1/12/06

Η Υπόθεση Λιτβινένκο και η Ελλάδα

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 883, 1 Δεκεμβρίου 2006, στις σελίδες 44-47. Ο πλήρης τίτλος του είναι «Υπόθεση Λιτβινένκο: Ζήτημα Κατασκοπίας που Αφορά και την Ελλάδα».

ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ την επέτειο του Πολυτεχνείου, όταν ολόκληρη η Ελλάδα είχε στραμμένη την προσοχή της στους συμβασιούχους και στο πανεπιστημιακό άσυλο, μια σημαντική είδηση πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων: ο Αλεξάντρ Λιτβινένκο, πρώην πράκτορας της ρωσικής αντικατασκοπίας, χαροπάλευε δηλητηριασμένος σε νοσοκομείο του Λονδίνου. Μερικές ημέρες αργότερα ήταν νεκρός. Παρότι οι σχετικές επίσημες ανακοινώσεις έχουν διαφωτίσει ελάχιστα την υπόθεση, πολλές χώρες έχουν στρέψει σ’ αυτή την προσοχή τους. Η Ελλάδα θα έπρεπε οπωσδήποτε να είναι μια από αυτές.

Είναι γενική παραδοχή πως η κατασκοπία είναι το αποπαίδι της ιστορίας και της πολιτικής. Ο ρόλος της υπήρξε πάντοτε καίριος στην εξέλιξη και των δυο, εξακολουθεί όμως να παραμένει καταχωνιασμένη στα αζήτητα της ιστοριογραφίας. Ανάμεσα στους λόγους της συλλογικής αυτής άγνοιας είναι φυσικά η μυστικότητα του επαγγέλματος, αλλά και η ωμότητά του –παρακολουθήσεις, υποκλοπές, εκβιασμοί, δωροδοκίες, ακόμη και εν ψυχρώ δολοφονίες, όλες τους κρατικά θεσπισμένες. Αναπόφευκτα η ανάδειξη της κατασκοπίας και των μεθόδων της σε βασική παράμετρο της πολιτικής ανάλυσης, θα σήμαινε τη διαρκή υπενθύμιση πως, παρά την επιφανειακή τους σοβαροφάνεια, τα προηγμένα έθνη του κόσμου παραμένουν στη βάση τους ημιβάρβαρα. Συχνά, λοιπόν, η έλλειψη ενασχόλησης με το θέμα αποτελεί ουσιαστικά την εθελούσια υπεκφυγή της ωμής πραγματικότητας. Η περιορισμένη δημοσιότητα που δόθηκε στη δολοφονία του Λιτβινένκο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της υπεκφυγής.

Γεννημένος στα ρωσο-ουκρανικά σύνορα το 1962, ο Λιτβινένκο υπηρέτησε από το 1988 την KGB (Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας), καθώς και τη μετασοβιετική της διάδοχό FSB (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφάλειας). Η υψηλόβαθμη θέση του στην υπηρεσία του επέτρεψε να παρακολουθήσει από κοντά τη συστηματική υπερσυγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπο του Μπόρις Γιέλτσιν.

Ο Λιτβινένκο (δεξιά) σε συνέντευξη τύπου στη Μόσχα, το 1998, όπου μαζί μ' έναν άγνωστης ταυτότητας πρώην πράκτορα της FSB (αριστερά), κατήγγειλαν την κυβέρνηση Γιέλτσιν στο Ρωσικό κοινό.

Το 1998 εκδιώχθηκε από την FSB όταν κατηγόρησε τον Γιέλτσιν ότι είχε προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει την υπηρεσία για δολοφονίες πολιτικών του αντιπάλων. Το 2000, μετά από αλλεπάλληλες συλλήψεις και φυλακίσεις, ο Λιτβινένκο διέφυγε μαζί με την οικογένειά του αρχικά στην Τουρκία και κατόπιν στη Βρετανία. Οι Βρετανοί του χορήγησαν πολιτικό άσυλο για να τον προστατέψουν, όχι απλά ως πολιτικό πρόσφυγα, αλλά και ως εξαιρετικά χρήσιμο πληροφοριοδότη. Κατάλαβαν πως είχαν στα χέρια τους τον πιο υψηλόβαθμο λιποτάκτη των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών της μετασοβιετικής περιόδου και πως ο Λιτβινένκο είχε μετατραπεί αυτόματα σε κινούμενο στόχο της ρωσικής αντικατασκοπίας.

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Μερικούς μήνες νωρίτερα, το καλοκαίρι του 1999, μια σειρά εκρήξεων σε πολυκατοικίες διαφόρων πόλεων της Ρωσίας είχαν σοκάρει τη ρωσική κοινή γνώμη, έχοντας παράλληλα στοιχίσει τη ζωή σχεδόν τριακοσίων ανθρώπων. Η FSB είχε αποδώσει την ευθύνη στις γνωστές παραστρατιωτικές οργανώσεις Τσετσένων αυτονομιστών. Όμως στις 22 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους η σκοτεινή αυτή ιστορία έλαβε μια αναπάντεχη τροπή, καθώς αστυνομικοί της πόλης του Ριαζάν συνέλαβαν πράκτορες της FSB ενώ προσπαθούσαν να τοποθετήσουν ύποπτους σάκους στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας. Η FSB έσπευσε να δηλώσει πως οι πράκτορές της είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια μιας άσκησης και πως οι σάκοι περιείχαν ζάχαρη. Όμως η πρώτη δειγματοληψία για εκρηκτικές ύλες στους σάκους υπήρξε θετική. Ενεργώντας προφανώς υπό πίεση, ο διευθυντής του Ρωσικού Κέντρου Ανάλυσης Εκρηκτικών Υλών ακύρωσε την πρώτη δειγματοληψία και υποσχέθηκε μια δεύτερη, «πιο επιστημονική». Στο τέλος, η υπόσχεση αυτή αθετήθηκε, καθώς η υπόθεση της ένορκης διοικητικής εξέτασης του θέματος καταχωνιάστηκε στα σκονισμένα ράφια της Ρωσικής γραφειοκρατίας[1].

Παρά τη σκανδαλώδη αυτή αποσιώπηση, η ανασφάλεια της τρομοκρατημένης κοινής γνώμης ήταν αρκετή για να χαρίσει στον Βλαντιμίρ Πούτιν τη νίκη στις εθνικές εκλογές, μερικούς μήνες αργότερα. Ο τελευταίος εκλέχθηκε υποσχόμενος την οριστική πάταξη της τσετσενικής τρομοκρατίας. Όμως μια μικρή ομάδα έμπειρων παρατηρητών είχε επισημάνει τις ύποπτες συμπτώσεις αυτής της εξέλιξης: πράκτορες της FSB είχαν συλληφθεί την ώρα που έθεταν σε λειτουργία βομβιστικό μηχανισμό παρόμοιο μ’ εκείνους που είχαν χρησιμοποιηθεί σε προηγούμενες τρομοκρατικές ενέργειες σε πολυκατοικίες. Ενώ η διοικητική εξέταση του σκανδάλου είχε οδηγηθεί σε γραφειοκρατικό αδιέξοδο, οι τρομοκρατημένοι πολίτες είχαν εξουσιοδοτήσει τον Πούτιν, έναν άγνωστο μέχρι τότε πολιτικό, πρώην πράκτορα της KGB, να διαχειριστεί την εξουσία της πάλαι ποτέ υπερδύναμης. Οι υποψίες τους εντάθηκαν όταν, αφού κατέλαβε την εξουσία, ο Πούτιν επιδόθηκε σε μια ανηλεή εκκαθάριση της ρωσικής κυβερνητικής μηχανής, διορίζοντας σε καίρια πόστα δεκάδες πρώην συναδέλφους του, επίσης πράκτορες της KGB.

Κατά τους επόμενους μήνες, το καθεστώς Πούτιν στράφηκε στη συστηματική εξόντωση όλων όσων επέμεναν να υπενθυμίζουν δημόσια το σκάνδαλο. Ο πυροτεχνουργός Γιούρι Τκατσένκο, που διαχειρίστηκε την υπόθεση της βόμβας στην πόλη Ριαζάν, απολύθηκε. Ο Μιχαήλ Τρεπάσκιν, δικηγόρος και πρώην πράκτορας της FSB, που επιχείρησε να φέρει την υπόθεση στη δικαιοσύνη, φυλακίστηκε με την κατηγορία της «παράνομης διάδοσης κρατικών απορρήτων», παρά τις διαμαρτυρίες της Διεθνούς Αμνηστίας[2]. Το 2002, ο Αλεξάντρ Λιτβινένκο ένωσε από τη Βρετανία τη φωνή του με τους κατατρεγμένους διαφωνούντες συναδέλφους του συγγράφοντας μαζί με τον αυτοεξόριστο Ρώσο ακαδημαϊκό Γιούρι Φελστίνσκι το βιβλίο Blowing Up Russia[3] (Ανατινάζοντας τη Ρωσία), όπου καταγράφεται λεπτομερώς το πως οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες ανέλαβαν τα ηνία της χώρας μέσω της βομβιστικής εκστρατείας του καλοκαιριού του 1999. Την εποχή εκείνη, οι Ρώσοι διαφωνούντες στο εξωτερικό, όπως ο Λιτβινένκο, ένιωθαν ασφαλείς λόγω της γεωγραφικής απόστασης που τους χώριζε απ’ το Κρεμλίνο. Όλα όμως άλλαξαν το φετινό Νοέμβρη.

ΕΝΑΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΣ ΣΤΟΧΟΣ

Στη 1 Νοεμβρίου, ο Λιτβινένκο συνάντησε σε κεντρικό ξενοδοχείο του Λονδίνου δυο Ρώσους, τον Αντρέι Λουγκοβόι, πρώην πράκτορα της KGB, κι έναν μυστηριώδη άνδρα γνωστό μόνο με τ’ όνομα Βλάντιμιρ. Ο Βλάντιμιρ μίλησε ελάχιστα κατά τη διάρκεια της συνάντησης, αλλά προσκάλεσε επίμονα τον Λιτβινένκο να πιει μαζί του τσάι. Αργότερα, στις 3 το μεσημέρι, ο Λιτβινένκο συνάντησε σ’ ένα εστιατόριο τον Ιταλό ακαδημαϊκό Μάριο Σκαραμέλα. Ο Σκαραμέλα, που είναι ειδήμων στην ιστορία του Ψυχρού Πολέμου και σε θέματα κατασκοπίας, συνεργαζόταν με τον Λιτβινένκο στην «Επιτροπή Μιτρόκιν» του ιταλικού κοινοβουλίου, η οποία διευθύνεται από τον γερουσιαστή Πάολο Γκουζάντι. Η επιτροπή πήρε τ’ όνομά της από τον Βασίλι Μιτρόκιν, που υπήρξε για δεκαετίες τοποτηρητής του αρχείου της KGB. To 1992, ο Μιτρόκιν επισκέφτηκε πανικόβλητος τη Βρετανική πρεσβεία στο Ταλίν της Εσθονίας, όπου και ζήτησε πολιτικό άσυλο, προσφέροντας ως αντάλλαγμα δεκάδες τόμους απόρρητων ιστορικών εγγράφων της KGB. Με βάση τους τόμους αυτούς, που είναι σήμερα γνωστοί ως αρχείο Μιτρόκιν, η «Επιτροπή Μιτρόκιν» προσπαθεί εδώ και χρόνια να διαλευκάνει το ιστορικό των ψυχροπολεμικών επιχειρήσεων της KGB στην Ιταλία.

Ο Σκαραμέλα ήθελε να συναντηθεί με τον Λιτβινένκο για να τον προειδοποιήσει πως η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Πρόσφατα, ο Ιταλός ακαδημαϊκός είχε λάβει απειλητικά emails εναντίον όλων των καθοδηγητών του προγράμματος Μιτρόκιν, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου, του γερουσιαστή Γκουζάντι, και του Λιτβινένκο. Ήταν όμως πολύ αργά. Λίγες ημέρες αργότερα, όταν ο Σκαραμέλα τηλεφώνησε στον Λιτβινένκο, πληροφορήθηκε πως ο Ρώσος νοσηλευόταν με συμπτώματα οξείας δηλητηρίασης. Κανείς από τους τοξικολόγους του πανεπιστημιακού νοσοκομείου του Κολεγίου του Λονδίνου, όπου ο Λιτβινένκο τελικά ξεψύχησε στις 23 Νοεμβρίου, δεν έχει καταφέρει να εξακριβώσει την τοξική ουσία που ευθύνεται για την ολική σχεδόν μετάπτωση του οργανισμού του. Οι φήμες κάνουν λόγο για ραδιενεργό πολώνιο, ένα τοξικό στοιχείο σε μορφή σκόνης που συσσωρεύεται αρχικά στα νεφρά και διασκορπίζεται μέσω του αίματος στον οργανισμό, παραλύοντας τα κάτω άκρα και καταστρέφοντας σταδιακά τα κύτταρα των περισσότερων βασικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένων του συκωτιού, της καρδιάς και των πνευμόνων. Ταυτόχρονα, καταστρέφει μεγάλες ποσότητες εγκεφαλικών κυττάρων και διαλύει τον νωτιαίο μυελό. Ο θάνατος, όταν τελικά επέλθει, είναι συνήθως ευεργετικός.

ΣΥΝΕΧΟΜΕΝΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ

Αν και τραγική, η περίπτωση του Λιτβινένκο δεν αποτελεί παρά την τελευταία από μια μακρά σειρά φυσικών εξοντώσεων διαφόρων δημοσίων εχθρών του Κρεμλίνου. Το 2002, ο Σαουδάραβας ηγέτης του τσετσενικού αντάρτικου, Ομάρ ιμπν Χατάμπ ξεψύχησε όταν άνοιξε ένα δηλητηριασμένο φάκελο που του είχε αποσταλεί ταχυδρομικά. Μερικούς μήνες αργότερα, ο ερευνητής-δημοσιογράφος κι ανεξάρτητος πολιτικός Γιούρι Σιεκότσικιν έχασε τη μάχη με τη ζωή μετά από πολυήμερη νοσηλεία, στην οποία παρουσίασε συμπτώματα παρόμοια μ’ εκείνα του Λιτβινένκο. Το 2004, ο βετεράνος Τσετσένος αυτονομιστής Ζελιμχάν Γιανταρμπίγιεφ δολοφονήθηκε από έκρηξη παγιδευμένου οχήματος στο Κατάρ. Λίγες ημέρες αργότερα, άνδρες της τοπικής αντικατασκοπίας συνέλαβαν δυο Ρώσους πράκτορες της FSB, οι οποίοι ενώ καταδικάστηκαν για το έγκλημα αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι κατόπιν ισχυρών διπλωματικών πιέσεων. Την ίδια χρονιά, ο Βίκτορ Γιουσένκο, κύριος πολιτικός αντίπαλος του ρωσόφιλου Ουκρανού προεδρικού υποψηφίου Βίκτορ Γιανουκόβιτς, δηλητηριάστηκε με διοξείδιο, το οποίο τον παραμόρφωσε και παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή. Τον περασμένο Σεπτέμβρη η δημοσιογράφος Άννα Πολιτκόφσκαγια δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου διέμενε, στο κέντρο της Μόσχας. Η Πολιτκόφσκαγια είχε διατελέσει για χρόνια ανταποκρίτρια στην Τσετσενία μιας σειράς εφημερίδων και ήταν ίσως η γνωστότερη δημόσια επικρίτρια της πολιτικής του Κρεμλίνου στον Καύκασο. Δυο χρόνια πριν από την εκτέλεσή της είχε κατηγορήσει την FSB για απόπειρα δηλητηρίασής της κατά τη διάρκεια μιας πτήσης της Αεροφλότ με προορισμό το Μπεσλάν. Στις 8 Νοεμβρίου μια άλλη δημοσιογράφος, η Φατίμα Τλισόβα, βρέθηκε νεκρή από δηλητήριο στο Βόρειο Καύκασο. Δέκα ημέρες αργότερα, ο πρώην υπεύθυνος ασφαλείας της Τσετσενίας, που είχε εναντιωθεί δημοσίως στη διορισμένη απ’ το Κρεμλίνο τσετσενική κυβέρνηση, δολοφονήθηκε κι εκείνος στο κέντρο της Μόσχας από ομάδες κρούσης της ρωσικής αστυνομίας. Υποστηρίζεται ότι στη συνάντησή του με τον Λιτβινένκο στις 1 Νοεμβρίου, ο Σκαραμέλα είχε δώσει στο Ρώσο αντιρρησία έναν φάκελο με τα ονόματα των πρακτόρων της FSB που φέρονται ως οι δολοφόνοι της Πολιτκόφσκαγια.

Ως παρατηρητής του λουτρού αίματος στη Ρωσία τα τελευταία χρόνια, ο Ντέιβιντ Σάτερ, πρώην απεσταλμένος των Financial Times στη ρωσική πρωτεύουσα, δε μασάει τα λόγια του. Στο βιβλίο του με τίτλο «Σκοτάδι την Αυγή:Η Άνοδος του Ρωσικού Εγκληματικού Κράτους» (Darkness at Dawn: the Rise of the Russian Criminal State)[4] ο Βρετανός δημοσιογράφος προτείνει δυο πιθανές αιτίες της σημερινής κατάστασης: είτε η δολοφονική συμπεριφορά της FSB φανερώνει τις ραδιουργίες της κυβέρνησης Πούτιν, είτε το Κρεμλίνο απλά αδυνατεί να ελέγξει την εγκληματική δράση των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, είναι αδιαμφισβήτητο πως η πολιτική και διπλωματική συμπεριφορά της σημερινής Ρωσίας είναι στην καλύτερη περίπτωση απρόβλεπτη και στη χειρότερη πολύ επικίνδυνη.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι το ρωσικό πρόγραμμα ενεργειακής ανάπτυξης, στο οποίο η Ελλάδα προσπαθεί να παίξει ενεργό ρόλο εδώ και μερικά χρόνια. Ο πετρελαιαγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, που συνυπογράφηκε από τη Ρωσία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2005, αποτελεί βασικό άξονα της προσπάθειας του Κρεμλίνου να προωθήσει ρωσικές πηγές ενέργειας προς τις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως η Μόσχα είναι αποφασισμένη να παίξει το παιχνίδι με τους δικούς της όρους: πρόσφατα ο Ρώσος υφυπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας Αντρέι Ντεμέντιεφ δήλωσε δίχως περιστροφές πως η Ρωσία δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει στη Βουλγαρία και στην Ελλάδα το 49% των δικαιωμάτων του πετρελαιαγωγού, όπως είχε προσυμφωνηθεί. Αντίθετα, η Μόσχα, γνωρίζοντας πως βρίσκεται σε θέση ισχύος, έχει αποφασίσει μονομερώς πως οι εταιρίες που εκμεταλλεύονται τα πετρέλαια του Καζακστάν θα πρέπει να μπουν στη σύμπραξη λαμβάνοντας ένα μέρος των ποσοστών της Ελλάδας και της Βουλγαρίας (Ελευθεροτυπία 22/11)[5].

Παρατηρώντας την επιθετική ενεργειακή διπλωματία των Ρώσων στα Βαλκάνια, στη Γεωργία και αλλού, είναι προφανές πως η Ελλάδα θα χρειαστεί σημαντικά αποθέματα πολιτικής επιμονής και δεξιοτεχνίας για να πετύχει τα φιλόδοξα γεωπολιτικά της σχέδια. Θα χρειαστεί επίσης να οχυρώσει την αντικατασκοπία της, διότι μια εκ των κύριων αποστολών της FSB είναι η οικονομική κατασκοπία, δηλαδή η εφαρμογή κατασκοπικών μεθόδων με στόχο την ενίσχυση της ρωσικής οικονομίας. Η Αθήνα ήταν πάντοτε προσφιλές πεδίο της διεθνούς κατασκοπίας, κάτι που σαφώς δεν πρόκειται ν’ αλλάξει με την είσοδο της Ελλάδας στο ενεργειακό παιχνίδι. Η ελληνική πολιτική ηγεσία, αλλά και οι Έλληνες πολίτες, θα πρέπει απλά να συνειδητοποιήσουν πως όταν μια μικρή χώρα αποφασίζει να παίξει ένα διεθνή ρόλο δυσανάλογο ως προς το μέγεθός της, γίνεται αυτομάτως στόχος της διεθνούς διπλωματίας και της ετεροθαλούς αδελφής της, της κατασκοπίας. Τα αποτελέσματα είναι πολλές φορές ανήθικα και δυσάρεστα, αλλά δεν παύουν να είναι μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού.

Την τελευταία φορά που η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας ήταν κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι αμέσως μετά την λήξη τους ξέσπασε στην Ελλάδα το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών. Για λόγους περισσότερο πολιτικούς, τα επίσημα πορίσματα αναφέρθηκαν σε «αγνώστους υποκλοπείς». Όμως οι γνώστες των τεχνοπολιτικών παραμέτρων της κατασκοπίας και των μεθόδων της –στους οποίους συγκαταλέγεται και ο γράφων– καταλαβαίνουν πως οι ισχυρότεροι εκ των «δυτικών μας συμμάχων» σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να εμπιστευτούν σε μια μικρή και σχετικά ανοργάνωτη χώρα την ασφάλεια της μεγαλύτερης αθλητικής φιέστας της Pax Americana. Μέσα στα πλαίσια της «επίβλεψης» των προετοιμασιών πραγματοποιήθηκαν και οι τηλεφωνικές υποκλοπές, με βασικό στόχο κυβερνητικούς αξιωματούχους και δημόσια πρόσωπα με σημαντικούς ρόλους στην υπόθεση των Ολυμπιακών. Επειδή όμως τα πολιτικά οφέλη του κατασκοπικού αυτού προγράμματος δεν εξαντλήθηκαν με τη λήξη των Αγώνων, και καθώς η ελληνική αντικατασκοπία αποδείχτηκε ανίκανη να το εντοπίσει και να το σταματήσει εγκαίρως, οι «δυτικοί μας σύμμαχοι» το αξιοποίησαν για όσο τους δόθηκε η ευκαιρία.

Με άλλα λόγια, οι υποκλοπείς έκαναν απλά την παράνομη δουλειά τους. Το θέμα είναι τι έκανε η Ελλάδα; Πως χειρίστηκε το θέμα η ελληνική πολιτική ηγεσία, τα μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη; Η αμήχανη κυβέρνηση προσπάθησε να καλύψει αδέξια το σκάνδαλο. Η αντιπολίτευση το χρησιμοποίησε ανεύθυνα για να μεθοδεύσει το στόχο της επανάκτησης της εξουσίας. Τα μέσα ενημέρωσης επιδόθηκαν σ’ ένα μανιώδες κυνήγι μαγισσών, ενώ η σαστισμένη κοινή γνώμη παρέμεινε μέχρι το τέλος τόσο απληροφόρητη όσο και πρώτα. Η ίδια τραγελαφική συμπεριφορά είχε επαναληφθεί απ’ όλους σχεδόν τους δημόσιους φορείς στην υπόθεση της αρπαγής του Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Τότε, όπως και τώρα, η γύμνια και η ανικανότητα της ελληνικής κατασκοπίας και αντικατασκοπίας φανερώθηκε σε όλη την καταθλιπτική της ανεπάρκεια.

Συμπερασματικά λοιπόν, δε μπορεί να κατακρίνει κανείς την ελληνική κυβέρνηση για τους φιλόδοξους ενεργειακούς της σχεδιασμούς στο διεθνή χώρο. Μαζί όμως μ’ αυτά τα σχέδια θα πρέπει να συμβαδίζει και η ικανότητα να προστατευτεί η χώρα από τους στόχους και τις ορέξεις της διεθνούς κατασκοπίας. Η περίπτωση του μακαρίτη Λιτβινένκο δε θα πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Το πρόσφατο σκάνδαλο κατασκοπίας στο τηλεφωνικό δίκτυο της Vodafone είχε ως αποτέλεσμα, εκτός από το διεθνή σάλο, το θάνατο ενός τουλάχιστο ατόμου. Είναι άραγε προετοιμασμένη η ελληνική κοινωνία για περισσότερες παρόμοιες περιπέτειες; Η απάντηση θα πρέπει ν’ απασχολήσει σοβαρά την κυβέρνηση.

Παραπομπές

[1] Μια καλογραμμένη περίληψη του σκανδάλου στο Ριαζάν δίνεται από τον David Sutter, πρώην ανταποκριτή στη Μόσχα των Financial Times, στην έκθεσή του για το Hudson Institute με τίτλο The Shadow of Ryazan: Who Was Behind the Strange Russian Apartment Bombings in September?, The Johns Hopkins School of Advanced International Studies, Ουάσιγκτον, 19 Απριλίου 2002.
[2] Η συνεχιζόμενη εκστρατεία της Διεθνούς Αμνηστίας για τον Τρεπάσκιν συνοψίζεται στην ιστοσελίδα του οργανισμού, η οποία βρίσκεται εδώ.
[3] Felshtinsky, Y., και Litvinenko, Α. (2002) Blowing up Russia: Terror from Within, S.P.I. Books, Λονδίνο.
[4] Satter, D. (2003) Darkness at Dawn: The Rise of the Russian Criminal State, Yale University Press, Νιού Χέιβεν, Κονέκτικατ.
[5] Καϊταντζίδης, Μ. (2006) «Οι Ρώσοι “Κόβουν” Ελληνικό και Βουλγαρικό Μερίδιο», Ελευθεροτυπία, 22 Νοεμβρίου.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Κύριε Φιτσανάκη,
Συγχαρητήρια για την προσωπικότητά σας και την αρτιότητα της αρθρογραφίας σας.