην υπόθεση Λιτβινένκο.

Την τελευταία φορά που οι βρετανικές αρχές προχώρησαν σε απευθείας διπλωματική ρήξη με το Κρεμλίνο ήταν το 1971, όταν η λιποταξία του κατασκόπου της KGB Όλεγκ Λιάλιν οδήγησε στην απέλαση από τη Βρετανία 105 Σοβιετικών διπλωματών. Η επίσημη ιστορία καταγράφει πως από τότε πολλά έχουν αλλάξει στις σχέσεις Μόσχας-Λονδίνου. Οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν κατά πόσο αυτό αληθεύει.

Παραπομπές

[1] Tendler, S., Evans, M., και McGrory, D. (2006) «Russian Agency Led Poison Plot», The London Times.
[2] Osborn, S., Castle, S., και Popham, P. (2006) «Litvinenko Affair Will Damage Our Relationship With UK, Warns Russia», The Independent, 5 Δεκεμβρίου.
[3] Ανώνυμου (2006) «Litvinenko Inquiry Finds Radioactive Traces at Stadium», The Scotsman, 6 Δεκεμβρίου.
[4] Finn, P., και Jordan, M. (2006) «Moscow Restricts British Police Investigating Ex-Spy's Death», The Washington Post, 6 Δεκεμβρίου, σελ. Α18.

1/12/06

Η Υπόθεση Λιτβινένκο και η Ελλάδα

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 883, 1 Δεκεμβρίου 2006, στις σελίδες 44-47. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Υπόθεση Λιτβινένκο: Ζήτημα Κατασκοπίας που Αφορά και την Ελλάδα».

ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ την επέτειο του Πολυτεχνείου, όταν ολόκληρη η Ελλάδα είχε στραμμένη την προσοχή της στους συμβασιούχους και στο πανεπιστημιακό άσυλο, μια σημαντική είδηση πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων: ο Αλεξάντρ Λιτβινένκο, πρώην πράκτορας της ρωσικής αντικατασκοπίας, χαροπάλευε δηλητηριασμένος σε νοσοκομείο του Λονδίνου. Μερικές ημέρες αργότερα ήταν νεκρός. Παρότι οι σχετικές επίσημες ανακοινώσεις έχουν διαφωτίσει ελάχιστα την υπόθεση, πολλές χώρες έχουν στρέψει σ’ αυτή την προσοχή τους. Η Ελλάδα θα έπρεπε οπωσδήποτε να είναι μια από αυτές.

Είναι γενική παραδοχή πως η κατασκοπία είναι το αποπαίδι της ιστορίας και της πολιτικής. Ο ρόλος της υπήρξε πάντοτε καίριος στην εξέλιξη και των δυο, εξακολουθεί όμως να παραμένει καταχωνιασμένη στα αζήτητα της ιστοριογραφίας. Ανάμεσα στους λόγους της συλλογικής αυτής άγνοιας είναι φυσικά η μυστικότητα του επαγγέλματος, αλλά και η ωμότητά του –παρακολουθήσεις, υποκλοπές, εκβιασμοί, δωροδοκίες, ακόμη και εν ψυχρώ δολοφονίες, όλες τους κρατικά θεσπισμένες. Αναπόφευκτα η ανάδειξη της κατασκοπίας και των μεθόδων της σε βασική παράμετρο της πολιτικής ανάλυσης, θα σήμαινε τη διαρκή υπενθύμιση πως, παρά την επιφανειακή τους σοβαροφάνεια, τα προηγμένα έθνη του κόσμου παραμένουν στη βάση τους ημιβάρβαρα. Συχνά, λοιπόν, η έλλειψη ενασχόλησης με το θέμα αποτελεί ουσιαστικά την εθελούσια υπεκφυγή της ωμής πραγματικότητας. Η περιορισμένη δημοσιότητα που δόθηκε στη δολοφονία του Λιτβινένκο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της υπεκφυγής.

Γεννημένος στα ρωσο-ουκρανικά σύνορα το 1962, ο Λιτβινένκο υπηρέτησε από το 1988 την KGB (Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας), καθώς και τη μετασοβιετική της διάδοχό FSB (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφάλειας). Η υψηλόβαθμη θέση του στην υπηρεσία του επέτρεψε να παρακολουθήσει από κοντά τη συστηματική υπερσυγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπο του Μπόρις Γιέλτσιν.

Ο Λιτβινένκο (δεξιά) σε συνέντευξη τύπου στη Μόσχα, το 1998, όπου μαζί μ' έναν άγνωστης ταυτότητας πρώην πράκτορα της FSB (αριστερά), κατήγγειλαν την κυβέρνηση Γιέλτσιν στο Ρωσικό κοινό.

Το 1998 εκδιώχθηκε από την FSB όταν κατηγόρησε τον Γιέλτσιν ότι είχε προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει την υπηρεσία για δολοφονίες πολιτικών του αντιπάλων. Το 2000, μετά από αλλεπάλληλες συλλήψεις και φυλακίσεις, ο Λιτβινένκο διέφυγε μαζί με την οικογένειά του αρχικά στην Τουρκία και κατόπιν στη Βρετανία. Οι Βρετανοί του χορήγησαν πολιτικό άσυλο για να τον προστατέψουν, όχι απλά ως πολιτικό πρόσφυγα, αλλά και ως εξαιρετικά χρήσιμο πληροφοριοδότη. Κατάλαβαν πως είχαν στα χέρια τους τον πιο υψηλόβαθμο λιποτάκτη των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών της μετασοβιετικής περιόδου και πως ο Λιτβινένκο είχε μετατραπεί αυτόματα σε κινούμενο στόχο της ρωσικής αντικατασκοπίας.

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Μερικούς μήνες νωρίτερα, το καλοκαίρι του 1999, μια σειρά εκρήξεων σε πολυκατοικίες διαφόρων πόλεων της Ρωσίας είχαν σοκάρει τη ρωσική κοινή γνώμη, έχοντας παράλληλα στοιχίσει τη ζωή σχεδόν τριακοσίων ανθρώπων. Η FSB είχε αποδώσει την ευθύνη στις γνωστές παραστρατιωτικές οργανώσεις Τσετσένων αυτονομιστών. Όμως στις 22 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους η σκοτεινή αυτή ιστορία έλαβε μια αναπάντεχη τροπή, καθώς αστυνομικοί της πόλης του Ριαζάν συνέλαβαν πράκτορες της FSB ενώ προσπαθούσαν να τοποθετήσουν ύποπτους σάκους στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας. Η FSB έσπευσε να δηλώσει πως οι πράκτορές της είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια μιας άσκησης και πως οι σάκοι περιείχαν ζάχαρη. Όμως η πρώτη δειγματοληψία για εκρηκτικές ύλες στους σάκους υπήρξε θετική. Ενεργώντας προφανώς υπό πίεση, ο διευθυντής του Ρωσικού Κέντρου Ανάλυσης Εκρηκτικών Υλών ακύρωσε την πρώτη δειγματοληψία και υποσχέθηκε μια δεύτερη, «πιο επιστημονική». Στο τέλος, η υπόσχεση αυτή αθετήθηκε, καθώς η υπόθεση της ένορκης διοικητικής εξέτασης του θέματος καταχωνιάστηκε στα σκονισμένα ράφια της Ρωσικής γραφειοκρατίας[1].

Παρά τη σκανδαλώδη αυτή αποσιώπηση, η ανασφάλεια της τρομοκρατημένης κοινής γνώμης ήταν αρκετή για να χαρίσει στον Βλαντιμίρ Πούτιν τη νίκη στις εθνικές εκλογές, μερικούς μήνες αργότερα. Ο τελευταίος εκλέχθηκε υποσχόμενος την οριστική πάταξη της τσετσενικής τρομοκρατίας. Όμως μια μικρή ομάδα έμπειρων παρατηρητών είχε επισημάνει τις ύποπτες συμπτώσεις αυτής της εξέλιξης: πράκτορες της FSB είχαν συλληφθεί την ώρα που έθεταν σε λειτουργία βομβιστικό μηχανισμό παρόμοιο μ’ εκείνους που είχαν χρησιμοποιηθεί σε προηγούμενες τρομοκρατικές ενέργειες σε πολυκατοικίες. Ενώ η διοικητική εξέταση του σκανδάλου είχε οδηγηθεί σε γραφειοκρατικό αδιέξοδο, οι τρομοκρατημένοι πολίτες είχαν εξουσιοδοτήσει τον Πούτιν, έναν άγνωστο μέχρι τότε πολιτικό, πρώην πράκτορα της KGB, να διαχειριστεί την εξουσία της πάλαι ποτέ υπερδύναμης. Οι υποψίες τους εντάθηκαν όταν, αφού κατέλαβε την εξουσία, ο Πούτιν επιδόθηκε σε μια ανηλεή εκκαθάριση της ρωσικής κυβερνητικής μηχανής, διορίζοντας σε καίρια πόστα δεκάδες πρώην συναδέλφους του, επίσης πράκτορες της KGB.

Κατά τους επόμενους μήνες, το καθεστώς Πούτιν στράφηκε στη συστηματική εξόντωση όλων όσων επέμεναν να υπενθυμίζουν δημόσια το σκάνδαλο. Ο πυροτεχνουργός Γιούρι Τκατσένκο, που διαχειρίστηκε την υπόθεση της βόμβας στην πόλη Ριαζάν, απολύθηκε. Ο Μιχαήλ Τρεπάσκιν, δικηγόρος και πρώην πράκτορας της FSB, που επιχείρησε να φέρει την υπόθεση στη δικαιοσύνη, φυλακίστηκε με την κατηγορία της «παράνομης διάδοσης κρατικών απορρήτων», παρά τις διαμαρτυρίες της Διεθνούς Αμνηστίας[2]. Το 2002, ο Αλεξάντρ Λιτβινένκο ένωσε από τη Βρετανία τη φωνή του με τους κατατρεγμένους διαφωνούντες συναδέλφους του συγγράφοντας μαζί με τον αυτοεξόριστο Ρώσο ακαδημαϊκό Γιούρι Φελστίνσκι το βιβλίο Blowing Up Russia[3] (Ανατινάζοντας τη Ρωσία), όπου καταγράφεται λεπτομερώς το πως οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες ανέλαβαν τα ηνία της χώρας μέσω της βομβιστικής εκστρατείας του καλοκαιριού του 1999. Την εποχή εκείνη, οι Ρώσοι διαφωνούντες στο εξωτερικό, όπως ο Λιτβινένκο, ένιωθαν ασφαλείς λόγω της γεωγραφικής απόστασης που τους χώριζε απ’ το Κρεμλίνο. Όλα όμως άλλαξαν το φετινό Νοέμβρη.

ΕΝΑΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΣ ΣΤΟΧΟΣ

Στη 1 Νοεμβρίου, ο Λιτβινένκο συνάντησε σε κεντρικό ξενοδοχείο του Λονδίνου δυο Ρώσους, τον Αντρέι Λουγκοβόι, πρώην πράκτορα της KGB, κι έναν μυστηριώδη άνδρα γνωστό μόνο με τ’ όνομα Βλάντιμιρ. Ο Βλάντιμιρ μίλησε ελάχιστα κατά τη διάρκεια της συνάντησης, αλλά προσκάλεσε επίμονα τον Λιτβινένκο να πιει μαζί του τσάι. Αργότερα, στις 3 το μεσημέρι, ο Λιτβινένκο συνάντησε σ’ ένα εστιατόριο τον Ιταλό ακαδημαϊκό Μάριο Σκαραμέλα. Ο Σκαραμέλα, που είναι ειδήμων στην ιστορία του Ψυχρού Πολέμου και σε θέματα κατασκοπίας, συνεργαζόταν με τον Λιτβινένκο στην «Επιτροπή Μιτρόκιν» του ιταλικού κοινοβουλίου, η οποία διευθύνεται από τον γερουσιαστή Πάολο Γκουζάντι. Η επιτροπή πήρε τ’ όνομά της από τον Βασίλι Μιτρόκιν, που υπήρξε για δεκαετίες τοποτηρητής του αρχείου της KGB. To 1992, ο Μιτρόκιν επισκέφτηκε πανικόβλητος τη Βρετανική πρεσβεία στο Ταλίν της Εσθονίας, όπου και ζήτησε πολιτικό άσυλο, προσφέροντας ως αντάλλαγμα δεκάδες τόμους απόρρητων ιστορικών εγγράφων της KGB. Με βάση τους τόμους αυτούς, που είναι σήμερα γνωστοί ως αρχείο Μιτρόκιν, η «Επιτροπή Μιτρόκιν» προσπαθεί εδώ και χρόνια να διαλευκάνει το ιστορικό των ψυχροπολεμικών επιχειρήσεων της KGB στην Ιταλία.

Ο Σκαραμέλα ήθελε να συναντηθεί με τον Λιτβινένκο για να τον προειδοποιήσει πως η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Πρόσφατα, ο Ιταλός ακαδημαϊκός είχε λάβει απειλητικά emails εναντίον όλων των καθοδηγητών του προγράμματος Μιτρόκιν, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου, του γερουσιαστή Γκουζάντι, και του Λιτβινένκο. Ήταν όμως πολύ αργά. Λίγες ημέρες αργότερα, όταν ο Σκαραμέλα τηλεφώνησε στον Λιτβινένκο, πληροφορήθηκε πως ο Ρώσος νοσηλευόταν με συμπτώματα οξείας δηλητηρίασης. Κανείς από τους τοξικολόγους του πανεπιστημιακού νοσοκομείου του Κολεγίου του Λονδίνου, όπου ο Λιτβινένκο τελικά ξεψύχησε στις 23 Νοεμβρίου, δεν έχει καταφέρει να εξακριβώσει την τοξική ουσία που ευθύνεται για την ολική σχεδόν μετάπτωση του οργανισμού του. Οι φήμες κάνουν λόγο για ραδιενεργό πολώνιο, ένα τοξικό στοιχείο σε μορφή σκόνης που συσσωρεύεται αρχικά στα νεφρά και διασκορπίζεται μέσω του αίματος στον οργανισμό, παραλύοντας τα κάτω άκρα και καταστρέφοντας σταδιακά τα κύτταρα των περισσότερων βασικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένων του συκωτιού, της καρδιάς και των πνευμόνων. Ταυτόχρονα, καταστρέφει μεγάλες ποσότητες εγκεφαλικών κυττάρων και διαλύει τον νωτιαίο μυελό. Ο θάνατος, όταν τελικά επέλθει, είναι συνήθως ευεργετικός.

ΣΥΝΕΧΟΜΕΝΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ

Αν και τραγική, η περίπτωση του Λιτβινένκο δεν αποτελεί παρά την τελευταία από μια μακρά σειρά φυσικών εξοντώσεων διαφόρων δημοσίων εχθρών του Κρεμλίνου. Το 2002, ο Σαουδάραβας ηγέτης του τσετσενικού αντάρτικου, Ομάρ ιμπν Χατάμπ ξεψύχησε όταν άνοιξε ένα δηλητηριασμένο φάκελο που του είχε αποσταλεί ταχυδρομικά. Μερικούς μήνες αργότερα, ο ερευνητής-δημοσιογράφος κι ανεξάρτητος πολιτικός Γιούρι Σιεκότσικιν έχασε τη μάχη με τη ζωή μετά από πολυήμερη νοσηλεία, στην οποία παρουσίασε συμπτώματα παρόμοια μ’ εκείνα του Λιτβινένκο. Το 2004, ο βετεράνος Τσετσένος αυτονομιστής Ζελιμχάν Γιανταρμπίγιεφ δολοφονήθηκε από έκρηξη παγιδευμένου οχήματος στο Κατάρ. Λίγες ημέρες αργότερα, άνδρες της τοπικής αντικατασκοπίας συνέλαβαν δυο Ρώσους πράκτορες της FSB, οι οποίοι ενώ καταδικάστηκαν για το έγκλημα αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι κατόπιν ισχυρών διπλωματικών πιέσεων. Την ίδια χρονιά, ο Βίκτορ Γιουσένκο, κύριος πολιτικός αντίπαλος του ρωσόφιλου Ουκρανού προεδρικού υποψηφίου Βίκτορ Γιανουκόβιτς, δηλητηριάστηκε με διοξείδιο, το οποίο τον παραμόρφωσε και παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή. Τον περασμένο Σεπτέμβρη η δημοσιογράφος Άννα Πολιτκόφσκαγια δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου διέμενε, στο κέντρο της Μόσχας. Η Πολιτκόφσκαγια είχε διατελέσει για χρόνια ανταποκρίτρια στην Τσετσενία μιας σειράς εφημερίδων και ήταν ίσως η γνωστότερη δημόσια επικρίτρια της πολιτικής του Κρεμλίνου στον Καύκασο. Δυο χρόνια πριν από την εκτέλεσή της είχε κατηγορήσει την FSB για απόπειρα δηλητηρίασής της κατά τη διάρκεια μιας πτήσης της Αεροφλότ με προορισμό το Μπεσλάν. Στις 8 Νοεμβρίου μια άλλη δημοσιογράφος, η Φατίμα Τλισόβα, βρέθηκε νεκρή από δηλητήριο στο Βόρειο Καύκασο. Δέκα ημέρες αργότερα, ο πρώην υπεύθυνος ασφαλείας της Τσετσενίας, που είχε εναντιωθεί δημοσίως στη διορισμένη απ’ το Κρεμλίνο τσετσενική κυβέρνηση, δολοφονήθηκε κι εκείνος στο κέντρο της Μόσχας από ομάδες κρούσης της ρωσικής αστυνομίας. Υποστηρίζεται ότι στη συνάντησή του με τον Λιτβινένκο στις 1 Νοεμβρίου, ο Σκαραμέλα είχε δώσει στο Ρώσο αντιρρησία έναν φάκελο με τα ονόματα των πρακτόρων της FSB που φέρονται ως οι δολοφόνοι της Πολιτκόφσκαγια.

Ως παρατηρητής του λουτρού αίματος στη Ρωσία τα τελευταία χρόνια, ο Ντέιβιντ Σάτερ, πρώην απεσταλμένος των Financial Times στη ρωσική πρωτεύουσα, δε μασάει τα λόγια του. Στο βιβλίο του με τίτλο «Σκοτάδι την Αυγή:Η Άνοδος του Ρωσικού Εγκληματικού Κράτους» (Darkness at Dawn: the Rise of the Russian Criminal State)[4] ο Βρετανός δημοσιογράφος προτείνει δυο πιθανές αιτίες της σημερινής κατάστασης: είτε η δολοφονική συμπεριφορά της FSB φανερώνει τις ραδιουργίες της κυβέρνησης Πούτιν, είτε το Κρεμλίνο απλά αδυνατεί να ελέγξει την εγκληματική δράση των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, είναι αδιαμφισβήτητο πως η πολιτική και διπλωματική συμπεριφορά της σημερινής Ρωσίας είναι στην καλύτερη περίπτωση απρόβλεπτη και στη χειρότερη πολύ επικίνδυνη.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι το ρωσικό πρόγραμμα ενεργειακής ανάπτυξης, στο οποίο η Ελλάδα προσπαθεί να παίξει ενεργό ρόλο εδώ και μερικά χρόνια. Ο πετρελαιαγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, που συνυπογράφηκε από τη Ρωσία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2005, αποτελεί βασικό άξονα της προσπάθειας του Κρεμλίνου να προωθήσει ρωσικές πηγές ενέργειας προς τις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως η Μόσχα είναι αποφασισμένη να παίξει το παιχνίδι με τους δικούς της όρους: πρόσφατα ο Ρώσος υφυπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας Αντρέι Ντεμέντιεφ δήλωσε δίχως περιστροφές πως η Ρωσία δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει στη Βουλγαρία και στην Ελλάδα το 49% των δικαιωμάτων του πετρελαιαγωγού, όπως είχε προσυμφωνηθεί. Αντίθετα, η Μόσχα, γνωρίζοντας πως βρίσκεται σε θέση ισχύος, έχει αποφασίσει μονομερώς πως οι εταιρίες που εκμεταλλεύονται τα πετρέλαια του Καζακστάν θα πρέπει να μπουν στη σύμπραξη λαμβάνοντας ένα μέρος των ποσοστών της Ελλάδας και της Βουλγαρίας (Ελευθεροτυπία 22/11)[5].

Παρατηρώντας την επιθετική ενεργειακή διπλωματία των Ρώσων στα Βαλκάνια, στη Γεωργία και αλλού, είναι προφανές πως η Ελλάδα θα χρειαστεί σημαντικά αποθέματα πολιτικής επιμονής και δεξιοτεχνίας για να πετύχει τα φιλόδοξα γεωπολιτικά της σχέδια. Θα χρειαστεί επίσης να οχυρώσει την αντικατασκοπία της, διότι μια εκ των κύριων αποστολών της FSB είναι η οικονομική κατασκοπία, δηλαδή η εφαρμογή κατασκοπικών μεθόδων με στόχο την ενίσχυση της ρωσικής οικονομίας. Η Αθήνα ήταν πάντοτε προσφιλές πεδίο της διεθνούς κατασκοπίας, κάτι που σαφώς δεν πρόκειται ν’ αλλάξει με την είσοδο της Ελλάδας στο ενεργειακό παιχνίδι. Η ελληνική πολιτική ηγεσία, αλλά και οι Έλληνες πολίτες, θα πρέπει απλά να συνειδητοποιήσουν πως όταν μια μικρή χώρα αποφασίζει να παίξει ένα διεθνή ρόλο δυσανάλογο ως προς το μέγεθός της, γίνεται αυτομάτως στόχος της διεθνούς διπλωματίας και της ετεροθαλούς αδελφής της, της κατασκοπίας. Τα αποτελέσματα είναι πολλές φορές ανήθικα και δυσάρεστα, αλλά δεν παύουν να είναι μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού.

Την τελευταία φορά που η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας ήταν κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι αμέσως μετά την λήξη τους ξέσπασε στην Ελλάδα το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών. Για λόγους περισσότερο πολιτικούς, τα επίσημα πορίσματα αναφέρθηκαν σε «αγνώστους υποκλοπείς». Όμως οι γνώστες των τεχνοπολιτικών παραμέτρων της κατασκοπίας και των μεθόδων της –στους οποίους συγκαταλέγεται και ο γράφων– καταλαβαίνουν πως οι ισχυρότεροι εκ των «δυτικών μας συμμάχων» σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να εμπιστευτούν σε μια μικρή και σχετικά ανοργάνωτη χώρα την ασφάλεια της μεγαλύτερης αθλητικής φιέστας της Pax Americana. Μέσα στα πλαίσια της «επίβλεψης» των προετοιμασιών πραγματοποιήθηκαν και οι τηλεφωνικές υποκλοπές, με βασικό στόχο κυβερνητικούς αξιωματούχους και δημόσια πρόσωπα με σημαντικούς ρόλους στην υπόθεση των Ολυμπιακών. Επειδή όμως τα πολιτικά οφέλη του κατασκοπικού αυτού προγράμματος δεν εξαντλήθηκαν με τη λήξη των Αγώνων, και καθώς η ελληνική αντικατασκοπία αποδείχτηκε ανίκανη να το εντοπίσει και να το σταματήσει εγκαίρως, οι «δυτικοί μας σύμμαχοι» το αξιοποίησαν για όσο τους δόθηκε η ευκαιρία.

Με άλλα λόγια, οι υποκλοπείς έκαναν απλά την παράνομη δουλειά τους. Το θέμα είναι τι έκανε η Ελλάδα; Πως χειρίστηκε το θέμα η ελληνική πολιτική ηγεσία, τα μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη; Η αμήχανη κυβέρνηση προσπάθησε να καλύψει αδέξια το σκάνδαλο. Η αντιπολίτευση το χρησιμοποίησε ανεύθυνα για να μεθοδεύσει το στόχο της επανάκτησης της εξουσίας. Τα μέσα ενημέρωσης επιδόθηκαν σ’ ένα μανιώδες κυνήγι μαγισσών, ενώ η σαστισμένη κοινή γνώμη παρέμεινε μέχρι το τέλος τόσο απληροφόρητη όσο και πρώτα. Η ίδια τραγελαφική συμπεριφορά είχε επαναληφθεί απ’ όλους σχεδόν τους δημόσιους φορείς στην υπόθεση της αρπαγής του Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Τότε, όπως και τώρα, η γύμνια και η ανικανότητα της ελληνικής κατασκοπίας και αντικατασκοπίας φανερώθηκε σε όλη την καταθλιπτική της ανεπάρκεια.

Συμπερασματικά λοιπόν, δε μπορεί να κατακρίνει κανείς την ελληνική κυβέρνηση για τους φιλόδοξους ενεργειακούς της σχεδιασμούς στο διεθνή χώρο. Μαζί όμως μ’ αυτά τα σχέδια θα πρέπει να συμβαδίζει και η ικανότητα να προστατευτεί η χώρα από τους στόχους και τις ορέξεις της διεθνούς κατασκοπίας. Η περίπτωση του μακαρίτη Λιτβινένκο δε θα πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Το πρόσφατο σκάνδαλο κατασκοπίας στο τηλεφωνικό δίκτυο της Vodafone είχε ως αποτέλεσμα, εκτός από το διεθνή σάλο, το θάνατο ενός τουλάχιστο ατόμου. Είναι άραγε προετοιμασμένη η ελληνική κοινωνία για περισσότερες παρόμοιες περιπέτειες; Η απάντηση θα πρέπει ν’ απασχολήσει σοβαρά την κυβέρνηση.

Παραπομπές

[1] Μια καλογραμμένη περίληψη του σκανδάλου στο Ριαζάν δίνεται από τον David Sutter, πρώην ανταποκριτή στη Μόσχα των Financial Times, στην έκθεσή του για το Hudson Institute με τίτλο The Shadow of Ryazan: Who Was Behind the Strange Russian Apartment Bombings in September?, The Johns Hopkins School of Advanced International Studies, Ουάσιγκτον, 19 Απριλίου 2002.
[2] Η συνεχιζόμενη εκστρατεία της Διεθνούς Αμνηστίας για τον Τρεπάσκιν συνοψίζεται στην ιστοσελίδα του οργανισμού, η οποία βρίσκεται εδώ.
[3] Felshtinsky, Y., και Litvinenko, Α. (2002) Blowing up Russia: Terror from Within, S.P.I. Books, Λονδίνο.
[4] Satter, D. (2003) Darkness at Dawn: The Rise of the Russian Criminal State, Yale University Press, Νιού Χέιβεν, Κονέκτικατ.
[5] Καϊταντζίδης, Μ. (2006) «Οι Ρώσοι “Κόβουν” Ελληνικό και Βουλγαρικό Μερίδιο», Ελευθεροτυπία, 22 Νοεμβρίου.