23/12/07

Σοσιαλδημοκρατία: Η Ανατομία μιας Κρίσης

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 910 του περιοδικού Αντί, που κυκλοφόρησε στις 21 Δεκεμβρίου του 2007, στις σελίδες 26-28.

ΤΙΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΙΣ πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές στο ΠΑΣΟΚ, σύσσωμος ο ημερήσιος τύπος είχε βαλθεί να χαρτογραφήσει λεπτομερώς την περιβόητη «κρίση της σοσιαλδημοκρατίας». Κρίνοντας όμως από την ταχύτητα με την οποία εξαφανίστηκαν όλες εκείνες οι μακρόσυρτες αναλύσεις μετά την 11η Νοεμβρίου, θα έλεγε κανείς πως η «βαθιά κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας» ξεπεράστηκε με την επανεκλογή του Γιώργου Παπανδρέου στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ!

Όπως συμβαίνει συχνά στην δίσεκτη εποχή της υπερ-πληροφόρησης, η βαθύτερη ουσία του θέματος εξατμίστηκε μαζί με την αστραπιαία εναλλασσόμενη «επικαιρότητα», μαζί με τις ανακυκλούμενες στήλες του μικρόκοσμου των blogs –ενός ηλεκτρονικού σύμπαντος όπου όλοι γράφουν αλλά κανείς πια δε διαβάζει.

Σε αντίθεση με τις εφήμερες ορέξεις των ΜΜΕ, είναι προφανές πως το κατάλληλο χρονικό σημείο για να αναλυθεί η «κρίση της σοσιαλδημοκρατίας» είναι ακριβώς τώρα που η επαναφορτισμένη (αν και δυστυχώς όχι ιδιαίτερα ανανεωμένη) ηγεσία του ΠΑΣΟΚ έχει ξεπεράσει την φθοροποιό ενδοκομματική εκλογομαχία και βρίσκεται αντιμέτωπη με το πολιτικό χάσμα που την χωρίζει από την εξουσία.

Το ζήτημα, φυσικά, είναι πολυσύνθετο, όμως μια επιφανειακή εξέταση αρκεί για να υποδείξει μια σημαντική ασάφεια που ελάχιστα έχει επισημανθεί: συγκεκριμένα την χρήση του όρου «σοσιαλδημοκρατία» αντί «σοσιαλισμός». Τα αρχικά του ΠΑΣΟΚ αντιστοιχούν στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό –και όχι Σοσιαλδημοκρατικό– Κίνημα. Το λογικό ερώτημα που «πλανάται σαν φάντασμα» πάνω από την σχετική συζήτηση είναι γιατί η τελευταία τίθεται στο πλαίσιο της «κρίσης της σοσιαλδημοκρατίας» και όχι «του σοσιαλισμού». Η διαφορά μεταξύ των δυο όρων είναι κάθε άλλο παρά σημειολογική. Περιγράφει δε εννοιολογικά την πολιτική περιπλάνηση του σοσιαλισμού στον 20ο αιώνα, ενός αιώνα που εξέθρεψε τόσο το όραμα του ΠΑΣΟΚ, όσο και το πολιτικό τέλμα στο οποίο έχει σήμερα περιπέσει.

Η ιστορική αφετηρία της πολιτικής αυτής περιπλάνησης ήταν η καθολική αμφισβήτηση οποιασδήποτε συνύπαρξης λαϊκής εξουσίας (δημοκρατίας, δηλαδή, με την κυριολεκτική έννοια του όρου) και εκτεταμένης ιδιωτικής ολιγαρχίας –του συνόλου δηλαδή των οικονομικών πρακτικών τις οποίες σήμερα ονομάζουμε κατ’ ευφημισμό «ιδιωτικό τομέα». Ο λόγος αυτής της αμφισβήτησης είναι προφανής: οι ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι θέσει δομικά και λειτουργικά αντιδημοκρατικές. Πρόκειται για οργανισμούς ιεραρχικά δομημένους, που διέπονται από τους κανόνες του οικονομικού ανταγωνισμού. Το παραδοσιακό αυτό μοντέλο, παρόλο το επιφανειακό lifting στο οποίο έχει υποβληθεί στην εποχή του «ευέλικτου μάρκετινγκ» και της «παγκοσμιοποίησης», παραμένει ουσιαστικά αναλλοίωτο.

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ

Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, η οικονομική ή πολιτική καταδίκη του ιδιωτικού επιχειρησιακού μοντέλου είναι επουσιώδης. Αντίθετα, θα ήταν παράλογο να αρνηθεί κανείς την αναπτυξιακή δυναμική του ιδιωτεύοντος καπιταλισμού, όπως αυτή εκδηλώθηκε κατά την μεταπολεμική εποχή στην Ευρώπη, την Αμερική, την Ασία και αλλού. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι ο πολιτικός χαρακτηρισμός του ιδιωτεύοντος καπιταλισμού, αλλά η ασυμβατότητά του με τη δημοκρατία. Ως πολίτευμα, η δημοκρατία στοχεύει στην αποσύνδεση της οικονομικής ισχύος του κάθε ατόμου από την αξία του ως ενεργού πολίτη. Η επιμονή στη σημασία αυτής της αποσύνδεσης γεννά τον σοσιαλισμό, ο οποίος εστιάζεται στην συστηματική πολιτική ισχυροποίηση των «μη εχόντων». Πράγματι, σε επίπεδο θεωρίας και πράξης, η πολιτική ευαισθησία απέναντι στα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα διακατέχει από κοινού την δημοκρατία και τον σοσιαλισμό, σε βαθμό που είναι πολλές φορές δύσκολο να διαχωρίσει κανείς την ιστορική τους διαδρομή.

Η ίδια ταυτολογία που συνδέει τις δυο αυτές έννοιες, τις καθιστά παράλληλα ασύμβατες με τις λειτουργικές αρχές του ιδιωτεύοντος καπιταλισμού. Η ασυμβατότητα αυτή δεν πηγάζει από κάποιο αόριστο ηθικό έλλειμμα που τυχόν διακατέχει τους ιδιώτες-καπιταλιστές. Οι τελευταίοι δεν είναι απαραίτητα αντιδημοκράτες ή μισάνθρωποι. Απλά η δομή της καπιταλιστικής διαχείρισης, μέσα στην οποία απαραίτητα λειτουργούν, αντιτίθεται στην πολιτική ευαισθησία απέναντι στα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, που αποτελεί βασική συνιστώσα της δημοκρατίας, αλλά και του σοσιαλισμού. Είναι ενδεικτικό το υποτιθέμενο παράδειγμα των στελεχών μιας ιδιωτικής επενδυτικής εταιρίας που αποφασίζουν να μεροληπτήσουν προς όφελος μιας άστεγης μητέρας με ορφανά παιδιά που ζητιανεύει στην είσοδο μιας γειτονικής πολυκατοικίας, δωρίζοντάς της, ως εταιρία, μερικές επενδυτικές μετοχές. Μια τέτοια κίνηση, αν και αδιαμφισβήτητα ανθρωπιστική, θα ήταν παράνομη, καθώς η εταιρία είναι πρωτίστως υπόχρεη στην οικονομική διασφάλιση των επενδυτών της, απέναντι στους οποίους θα μπορούσε κάλλιστα να βρεθεί νομικά υπόλογη. Με άλλα λόγια, η προστασία ευπαθών κοινωνικών ομάδων στον άκρατο καπιταλισμό, που απορρέει από την αυθαίρετη ιδιωτική πρωτοβουλία (αυτό που ονομάζουμε «φιλανθρωπία»), αν και γνήσια ως προς τις προθέσεις της, εναντιώνεται κατ’ ανάγκη στη λογική του συστήματος.

Η κρίσιμη αυτή ασυμφωνία μεταξύ δημοκρατίας και ιδιωτικής ολιγαρχίας θεωρείτο δεδομένη από όλες ανεξαιρέτως τις πολιτικές τάσεις του ευρωπαϊκού (αλλά και του αμερικανικού) σοσιαλισμού στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όταν ιστορικές μορφές του παγκόσμιου σοσιαλισμού όπως ο Καρλ Μπράντινγκ (Σουηδία), ο Κλέμεντ Άτλι (Βρετανία), ο Βίλεμ Ντρις (Ολλανδία), ή ο Γιουτζίν Ντεμπς (ΗΠΑ) προέτασσαν την οριστική αποπομπή οποιασδήποτε ιδιωτικής πρωτοβουλίας από την οργανωτική δομή της δημοκρατίας, δεν το έκαναν ούτε ως ακραιφνείς αναρχικοί ούτε ως δογματικοί Μαρξιστές-Λενινιστές. Αντίθετα, το έκαναν ως ένθερμοι δημοκράτες, εκφραστές της δεσπόζουσας τάσης του κυρίως κορμού του παγκόσμιου σοσιαλισμού, που εκείνη την εποχή σάρωνε την Ευρώπη και τον κόσμο.

ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Σε αντίθεση με τον σοσιαλισμό, η σοσιαλδημοκρατία είναι το κίνημα εκείνο που εξαπλώθηκε στην υπό Αμερικανική ηγεμονία μεταπολεμική Ευρώπη, και που είχε ως στόχο να ισορροπήσει τις αρχές της δημοκρατίας με την παράλληλη ανάπτυξη ενός εκτεταμένου , πλην οροθετημένου, καπιταλισμού. Το πείραμα αυτό ευνοήθηκε βραχυπρόθεσμα από την «απειλή» του «κομμουνιστικού μπαμπούλα», που –συχνά δικαιολογημένα– έσπρωξε μαζικά τους ψηφοφόρους των ασθενέστερων οικονομικών στρωμάτων της Δύσης στους κόλπους των σοσιαλδημοκρατών. Η χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας, που γαλούχησε παρατάξεις όπως το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Γερμανικό Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά και τα σοσιαλιστικά κόμματα της νότιας Ευρώπης, όπως το ΠΑΣΟΚ, ή το Ισπανικό Κόμμα των Σοσιαλιστών Εργατών, υπήρξε το απόγειο αυτού του φιλόδοξου πειράματος.

Συνεπώς, η περιβόητη «κρίση της σοσιαλδημοκρατίας» που τόσο προβληματίζει τους πολιτικούς αναλυτές, δεν είναι τίποτε άλλο από την όλο και πιο εμπεριστατωμένη διαπίστωση στις τάξεις των ψηφοφόρων πως το μεταπολεμικό πείραμα της σοσιαλδημοκρατίας δεν φαίνεται να επιτυγχάνει. Αντιθέτως μάλιστα, παρά τις συχνά ειλικρινείς προσπάθειες των σοσιαλδημοκρατών πολιτικών να προστατέψουν τους δημοκρατικούς θεσμούς, οι ιδιωτικοί φορείς του καπιταλισμού έχουν πλέον μάθει να ελίσσονται μέσα στο συχνά ανυπεράσπιστο δημοκρατικό σύστημα. Ως συνήθως, η δυναμική των καπιταλιστικών δομών τείνει να παρασέρνει μαζί της τους φιλολαϊκούς δημοκρατικούς θεσμούς, αντί να προσαρμόζεται σε αυτούς. Έτσι, για παράδειγμα, η «ιδιωτική πρωτοβουλία» εκμεταλλεύτηκε την δίψα των Ελλήνων για ελεύθερη ενημέρωση, συμμάχησε μαζί τους για να καταλύσει το κρατικό προπύργιο της ΕΡΤ, αλλά τους οδήγησε σταδιακά (και προβλεπόμενα) στην ανείπωτη φρίκη της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης. Συμμερίστηκε παράλληλα την λαϊκή καταδίκη της κακοδιαχείρισης του πάλαι ποτέ κρατικού τραπεζικού ολιγοπωλίου, προσφέροντας ως αντίδοτο τον συρφετό των ιδιωτικών τραπεζών που σήμερα επιβιώνουν καταστρέφοντας τις ζωές των ανυποψίαστων δανειοληπτών που έχουν την ατυχία να πέσουν στο δίχτυ τους. Το ίδιο συμβαίνει με τους οικονομικούς μετανάστες, που συχνά λειτουργούν άθελά τους ως βαρίδι ενάντια στην αύξηση των μισθών των ανειδίκευτων εργατών, αλλά και με την λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση», που στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο από την συστηματική προσπάθεια του διεθνούς κεφαλαίου να εξουδετερώσει τα θεσμοθετημένα εργατικά δικαιώματα που ισχύουν στα επιμέρους κράτη.

Η ΔΙΑΡΡΟΗ ΤΩΝ ΨΗΦΟΦΟΡΩΝ

Η παγκοσμιοποίηση είναι σημαντική και για έναν άλλο λόγο, συγκεκριμένα διότι με το να καταλύει την ισχύ του κράτους δεν εξασθενεί απλά την σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία (που είναι εκ των πραγμάτων κρατικιστική) αλλά ταυτόχρονα ενισχύει τον δεξιό φιλελευθερισμό, που τροφοδοτείται πολιτικά από την επικυριαρχία της άνομης ζούγκλας των ιδιωτικών συναλλαγών –δηλαδή της αποκαλούμενης «ελεύθερης αγοράς». Έτσι, παρατηρώντας την αδυναμία των σοσιαλδημοκρατικών παρατάξεων να αναχαιτίσουν την επέλαση του άκρατου καπιταλισμού, οι περισσότεροι Δυτικοί ψηφοφόροι προερχόμενοι από τα ασθενέστερα οικονομικοκοινωνικά στρώματα είτε ψηφίζουν τα μικρότερα κόμματα της αριστεράς είτε επιλέγουν να διαμαρτυρηθούν μέσω της ενσυνείδητης αποχής. Οι τάσεις αυτές έχουν επιβεβαιωθεί επανειλημμένα στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια, όπως επιβεβαιώθηκαν και στη χώρα μας στις εκλογές του περασμένου Σεπτέμβρη.

Οι σημαντικότεροι κερδισμένοι της τάσης φυγής των ψηφοφόρων από την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία είναι συνήθως τα κόμματα της φιλελεύθερης δεξιάς. Τα τελευταία κερδίζουν τις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις για έναν απλό, όσο και ορθό, λόγο: οι ψηφοφόροι, έχοντας καταλάβει πως τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν περιορίσει τον πολιτικό τους ρόλο σε αυτόν του άβουλου διαχειριστή της «ελεύθερης αγοράς», προτιμούν να παραδώσουν αυτόν τον ρόλο στα δεξιά κόμματα, τα οποία είναι πολιτικά εξειδικευμένα σε αυτήν ακριβώς την διαχείριση.

Η παραπάνω απλή λογική αποτελεί και το βασικό κορμό του προβλήματος που ονομάζεται «κρίση της σοσιαλδημοκρατίας». Υπάρχουν φυσικά και άλλες πτυχές, όπως η γενικότερη κρίση των πολιτικών θεσμών στις μεταβιομηχανικές χώρες, η παρακμή των παραδοσιακών μαζικών κομμάτων στην εποχή της ατομικότητας, η ύφεση των ρυθμών ανάπτυξης των οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το διευρυνόμενο οικονομικό χάσμα μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, κ.α. Όμως η κεντρική, θεμελιώδης αιτία είναι αυτή που αναλύθηκε παραπάνω, δηλαδή η ανικανότητα των σοσιαλδημοκρατικών παρατάξεων να ενστερνιστούν αυτό που οι ψηφοφόροι έχουν αντιληφθεί εδώ και αρκετό καιρό: ότι το φιλόδοξο πείραμα του παντρέματος της δημοκρατίας του Περικλή, του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, του Τζωρτζ Ουάσιγκτον, με τον ασύδοτο καπιταλισμό του Ρούπερτ Μέρντοκ, του Ρομάν Αμπράμοβιτς, και του Ντικ Τσένι, έχει αποτύχει παταγωδώς.

ΕΝΔΟΣΚΟΠΗΣΗ

Εξυπακούεται πως η παρούσα κρίση στο ΠΑΣΟΚ, που κάθε άλλο παρά ξεπεράστηκε μετά το αποτέλεσμα της 11ης Νοεμβρίου, όχι μόνο θα παραταθεί, αλλά και θα κλιμακωθεί όσο το ίδιο το κόμμα αρνείται να εξετάσει την πορεία που το μετέτρεψε από σοσιαλιστικό, σε σοσιαλδημοκρατικό, σε διαχειριστικό και από εκεί σε απλά αντιπολιτευτικό. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ θα πρέπει επίσης να εξετάσει γιατί όλα ανεξαιρέτως τα μαζικά κόμματα που επιμένουν στις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού σοσιαλισμού (στη Νότια Αφρική, στη Βενεζουέλα, στη Βολιβία, και αλλού) σήμερα απολαμβάνουν γιγαντιαίες εκλογικές πλειοψηφίες που τα βοηθούν να αντιστέκονται ακόμα και στις απροκάλυπτες πιέσεις της υπερδύναμης.

Δεν επιθυμώ, φυσικά, να υποστηρίξω πως η Ελλάδα θα πρέπει να αντιγράψει τη Βενεζουέλα. Κανένα ξενόφερτο μοντέλο δεν πρόκειται σώσει ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε την Ελλάδα, από την διαφαινόμενη αυτοκαταστροφή. Θα πρέπει όμως να παραδειγματιστούμε. Οι αγράμματοι ιθαγενείς στις ζούγκλες της Βολιβίας, όπως και οι κάτοικοι των άθλιων παραγκουπόλεων στα περίχωρα του Καράκας έχουν ήδη ξεκινήσει να παραθέτουν τις δικές τους καινοτόμες λύσεις στα αδιέξοδα του παρόντος. Τι άραγε εμποδίζει εμάς, τους Έλληνες, τους ανθρώπους της χώρας που γέννησε τη δημοκρατία, απ’ το να διαγράψουμε κι εμείς τη δική μας, ξεχωριστή πορεία;

27/7/07

Οι ΗΠΑ Εξοπλίζουν το Κουρδικό PKK;

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 900-901, 27 Ιουλίου 2007, στις σελίδες 22-23.

ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ εμμονές του νεοελληνικού λαϊκισμού είναι ο μύθος πως η Τουρκία χαίρει της πάγιας υποστήριξης των ΗΠΑ. Και καθώς η Ελλάδα είναι μια χώρα που παραδοσιακά αρέσκεται στη μυθολογία, τείνει να παραβλέπει τα γεγονότα εκείνα που ανατρέπουν την βολική αυτή φαντασίωση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της παράβλεψης αποτελεί η πρόσφατη διπλωματική σύρραξη Άγκυρας και Ουάσιγκτον με αφορμή τον εξοπλισμό της Κουρδικής παραστρατιωτικής οργάνωσης PKK (Κόμμα Κούρδων Εργατών). Συγκεκριμένα, από το 2004, όταν το PKK κήρυξε την επανέναρξη του ένοπλου αγώνα ενάντια στο τουρκικό κράτος, δυνάμεις του τουρκικού στρατού έχουν εντοπίσει σημαντικές ποσότητες αμερικανικού οπλισμού σε χέρια Κούρδων ανταρτών [04]. Ώσπου τον περασμένο μήνα τέσσερις Ιρακινοί Κούρδοι, μέλη του PKK, που αιχμαλωτίστηκαν από τις τουρκικές δυνάμεις, δήλωσαν πως υπήρξαν μάρτυρες παράδοσης οπλισμού στο PKK από τεθωρακισμένα οχήματα του Αμερικανικού στρατού σε στρατόπεδο στο βόρειο Ιράκ [01].

Λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα η Άγκυρα προέβη σε επίσημο διάβημα διαμαρτυρίας προς τις ΗΠΑ. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Αμπντουλάχ Γκιουλ ανακοίνωσε σε συνέντευξη τύπου πως «εάν τα όσα υποστηρίζουν [οι αιχμάλωτοι αντάρτες του PKK] επαληθευτούν, οι σχέσεις μας [με τις ΗΠΑ] θα πληγούν ολοκληρωτικά. Ερευνούμε τα στοιχεία. [Οι Αμερικανοί] έχουν αναγνωρίσει [το PKK] ως τρομοκρατική οργάνωση, έχουν συλλάβει τον αρχηγό των τρομοκρατών [σ.σ. Αμπντουλάχ Οτσαλάν] και τον έχουν παραδώσει σ’ εμάς. Δεν θα ήταν καθόλου σοφό να προμηθεύουν τρομοκράτες με όπλα»[03]. Στις 17 Ιουλίου, κατόπιν εσπευσμένης συνάντησής του με τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ταγίπ Ερντογάν, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Ρος Ουίλσον, δήλωσε στους δημοσιογράφους «τί λόγο έχουμε να προμηθεύουμε με όπλα μια οργάνωση που εμείς [οι ίδιοι] έχουμε χαρακτηρίσει ως τρομοκρατική;»[01].

ΑΛΛΑΓΗ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΩΝ

Στην πραγματικότητα τόσο ο πρέσβης Ουίλσον όσο και οι Τούρκοι αξιωματούχοι γνωρίζουν καλά πως η Ουάσιγκτον έχει αρκετούς λόγους να παραβλέπει την δράση των Κούρδων στο βόρειο Ιράκ. Την τελευταία τετραετία η κατάληψη του Ιράκ από τους Αμερικανούς έχει επιφέρει δραματικές ανακατατάξεις στην εξαιρετικά εύθραυστη περιοχή του ευρύτερου Κουρδιστάν. Η αναχαίτιση της πάλαι ποτέ συγκεντρωτικής εξουσίας της Βαγδάτης έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια σχεδόν άνευ προηγουμένου κουρδική παλινόρθωση με γεωγραφικό επίκεντρο το Ιρακινό Κουρδιστάν. Οι Κούρδοι του Ιράκ, παραδοσιακά διχασμένοι, είναι σήμερα στη χώρα τους μάρτυρες ενός πρωτόγνωρου κλίματος πολιτικής και εθνικής ενότητας. Δεν κρύβουν δε ούτε στιγμή τις προθέσεις τους να μετατρέψουν την χείρα βοηθείας των Αμερικανών σε αφετηρία ενός αγώνα ανεξαρτησίας και κουρδικής γεωγραφικής επανένωσης των εδαφών του ιστορικού Κουρδιστάν στο Ιράκ, τη Συρία, το Ιράν, και –φυσικά– την Τουρκία.

Από τη μεριά τους οι Αμερικανοί βλέπουν θετικά μια τέτοια εξέλιξη, διότι (α) η φιλική προς τις ΗΠΑ στάση των Κούρδων (που δεν είναι Άραβες) βοηθάει στην καταπολέμηση της Ιρακινής αραβικής αντίστασης, (β) ο απελευθερωτικός ξεσηκωμός της κουρδικής διασποράς έχει τη δυνατότητα να αποσταθεροποιήσει την εσωτερική τάξη κρατών εχθρικά διακείμενων προς τις ΗΠΑ, όπως είναι η Συρία και το Ιράν, και (γ) η δημιουργία ενός ανεξάρτητου Κουρδικού έθνους στη μέση Ανατολή ενδεχομένως να αυξήσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή, που για την ώρα στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο Ισραήλ.

Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΜΠΛΟΚΗ

Για λόγους που για την ώρα παραμένουν άγνωστοι, η Τουρκία καθυστέρησε να αντιληφθεί την ταχύτητα με την οποία μεταβλήθηκαν οι κανόνες του παιχνιδιού στα ανατολικά της σύνορα. Έχοντας «καλομάθει» από την εποχή της απαγωγής του Οτσαλάν, όταν Αμερικανοί και Τούρκοι πράκτορες δρούσαν μαζί αποβλέποντας σε κοινούς αντιτρομοκρατικούς στόχους, η Άγκυρα έστειλε το καλοκαίρι του 2003 δεκάδες Τούρκους κομάντος στο βόρειο Ιράκ για να εξολοθρεύσουν ηγετικά στελέχη του PKK. Υπολόγιζαν όμως χωρίς τους «ξενοδόχους» Αμερικανούς. Στις 4 Ιουλίου του 2003, πάνω από 100 στρατιώτες της 173ης Ταξιαρχίας Πεζοναυτών του Αμερικανικού Στρατού εισέβαλαν σε γιάφκα Τούρκων κομάντος στην πόλη Σουλεϊμανία του Ιρακινού Κουρδιστάν. Εκεί συνέλαβαν έντεκα Τούρκους κομάντος συμπεριλαμβανομένων δύο συνταγματαρχών και ενός ταγματάρχη. Τους έδεσαν με χειροπέδες, τους πέρασαν κουκούλες στα κεφάλια και τους φυλάκισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου τους ανέκριναν για 60 ώρες [05]. Τους άφησαν δε ελεύθερους μόνο αφού η Άγκυρα απέσυρε δυο Τούρκους στρατιωτικούς ακόλουθους από το στρατιωτικό επιτελείο των ΗΠΑ στο Μαϊάμι της Φλόριντα και αφού εν τέλει απείλησε πως θα ανακαλέσει τον πρέσβη της από την Ουάσιγκτον.

Στους μήνες που ακολούθησαν, η εξοργισμένη Τουρκική κυβέρνηση αρνήθηκε να παραχωρήσει στους Αμερικανούς χρήση του εναέριου χώρου της για πτήσεις προς ή από το Ιράκ [06]. Όμως αντί να υποχωρήσει, η Ουάσιγκτον ενέτεινε τις ενέργειές της για να αποχωρήσουν όλοι οι Τούρκοι στρατιώτες από το βόρειο Ιράκ, όπου δυνάμεις του Τουρκικού στρατού είχαν συνηθίσει να περιπλανώνται ελεύθερα από το 1991. Σήμερα δε, μετά από τέσσερα χρόνια ουσιαστικής αυτονομίας, οι κουρδικές περιοχές του βόρειου Ιράκ φιλοξενούν χιλιάδες μαχητές του PKK, που οργανώνονται, εκπαιδεύονται και οπλίζονται με τη σιωπηλή υποστήριξη των Αμερικανών αλλά και την ενεργή συμβολή Ισραηλινών στρατιωτικών εκπαιδευτών, όπως ανέφερε το BBC τον Σεπτέμβρη του 2006 [08]. Και όλα αυτά ενώ η Τουρκία είναι ανήμπορη μέχρι στιγμής να αντιδράσει.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Έως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η τουρκική κυβέρνηση έχει απορρίψει τις δηλώσεις των ΗΠΑ περί άγνοιας για το πως βρίσκεται αμερικανικός οπλισμός στα χέρια ανταρτών του PKK. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Ερντογάν είπε σε διάγγελμά του στο κανάλι NTV της τουρκικής τηλεόρασης πως «[άσχετα] από το εάν οι ΗΠΑ προμηθεύουν [απευθείας] τα όπλα [στο PKK] ή εάν [οι τελευταίοι] τα προμηθεύονται από κάπου αλλού, το θέμα που παραμένει είναι πως μέχρι στιγμής ένας σοβαρός αριθμός κατασχεμένων όπλων είναι αμερικανικής προέλευσης»[04].

Φημολογείται ότι αρκετοί Τούρκοι στρατιωτικοί, μέλη του συμβουλίου ασφαλείας, υποστηρίζουν πως είναι καιρός η Τουρκία να εισβάλει στρατιωτικά στο βόρειο Ιράκ και να τελειώνει με την υπόθεση αυτή, όπως έκανε και στο θέμα της Κύπρου. Ταυτόχρονα, η επιλογή της στρατιωτικής εισβολής έχει πολλούς οπαδούς στις τάξεις των ψηφοφόρων όλων των κομμάτων. Οι τελευταίοι θεωρούν τη λύση της εισβολής ως αποτελεσματικό αντιπερισπασμό ενάντια στους Κούρδους αλλά και στους Αμερικανούς, που έχουν ενοχλήσει με τη στάση τους την τουρκική κοινή γνώμη. Η ενόχληση αυτή επιβεβαιώνεται και από πρόσφατη πολυεθνική έρευνα του Pew Research Center, η οποία ανέδειξε την Τουρκία ως την πιο αντιαμερικανική χώρα στον κόσμο, με λιγότερους από έναν στους δέκα Τούρκους να είναι θετικά διακείμενοι προς τις ΗΠΑ [07].

ΟΙ ΗΠΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ

Αναμφίβολα, η περίπτωση της διαμάχης Τουρκίας-Κουρδιστάν αποτελεί κλασικό παράδειγμα αμερικανικής ανάμειξης, με την υπερδύναμη να οπλίζει ουσιαστικά και τις δύο πλευρές: και την κουρδική, της οποίας το μετα-Σανταμικό οπλοστάσιο είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτημένο από τις προμήθειες του Πενταγώνου, αλλά και την τουρκική, η οποία συνεχίζει να προμηθεύεται πάνω από το 80 τοις εκατό των οπλικών της αναγκών από τους Αμερικανούς [02]. Η αμυντική εξάρτηση και των δύο από τις ΗΠΑ σημαίνει φυσικά και την άμεση πολιτική τους εξάρτηση. Σε τελική ανάλυση, οι Αμερικανοί είναι εκείνοι που θα αποφασίσουν, όταν έρθει η ώρα, ποια από τις δύο εξίσου εξαρτημένες πλευρές θα ευνοήσουν. Έως τότε, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις θα συνεχίζουν να περνούν τη βαθύτερη κρίση τους εδώ και δεκαετίες.

Παράλληλα, τα παραπάνω γεγονότα εμπεριέχουν καίρια διδάγματα για τον ελληνικό λαό, που δυστυχώς θα παραμείνουν αναξιοποίητα όσο τα ελληνικά ΜΜΕ παραλείπουν να ασχοληθούν έστω συνοπτικά με τη νέα αυτή ρήξη στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Είναι προφανές πως τα συγκεκριμένα γεγονότα ανατρέπουν την απλοϊκή φαντασίωση που θέλει τις ΗΠΑ μόνιμο και αμετακίνητο υπέρμαχο των τουρκικών εθνικών συμφερόντων. Οι ΗΠΑ ήταν και παραμένουν υπέρμαχοι αλλοεθνών εθνικών συμφερόντων όταν –και μόνο όταν– αυτά συμβαδίζουν με συγκεκριμένες αμερικανικές πολιτικές βλέψεις όπως εκείνες διαμορφώνονται άμεσα ή μακροπρόθεσμα. Ο μοναδικός σταθερός άξονας που χαρακτηρίζει τις διεθνείς σχέσεις των αμερικανών είναι η προστασία και η προώθηση των εθνικών τους συμφερόντων, κάτι που οι ίδιοι ποτέ τους δεν απέκρυψαν.

Συμπερασματικά, η παραφιλολογία περί υποτιθέμενου ακλόνητου φιλοτουρκισμού των ΗΠΑ αναιρείται από την πραγματικότητα των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Εξυπηρετεί εν τέλει έναν απλοϊκό λαϊκισμό εγχώριας κατανάλωσης, που συμβάλλει στην απόκρυψη της συστηματικής ανεπάρκειας και των λαθεμένων επιλογών της σύγχρονης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Συνεπώς όσο πιο γρήγορα παραμεριστεί αυτός ο επιζήμιος για τη χώρα μας μύθος τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από τα αδιέξοδα του παρελθόντος και να οδεύσουμε προς μια απεγκλωβισμένη και γόνιμη πολιτική στα εθνικά μας θέματα.

Παραπομπές

[01] Ανών. (2007) «Wilson Says Ankara Claims Are Being Investigated», δικτυακή εφημερίδα Turkish Daily News, 16 Ιουλίου.
[02] Özerkan, F. (2007) «Turkish-US Military Ties Leave not Much Room for Emotions», δικτυακή εφημερίδα Turkish Daily News, 16 Ιουλίου.
[03] Ανών. (2007) «Weapons Given to Iraq are in the Hands of PKK, Gül Says», δικτυακή εφημερίδα Turkish Daily News, 17 Ιουλίου.
[04] Ανών. (2007) «Arms Tension Increasing Between Two NATO Allies», δικτυακή εφημερίδα Turkish Daily News, 18 Ιουλίου.
[05] Donovan, J. (2003) «US-Turkey Ties Hit New Low After Raid On Turkish Forces», ειδησεογραφικό δελτάριο του RL/RFE, 7 Ιουλίου.
[06] Ανών. (2003) «Turkish Fury at US Iraq Arrests», πρακτορείο ειδήσεων του BBC, 5 Ιουλίου.
[07] Ανών. (2007) «PEW Survey Finds Turkey, Most Anti-American Country», τουρκική εφημερίδα Aksam, 29 Ιουνίου.
[08] Abdelhadi, M. (2006) «Israelis Train Kurdish Forces», πρακτορείο ειδήσεων του BBC, 20 Σεπτεμβρίου.

15/6/07

Σκοπιανό: Η Οπερέτα Συνεχίζεται

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 897 του περιοδικού Αντί (15 Ιουνίου 2007), στις σελίδες 28-29.

ΔΙΑΤΗΡΩ ΤΗ ΦΘΟΡΟΠΟΙΟ ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΝΑ αναλώνομαι στην ανάγνωση ελληνικών εφημερίδων. Συχνά το μετανιώνω, όπως πρόσφατα στην περίπτωση της αναζωπύρωσης του Σκοπιανού, με αφορμή την επικείμενη ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Έχοντας παρακολουθήσει επί μακρόν τη σχετική αρθρογραφία, νοιώθω πλέον θεατής μιας οπερέτας, διανθισμένης με φτηνές ερμηνείες, αδιόρατους υποβολείς και αμέτρητους σαστισμένους υποκριτές.

Η αυλαία άνοιξε επίσημα στις 20 Μαΐου. Εκείνη την ημέρα άρθρο του Βήματος προειδοποιεί πως οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να εντάξουν την ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ταράσσοντας έτσι την ελληνική προεκλογική περίοδο [1]. Η ελληνική κυβέρνηση παρουσιάζεται να προσπαθεί να πείσει τους Αμερικανούς να προωθήσουν το σχέδιό τους μετά τη διεξαγωγή εκλογών στην Ελλάδα, ώστε να μην εισπράξει τις συνέπειες του εθνικού μένους των ψηφοφόρων. «Χάνουμε τους συμμάχους μας», προειδοποιεί το άρθρο, προβλέποντας εθνική καταστροφή αν αποφασίσει ο ειδικός διαμεσολαβητής του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς να καταθέσει στον ΟΗΕ ως ατελέσφορη την εντολή που έλαβε από τον Οργανισμό.

Ο ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ

Την επόμενη μέρα, οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες εισέρχονται στο χορό, μεταφέροντας με κραυγαλέους τίτλους την προειδοποίηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Παπανδρέου προς την κυβέρνηση «να μην τολμήσει μπροστά στο φόβο της επερχόμενης ήττας να παίξει προεκλογικά παιχνίδια με τα εθνικά θέματα»[2]. Η Ελευθεροτυπία διαβεβαιώνει πως η κρίση στο θέμα των Σκοπίων είναι τεχνητή και προέρχεται από «ομαδική διαρροή-καρμπόν [από την κυβέρνηση] προς τα ΜΜΕ [...] προκειμένου [η τελευταία] να εγκαινιάσει τη συζήτηση περί της αναγκαιότητας εκλογών το φθινόπωρο»[3].

Το Έθνος έχει άλλη θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ελληνική κυβέρνηση έχει απορρίψει την πιθανότητα εκλογών με κεντρικό θέμα το Σκοπιανό, φοβούμενη την πολιτική ενίσχυση του ΛΑΟΣ [4]. Σε παράλληλο δημοσίευμα η ίδια εφημερίδα υποστηρίζει ότι εκλογές τον Σεπτέμβριο θα γίνουν μεν, «αλλά όχι για τα Σκόπια»[5]. Η εφημερίδα υποδείχνει τον πρώην Υπουργό Εξωτερικών Πέτρο Μολυβιάτη και τον Υπουργό Επικρατείας Θεόδωρο Ρουσόπουλο ως τους υπεύθυνους των διαρροών περί εκλογολογίας προς τα ΜΜΕ.

Την επόμενη ημέρα, τα Νέα αποφαίνονται πως οι διαρροές προέρχονται από πρωθυπουργικούς κύκλους του κυβερνώντος κόμματος («όχι όμως [από] τον [...] Θ. Ρουσόπουλο») και πως ο στόχος των διαρροών δεν ήταν τελικά η διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, αλλά η Υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία φέρεται να εκφράζει την «έντονη δυσφορία της για την υπόθεση των διαρροών που ουσιαστικά είχαν στόχο το υπουργείο Εξωτερικών και την ίδια»[6].

Κι ενώ οι θεατές της οπερέτας αναμένουν τον επίλογο όλης αυτής της φαρσοκωμωδίας, έρχεται και το κερασάκι στην τούρτα από την Ελευθεροτυπία. Σε άρθρο της 7ης Ιουνίου, η εφημερίδα εκτελεί αξιοθαύμαστη στροφή 180 μοιρών, αναφέροντας πως η εκλογολογία αναφορικά με το Σκοπιανό δεν προήλθε τελικά από το Μαξίμου, αλλά από τους Αμερικανούς. Ήταν λοιπόν εκείνοι που «τεχνηέντως, προσπάθησαν, μέσω μιας προπαγανδιστικής κινητικότητας στο Σκοπιανό, να διοχετεύσουν τη δραματοποιημένη εντύπωση περί καταλυτικής επίσπευσης των εκλογών, λόγω υποτιθέμενης πρόθεσης Νίμιτς για κατάθεση της εντολής του!» (το θαυμαστικό στο πρωτότυπο). Ευτυχώς όμως, «η προσπάθεια αυτή [ήταν] καταδικασθείσα σε αποτυχία εν τη γενέσει της» αφού «η Ελλάδα δεν πρόκειται να ενδώσει στις εκβιαστικές τακτικές και μεθόδους της Ουάσιγκτον για το Σκοπιανό». Ήταν λοιπόν λαθεμένα όλα εκείνα τα δημοσιογραφικά «πονήματα [των προηγούμενων ημερών που] σε αρκετά μπλαζέ στιλ [...] ταξινομούσαν [το θέμα] στο πλαίσιο εσωτερικών πολιτικών σκοπιμοτήτων»[7].

ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Ομολογουμένως η οπερέτα εμφανίζεται πλήρης σε δραματουργικά τεχνάσματα, συμπεριλαμβανομένων πολύπλοκων στιχομυθιών εξελισσόμενων ταυτόχρονα με αξιοζήλευτη ανάπτυξη χαρακτήρων –με αποκορύφωμα εφημερίδες που διαψεύδουν προηγούμενα άρθρα τους δίχως καμία αναφορά σε αυτά, σαν να μη γράφτηκαν ποτέ. Είναι δε τόσες οι πλοκές του έργου, που ο θεατής-αναγνώστης δεν ξέρει ποια να ακολουθήσει. Στο τέλος καταδικάζεται εκ των πραγμάτων να μείνει ουσιαστικά τόσο απληροφόρητος όσο και πριν εμπλακεί στην ανάγνωση. Η οπερέτα εκπληρώνει με αυτό τον τρόπο την κύρια αποστολή της, που είναι να ψυχαγωγήσει, δίνοντας απλά την ψευδαίσθηση της ενημέρωσης.

Παράλληλα, το επίπεδο υποκρισίας των πρωταγωνιστών διατηρείται σε υψηλά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Κατηγορείται για παράδειγμα η κυβέρνηση ότι προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τα «εθνικά θέματα» για προεκλογικούς σκοπούς, την ίδια στιγμή που οι ίδιοι οι έντυποι κατήγοροί της ασχολούνται με τις επικείμενες εξελίξεις στο Σκοπιανό αποκλειστικά σε σχέση με το εγχώριο προεκλογικό σκηνικό. Πραγματικά, αν υπήρξε μία σταθερή παράμετρος στον όλο χειρισμό του θέματος από τον τύπο, αυτή ήταν η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε ανάλυσης των επιπτώσεων για την Ελλάδα (και όχι για τη Νέα Δημοκρατία ή για το ΠΑΣΟΚ) των εξελίξεων στο Σκοπιανό. Η μοναδική ενασχόληση –κυρίως του αντικυβερνητικού τύπου– ήταν και παραμένει ο ρόλος του θέματος σε ενδεχόμενες εκλογές.

Αλλά το απόγειο της υποκρισίας δε μπορεί να είναι άλλο από την συνεχή προειδοποίηση για μια «εθνική ήττα» που θα σημάνει η ενδεχόμενη ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Είναι υποκρισία διότι προσποιείται πως η «εθνική ήττα» έχει αποφευχθεί, τη στιγμή που περισσότερες από 116 χώρες-μέλη του ΟΗΕ –συμπεριλαμβανομένων όλων των χωρών-μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού, πλην της Γαλλίας– έχουν ήδη αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ ως Δημοκρατία της Μακεδονίας [8]. Όσοι από εμάς ζούμε στο εξωτερικό γνωρίζουμε καλά πως σχεδόν καμία χώρα πλην της Ελλάδας και της Κύπρου δεν αποκαλεί τη γείτονα χώρα FYROM. Ο όρος αυτός υπάρχει για να συντηρείται στον ελληνικό χώρο μια βολική εγχώρια ψευδαίσθηση.

ΠΕΡΙ «ΕΘΝΙΚΩΝ ΗΤΤΩΝ»

Προσωπικά είμαι της άποψης πως είναι αφελές η επισημοποίηση της ονομασίας της γείτονας χώρας ως Δημοκρατία της Μακεδονίας να ταυτιστεί με «εθνική ήττα». Η ιστορία των εθνών δείχνει πως εθνικά θέματα κερδίζονται ή χάνονται όταν λαοί βρίσκουν την πίστη και τη δύναμη να αψηφήσουν ονόματα και σύμβολα προς όφελος ουσιαστικών εθνικών και λαϊκών αξιώσεων. Αλλά εάν είναι απαραίτητο –προς όφελος της συνεννόησης– η επιχειρηματολογία πάνω στο Σκοπιανό να ενταχθεί στην απλουστευτική λογική «εθνικών ηττών» και «νικών», τότε θα ήταν ίσως χρήσιμο να αναλογιστεί κανείς το ακόλουθο σύντομο ιστορικό:

Η ΠΓΔΜ απέκτησε την ανεξαρτησία της μόλις το 1991 ως η πλέον οικονομικά και πολιτικά καθυστερημένη περιοχή της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας. Το νέο κρατίδιο κατάφερε να γίνει δεκτό στον ΟΗΕ μόλις το 1993. Πρόκειται για ένα μικροσκοπικό ορεινό κομμάτι άγονης γης, με υποβαθμισμένες πολιτικές δομές, με εξίσου ανύπαρκτη στρατιωτική ισχύ, με εθνοτικά διαιρεμένο πληθυσμό που βρίσκεται στα όρια της φτώχιας, με μια οικονομία κυριολεκτικά διαλυμένη, που σήμερα μόλις που κατορθώνει να επιβιώνει έχοντας μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα 7.500 δολαρίων και ανεργία 36%, την υψηλότερη της Ευρώπης.

Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η Ελλάδα, το πλουσιότερο βαλκανικό κράτος, παλαιό μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, που διατηρεί έναν από τους πλέον πολυδάπανους αμυντικούς προϋπολογισμούς στην Ευρώπη και με ισχυρές δημοκρατικές δομές. Πρόκειται για μια χώρα πενταπλάσια της ΠΓΔΜ σε πληθυσμό, με οικονομία απείρως δυναμικότερη και με κατά κεφαλήν εισόδημα τετραπλάσιο σε σχέση με την βόρεια γείτονά της. Πάνω απ’ όλα πρόκειται για ένα κράτος με ισχυρούς θεσμικούς δεσμούς με όλους τους Ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς, με διπλωματικές αποστολές σε όλα τα σημαντικά κράτη της Γης, και με ενεργό πολιτική εμπειρία που διατρέχει τρεις διαφορετικούς αιώνες.

Κι όμως, σήμερα, μια ολόκληρη δεκαπενταετία μετά την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ και την διπλωματική της αντιπαράθεση με την Ελλάδα, ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος πλην της Ελλάδας αποκαλεί την ΠΓΔΜ Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το αεροδρόμιο της τελευταίας ονομάζεται «Μέγας Αλέξανδρος», ενώ η ίδια βρίσκεται σε ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ και με το ΝΑΤΟ, τα περισσότερα μέλη του οποίου την αποκαλούν επίσημα Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αν αυτό δεν είναι «εθνική ήττα», όπως την ορίζει ο αντιπολιτευόμενος τύπος, τότε τι είναι; Και έως πότε θα καραδοκεί την επόμενη «εθνική σφαλιάρα» (Γ.Α. Παπανδρέου) [2] για να φορτώσει το αδιέξοδο στο Σκοπιανό (μόνο) στην παρούσα κυβέρνηση;

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σε τελική ανάλυση η οπερέτα του Σκοπιανού αποτελεί πλέον εθνικό θέμα μόνο υπό την έννοια του ρόλου της στις κενές μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις που τρέφουν τον ελληνικό δικομματισμό. Στην αλήθεια το όλο ζήτημα έχει κριθεί προ πολλού, από την εποχή των διαδηλώσεων εκατομμυρίων οργισμένων «μακεδονομάχων» και από τότε που η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου έκλεισε τα βόρεια σύνορα, στις απαρχές της δεκαετίας του 1990. Σήμερα, παρά τους θεατρινισμούς των πολιτικών πρωταγωνιστών και παρά την παραπληροφόρηση των στρατευμένων ΜΜΕ, η πραγματικότητα συνεχίζει ακάθεκτη την πορεία της εκτός των ελληνικών συνόρων. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών της ΠΓΔΜ Αντόνιο Μιλόσοσκι δείχνουν πως, τουλάχιστον η ηγεσία της γειτονικής χώρας, την αντιλαμβάνεται ίσως πολύ περισσότερο από τον μέσο Έλληνα ψηφοφόρο. Ο Μιλόσοσκι δήλωσε πως «όσο λιγότερο το ζήτημα της ονομασίας της Δημοκρατίας της Μακεδονίας χρησιμοποιείται για εσωτερικούς πολιτικούς σκοπούς στην Ελλάδα, τόσο ευρύτερο θα είναι το πεδίο για την εξεύρεση μίας λύσης η οποία θα απεικονίζει την πραγματικότητα στις διμερείς σχέσεις»[9]. Ίσως είναι επιτέλους καιρός να κοιτάξουμε κι εμείς την πραγματικότητα αυτή κατάματα.

Παραπομπές

[1] Χιώτης, Β. (2007) «Βόμβα στο Όνομα της FYROM», εφημερίδα Το Βήμα, 20 Μαΐου, σελ. Α28.
[2] Νασόπουλος, Δ. (2007) «Μην Παίζετε Προεκλογικά Παιχνίδια με τα Εθνικά Θέματα», εφημερίδα Τα Νέα, 21 Μαΐου, σελ. 7.
[3] Αδάμ, Κ. (2007) «Η Κυβέρνηση Έστησε Σκοπιανό!», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 21 Μαΐου.
[4] Σαραντάκος, Γ. (2007) «Ανασύρουν το Σκοπιανό», εφημερίδα Έθνος, 21 Μαΐου.
[5] Μπάλη, Γ. (2007) «Δυσφορία για τις Διαρροές», εφημερίδα Έθνος, 21 Μαΐου.
[6] Καρανασοπούλου, Ε.Δ. (2007) «Γαλάζια Μαχαιρώματα με Φόντο το Σκοπιανό», εφημερίδα Τα Νέα, 22 Μαΐου, σελ. 11.
[7] Δήμας, Δ.Π. (2007) «Ο Μπερνς στην Αθήνα με Πρεμούρα», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 7 Ιουνίου.
[8] Δελαστίκ, Γ. (2007) «Ελληνική Φαρσοκωμωδία στο Όνομα των Σκοπίων», εφημερίδα Ημερησία, 26 Μαΐου.
[9] Ανών. (2007) «Τα Σκόπια Απαντούν στα ‘Προεκλογικού Χαρακτήρα’ Μηνύματα της Αθήνας», εφημερίδα Ναυτεμπορική, 22 Μαΐου.

1/6/07

Τα Λόγια του ΥΠΕΞ και τα Έργα του κ. Πολύδωρα

Τα Λόγια του ΥΠΕΞ και τα Έργα του κ. Πολύδωρα

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο δεκαπενθήμερο περιοδικό Αντί, τεύχος 896 (1 Ιουνίου 2007), στις σελίδες 30-31.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΟ ΕΓΓΥΗΜΕΝΗ ΜΕΘΟΔΟΣ από την αντίφαση για να απολέσει μια κυβέρνηση την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το ίδιο ισχύει και για τα κράτη ως μέλη της παγκόσμιας κοινωνίας των εθνών. Το θεμελιώδες αυτό πολιτικό αξίωμα φαίνεται πως διαφεύγει από τα στελέχη της ελληνικής κυβέρνησης. Μόνο έτσι εξηγείται η αυξανόμενη αντιφατικότητα μεταξύ κυβερνητικών λόγων και έργων, εντός και εκτός της χώρας.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την ανακοίνωση που εξέδωσε πρόσφατα η ελληνική κυβέρνηση με αφορμή την ανάληψη από την Ελλάδα της προεδρίας του Δικτύου Ανθρώπινης Ασφάλειας (Human Security Network)[04]. Στις 18 Μαΐου, η Ελλάδα ανέλαβε τα διοικητικά σκήπτρα του νεοσύστατου αυτού οργανισμού, που αποσκοπεί στην αναβάθμιση της διεθνούς πολιτικής ασφάλειας μέσω της καταπολέμησης της φτώχειας. Ως συνήθως, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών βρήκε την ευκαιρία για να εκδώσει μια εκθειαστική ανακοίνωση, στην οποία ανήγγειλε διθυραμβικά πως «η παρουσία της Ελλάδας [στο Δίκτυο] συμβάλλει στην ενίσχυση της εικόνας της χώρας μας ως ‘ήπιας δύναμης’ [...], χώρας η οποία στηρίζεται στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως και στη δύναμη του διαλόγου, συντελώντας, έτσι, στην εμπέδωση της παγκόσμιας ειρήνης και σταθερότητας.»[03] (η έμφαση δική μου).

Λίγα μόλις εικοσιτετράωρα πριν από τον εγκωμιαστικό αυτοέπαινο του ΥΠΕΞ, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης Βύρων Πολύδωρας υπέγραφε εκ μέρους της Ελλάδας την ανανέωση διμερούς συμφωνίας «ασφάλειας» με αντιπρόσωπο του Πακιστανού δικτάτορα Στρατηγού Περβέζ Μουσάραφ. Η συμφωνία, ο πλήρης τίτλος της οποίας είναι Συνεργασία στην Καταπολέμηση του Εγκλήματος Ιδιαίτερα της Τρομοκρατίας, του Οργανωμένου Εγκλήματος και της Παράνομης Διακίνησης Ναρκωτικών, προβλέπει την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρχές ασφαλείας (δηλαδή αστυνομικές και μυστικές υπηρεσίες) της ασιατικής χώρας.

Η ΠΑΚΙΣΤΑΝΙΚΗ ΧΟΥΝΤΑ

Η ελληνική συνεργασία με τους στυλοβάτες της πακιστανικής χούντας αποτελεί «παιδί» του κ. Γιώργου Βουλγαράκη. Τον Μάιο του 2005, ο τότε Υπουργός Δημόσιας Τάξης συνυπέγραψε το αρχικό σύμφωνο με τον Πακιστανό ομόλογό του Αφτάμπ Σιρπάο, ώστε «να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον ασφάλειας, σταθερότητας και ανάπτυξης για τους λαούς μας»[02], όπως ανέφερε η σχετική ανακοίνωση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η απουσία από το κοινό ανακοινωθέν της λέξης «δημοκρατία», για την οποία άλλωστε τα στελέχη της κυβέρνησης Μουσάραφ δεν τρέφουν ιδιαίτερη συμπάθεια.


Πακιστάν, Μάιος 2005: Χαμόγελα από τον Έλληνα τότε Υπουργό Δημόσιας Τάξης και τον Πακιστανό ομόλογό του Αφτάμπ Σιρπάο, στη σύναψη διακρατικής συμφωνίας συνεργασίας. Φώτο από αρχείο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης.


Ο ίδιος ο Στρατηγός Μουσάραφ ανέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία τον Οκτώβρη του 1999, υποσχόμενος πάταξη της πολιτικής διαφθοράς και άμεση διοργάνωση ελεύθερων εκλογών. Σήμερα, οχτώ χρόνια αργότερα, η κυβέρνησή του ετοιμάζεται να παρατείνει την παραμονή της στην εξουσία για πέντε ακόμα χρόνια, έχοντας αλλοτριώσει βασικές αρχές του συντάγματος. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, η κυβέρνηση του Πακιστάν είναι σήμερα από τους πλέον απροκάλυπτους παραβάτες ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο: «εκατοντάδες άνθρωποι έχουν φυλακιστεί αυθαίρετα», αναφέρει η έκθεση της οργάνωσης για το έτος 2006. Και συνεχίζει: «Πολλοί αποτελούν θύματα εξαφάνισης –δηλαδή κρατούνται μυστικά σε απομόνωση, με την κυβέρνηση αρνούμενη να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία για το τι έχουν απογίνει»[07]. Σύμφωνα με την έκθεση, στα θύματα των ολοκληρωτικών αυτών πρακτικών συμπεριλαμβάνονται αμέτρητα γυναικόπαιδα, καθώς και δημοσιογράφοι, ακόμα και μερικοί υγειονομικοί λειτουργοί που κατηγορήθηκαν για χορήγηση ιατρικής περίθαλψης σε «υπόπτους»[07].

Κατά τη διάρκεια του 2004, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Πακιστάν καταμέτρησε 5.000 περιπτώσεις βασανισμού κρατουμένων από την πακιστανική αστυνομία και τις υπηρεσίες ασφαλείας8. Το 2006, διεθνείς οργανώσεις όπως οι Human Rights Watch, Lawyers for Human Rights και Asia Human Rights Commission κατέγραψαν πάνω από 1.500 επιβεβαιωμένες περιπτώσεις σοβαρών βασανισμών από τις κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας[08], που περιλάμβαναν ξυλοδαρμούς, κρέμασμα κρατουμένων ανάποδα, φάλαγγα, βιασμούς, μακρόχρονη άρνηση σίτισης, απειλές συνοπτικών εκτελέσεων και εκβιασμούς συγγενών[07]. Ακόμα και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ, χώρας σύμμαχου του Πακιστάν στον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία», σημειώνει στην ετήσια έκθεσή του για το Πακιστάν πως η άσκηση βίας και βασανισμών από τις κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας του Πακιστάν αποτελεί «ρουτίνα»[08], όπως ρουτίνα είναι και το δέσιμο των κρατουμένων με αλυσίδες, οι οποίες «είναι σφιχτές, βαριές, προκαλούν πόνο και [συχνά] δημιουργούν γάγγραινα η οποία γιατρεύεται μόνο με τον ακρωτηριασμό των μολυσμένων άκρων»[08]. Η αμερικανική έκθεση καταγράφει επίσης 37 εν ψυχρώ δολοφονίες και 79 δολοφονίες κρατουμένων από τις πακιστανικές υπηρεσίες ασφαλείας μέσα στο 2006, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως το έτος εκείνο ήταν για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Πακιστάν «μια σχετικά καλή χρονιά»[08] (!).

ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ

Στις 10 Μαΐου, η συμφωνία συνεργασίας με το Πακιστάν συζητήθηκε στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων. Όπως θα περίμενε κανείς, οι αντιδράσεις μερικών εκ των πιο ενημερωμένων βουλευτών της αντιπολίτευσης υπήρξαν έντονες. Ένας από αυτούς, ο κ. Αντώνης Σκυλλάκος, κάλεσε τον κ. Πολύδωρα να αποσύρει την Ελλάδα από τη συμφωνία, την οποία χαρακτήρισε ως «κατάπτυστη στήριξη στη δικτατορία του Πακιστάν. Φανταστείτε», είπε ο βουλευτής του ΚΚΕ, «εάν ίσχυε τέτοια συμφωνία της χούντας της Ελλάδας με άλλες χώρες, τι χαλκευμένα στοιχεία θα έστελναν οι χουντικοί σε διάφορες χώρες προκειμένου να διωχτούν οι αντιχουντικοί αγωνιστές. Έτσι και τώρα, με τη συμφωνία αυτή θα ποινικοποιηθεί περαιτέρω η δραστηριότητα όσων δεν είναι αρεστοί στη χούντα του Πακιστάν, αφού αυτοί θα χαρακτηρίζονται συλλήβδην ‘τρομοκράτες’»[05]. Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κ. Άγγελος Μανωλάκης πρόσθεσε το εύλογο ερώτημα: «πώς θα συνεργαστείτε με έναν δικτάτορα όπως ο Μουσάραφ σε θέματα τρομοκρατίας; Αυτός τρομοκράτες θεωρεί, όσους δημοκράτες αγωνίζονται για την ανατροπή του»[06].

Φυσικά ο κ. Πολύδωρας, που δε φημίζεται για τη διαλλακτικότητα του, δήλωσε αμετακίνητος, χαρακτηρίζοντας τις ενστάσεις των αντιπολιτευόμενων βουλευτών ως «ιδεοληψίες και [...] ιδεολογικές προκαταλήψεις»[06]. Συνέχισε δε ανακράζοντας: «αποκρούω τον όρο δικτατορία του Πακιστάν! [...] Δεν θα λύσουμε εμείς τα εσωτερικά ζητήματα του Πακιστάν!»[06]. Και τελείωσε δηλώνοντας πως «δεν προτίθεμαι ούτε είναι αρμόζον να μάθω την εγκληματικότητα στις εσωτερικές υποθέσεις του Πακιστάν, όπως μου ζητήσατε και όπως με προτρέψατε. Δεν είναι δεοντολογικά και διεθνολογικά σε επίπεδο διακρατικών σχέσεων προσήκον και αρμόζον»[01].

Είναι προφανές πως ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης δε βρίσκεται σε συχνή επαφή με το Υπουργείο Εξωτερικών, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα είχε ενημερωθεί πως η Ελλάδα «στηρίζεται στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως και στη δύναμη του διαλόγου». Εκτός, φυσικά, κι αν ο ίδιος θα προτιμούσε να προσθέσει στην παραπάνω ανακοίνωση του ΥΠΕΞ μια μικρή υποσημείωση που να αναγράφει πως η χώρα μας στηρίζεται στις «αρχές του Διεθνούς Δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» μόνο όταν κάτι τέτοιο είναι «δεοντολογικά και διεθνολογικά προσήκον και αρμόζον» σε επίπεδο διακρατικών σχέσεων.

ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΥΠΟΛΟΓΗ

Η αριθμητική υπερίσχυση των βουλευτών του κυβερνητικού κόμματος στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, επέτρεψε την υπερψήφιση με συνοπτικές διαδικασίες της συμφωνίας συνεργασίας με τη χούντα του Πακιστάν. Προφανώς οι βουλευτές της κυβερνητικής παράταξης δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των αναγνωστών των εκθέσεων της Διεθνούς Αμνηστίας. Ή ίσως να πείστηκαν από την ρητορική έπαρση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, όταν δήλωσε στη Βουλή πως «αυτή η σύμβαση είναι σημαντική διότι [ενισχύει] το μερίδιο συμφέροντος, εθνικού συμφέροντος λέω, για [την] Ελλάδα». Ήταν ίσως αυτή η δόση στυγνού Realpolitik που προέτρεψε τη Βουλή των Ελλήνων, τη Βουλή ενός λαού που έχει επανειλημμένα νιώσει στο ίδιο του το πετσί τη βαρβαρότητα στρατιωτικών κυβερνήσεων, να συμπράξει με τους πολιτικούς στόχους μιας χούντας.

Κι ας επιμένει το ΥΠΕΞ πως «η Ελλάδα [...] στηρίζεται στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Ο κ. Πολύδωρας έχει διαφορετική άποψη. Και για όσο διάστημα η δική του άποψη υπερισχύει, η Ελλάδα θα είναι μια χώρα υπόλογη στις ίδιες αυτές πανανθρώπινες αξίες που τόσο φτηνά παραχαράσσονται στα δελτία τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών.

Παραπομπές

[01] Πολύδωρας, Β. (2007) «Ομιλία του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως κ. Βύρωνα Πολύδωρα στην Επιτροπή για την κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν», Γραφείο Τύπου Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, Αθήνα, 10 Μαΐου.
[02] Ανών. (2005) «Επίσημη Επίσκεψη του Υπουργού Δημόσιας Τάξης στο Πακιστάν», Γραφείο Τύπου Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, Αθήνα, 9 Μαΐου.
[03] Ανών. (2007) «Στόχοι και Προτεραιότητες της Ελληνικής Προεδρίας», Υπουργείο Εξωτερικών, Αθήνα, 21 Μαΐου.
[04] Ανών. (2007) «Ανάληψη Προεδρίας του Δικτύου Ανθρώπινης Ασφάλειας (Human Security Network)», Υπουργείο Εξωτερικών, Αθήνα, 18 Μαΐου.
[05] Ανών. (2007), «Κατάπτυστη Διακρατική Συμφωνία με το Πακιστάν», εφημερίδα Ριζοσπάστης, 15 Μαΐου, σελ. 3.
[06] Ανών. (2007) «Συνεργασία με τη Δικτατορία του Πακιστάν», εφημερίδα Ημερησία, 11 Μαΐου.
[07] Ανών. (2006) «Pakistan: Human Rights Ignored in the ‘War on Terror’», έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, Λονδίνο 29 Σεπτεμβρίου.
[08] Ανών. (2006) «Report on Human Rights Practices in Pakistan», έκθεση του Bureau of Democracy, Human Rights and Labor, Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ουάσιγκτον, 6 Μαΐου.

18/5/07

Τα ΜΜΕ και η Ελληνική Ασυνέπεια προς την Τουρκία

Έγραψα το παρακάτω κείμενο για το περιοδικό Αντί. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 895 του περιοδικού (18 Μαΐου 2007), στις σελίδες 16-18.

ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΝΗΘΩΣ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ τα όρια της κριτικής στον ελληνικό τύπο. Συντάκτες και αρθρογράφοι που καθημερινά πρωτοστατούν στις πατροπαράδοτες κομματικές αντιμαχίες, όταν αναφέρονται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις συμμορφώνονται σχεδόν μηχανικά με τα δελτία τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών. Ενδεικτικό παράδειγμα της ενστικτώδους αυτής εθνικής συσπείρωσης αποτελεί η πρόσφατη αρθρογραφία πάνω στην συνεχιζόμενη πολιτική κρίση στην Τουρκία.

Συγκεκριμένα, η εντυπωσιακή σύγκλιση απόψεων πάνω στις τουρκικές εξελίξεις έχει κατορθώσει να γεφυρώσει ακόμα και τα ισχυρότερα οχυρά του έντυπου κομματικού διχασμού. Ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, οι περισσότεροι Έλληνες αρθρογράφοι βάλθηκαν να ερμηνεύσουν τις πολιτικές δυσκολίες στην γειτονική μας χώρα ως «παρομοίωση πραξικοπήματος» (Το Βήμα 29/4)[16],«θηλιά στην τουρκική δημοκρατία» (Τα Νέα 5/5)[15] και «πολιτική έκρηξη [...] με χαρακτηριστικά εμφύλιας σύγκρουσης» (Καθημερινή 6/5)[10]. Ταυτόχρονα, γίνονται πολλαπλές αναφορές σε πιθανότητα θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο, διότι «συνήθως οι Τούρκοι μεταφέρουν τα εσωτερικά τους προβλήματα εκτός συνόρων, προκαλώντας εντάσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο»[16]. Περιέργως, τα σενάρια περί ενδεχόμενου «θερμού επεισοδίου» αποδίδονται σχεδόν πάντοτε σε ανώνυμες «διπλωματικές πηγές» (βλ. ελεγχόμενες διαρροές από το ΥΠΕΞ).

ΤΟ «ΘΕΡΜΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ»

Ως προθάλαμος του αναμενόμενου «θερμού επεισοδίου» αναφέρεται συστηματικά η αεροναυτική άσκηση που οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις διεξάγουν αυτόν τον καιρό σε διεθνή ύδατα νότια της Λάρνακας. Η άσκηση αυτή, που τηρεί τις προδιαγραφές των διεθνών συμφωνιών, κατακρίνεται σε πρόσφατο άρθρο της Ελευθεροτυπίας ως επιθετικό «μήνυμα» προς Αθήνα και Λευκωσία (7/5)[8]. Σε παρόμοιο τόνο κυμαίνεται η τοποθέτηση του αρθρογράφου της Ημερησίας, Κ. Βενιζέλου, ο οποίος προειδοποιεί τους αναγνώστες του πως «οι πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία προσφέρουν κάλυψη σε ακραίες συμπεριφορές της Άγκυρας, γεγονός που [...] ενισχύεται και από το γεγονός ότι διεξάγονται στην περιοχή [της Κύπρου] στρατιωτικές ασκήσεις». Και καταλήγει ρωτώντας ρητορικά «πού θα οδηγήσει αυτή η κλιμακούμενη ακραία συμπεριφορά;» (7/5)[6]. Παραδόξως, οι ερμηνείες της τουρκικής αεροναυτικής άσκησης ως «ακραίας συμπεριφοράς» επιμένουν να κάνουν την εμφάνισή τους στον ελληνικό τύπο, παρά τις δηλώσεις του ίδιου του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου πως «οι ασκήσεις διεξάγονται εκτός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας» και συνεπώς «δεν εγείρεται κανένα ιδιαίτερο θέμα»[9].

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ»

Όπως συμβαίνει συνήθως στην πλειονότητα των εντύπων εγχώριας κατανάλωσης, η Ελλάδα εμφανίζεται ως μόνιμη ακόλουθος της διπλωματικής οδού, σε αντίθεση με την «πολεμοχαρή» και «προκλητική» Τουρκία. Έτσι λοιπόν, «με τη γνωστή συνταγή τής διπλωματίας [...] θα επιδιώξει η Αθήνα να διασώσει την ελληνοτουρκική προσέγγιση στον στρατιωτικό τομέα. Και αυτό καθώς οι άλλου τύπου προσεγγίσεις [...] της Τουρκίας [...] δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για ήρεμα νερά» (Τα Νέα, 7/5)[5]. Δυστυχώς η μονόπλευρη αυτή προσέγγιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων διαφέρει σημαντικά από την πραγματικότητα, την οποία ο ελληνικός τύπος επιλέγει να παραβλέπει. Όπως ακριβώς επέλεξε να παραβλέψει την άρνηση του ελληνικού ΥΠΕΞ να ανταποκριθεί στην πρόσφατη πρόταση του αρχηγού των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγού Γιασάρ Μπουγιούκανιτ, να αφοπλιστούν μέσω κοινής συμφωνίας όλα τα μαχητικά αεροσκάφη Ελλάδας και Τουρκίας που πετούν πάνω από το Αιγαίο (Αντί τ. 893)[17]. Η πρόταση αυτή ίσως να προωθούσε την ειρήνη στην περιοχή, ίσως όχι. Έπρεπε όμως να εξεταστεί από το ελληνικό ΥΠΕΞ. Εκείνο όμως την αγνόησε επιδεικτικά δίχως ούτε μία αντίδραση από τα ελληνικά ΜΜΕ.

Αντί να αξιοποιήσει την πρόταση Μπουγιούκανιτ για να προωθήσει «τη γνωστή συνταγή της διπλωματίας», η ελληνική κυβέρνηση προέβη σε μια ανεύθυνη και επιπόλαια πρόκληση στην Κύπρο. Στις αρχές Μαΐου, επέτρεψε στον αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλο να επισκεφτεί το νησί και να καταθέσει στεφάνι, καθώς και να τελέσει τρισάγιο, στον τάφο του Χίτη και «ολετήρα της Κύπρου» (Χαραυγή 3/5)[18] στρατηγού Γεώργιου Γρίβα-Διγενή, στη Λεμεσό. Δε χρειάζεται να παραθέσουμε τις τουρκικές και τουρκοκυπριακές αντιδράσεις που ακολούθησαν την προμελετημένη [1] αυτή πρόκληση. Οι ελληνοκυπριακές αντιδράσεις αρκούν για να δείξουν την επικίνδυνη επιπολαιότητα αυτής της ενέργειας: ο ίδιος ο πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής, Δημήτρης Χριστόφιας, εξέφρασε την δυσαρέσκειά του για την ανάρμοστη τιμή που ο Έλληνας αρχιεπίσκοπος απέδωσε «στον τάφο του καταστροφέα της Κύπρου»[1]. Παρόμοιες αντιδράσεις εκφράστηκαν και από τα περισσότερα κυπριακά πολιτικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένων του ΔΗΚΟ, του ΑΚΕΛ και του ΕΔΕΚ, καθώς και από δεκάδες πολιτικές οργανώσεις του νησιού.

Κι όμως, πέρα από κάποιο θόρυβο που προξένησε η αντίδραση του Μίκη Θεοδωράκη στην αψυχολόγητη ενέργεια του Χριστόδουλου [19], η είδηση πέρασε στα ψηλά των ελληνικών ΜΜΕ. Φυσικά, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η Τουρκία αποτελεί κοσμικό κράτος που δεν επιτρέπει σε ιερείς να ασκούν εξωτερική πολιτική. Μπορεί όμως κανείς να φανταστεί ποια θα ήταν η αντίδραση των ΜΜΕ στη χώρα μας εάν κάποιο επιφανές δημόσιο πρόσωπο της τουρκικής ζωής, με κοινωνική θέση παρόμοια εκείνης του Χριστόδουλου στην Ελλάδα, είχε αποδώσει επίσημα φόρο τιμής στον τάφο του αντισυνταγματάρχη Ριζά Βουρουσκάν, διοικητή της τρομοκρατικής Οργάνωσης Τουρκικής Αντίστασης (της αντίστοιχης τουρκοκυπριακής «ΕΟΚΑ»).

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Φυσικά, στη βάση οποιασδήποτε ελληνικής τοποθέτησης πάνω στα ελληνοτουρκικά βρίσκεται το ζήτημα της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας. Τα τελευταία χρόνια διατυπώνεται συχνά η άποψη πως η ευρωπαϊκή ένταξη της Τουρκίας –εάν και όταν οριστικοποιηθεί– θα είναι κάτι σαν ένα αναγκαίο κακό. Υπό αυτό το σκεπτικό, η Ελλάδα θα πρέπει να επιδιώξει την ολοκλήρωση του Τουρκικού ευρωπαϊκού οράματος με απώτερο στόχο την διασφάλιση πολιτικής σταθερότητας στην γείτονα χώρα, καθώς και την σταδιακή αλληλοσύνδεσή της με την ελληνική οικονομία, ως μέσο διασφάλισης της ειρήνης [10]. Όπως επισήμανε πρόσφατα και ο Θάνος Ντόκος, γενικός διευθυντής του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής, «αν το ευρωπαϊκό ταξίδι της Τουρκίας καταλήξει άμεσα σε ναυάγιο, τότε η Ελλάδα όχι μόνο δεν ωφελείται, αλλά αντίθετα κινδυνεύει να βρεθεί δίπλα (αν και όχι υποχρεωτικά απέναντι) σε μια Τουρκία απογοητευμένη, ανασφαλή και με αβέβαιο στρατηγικό προσανατολισμό»[12]. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική αρθρογραφία εκπέμπει σταθερά μια υπόγεια χαιρεκακία κάθε φορά που η γειτονική μας χώρα αποτυγχάνει σε κάποια εξέταση ευρωπαϊκής συμβατότητας. Διαφαίνεται δηλαδή μια υποβόσκουσα ευαρέσκεια για την αδυναμία της τουρκικής πολιτικής ζωής να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού κλαμπ, στο οποίο εμείς ήδη ανήκουμε. Ενδεικτική είναι η κακεντρεχής παρατήρηση δημοσιεύματος της Καθημερινής (6/5), η οποία περιγράφει την τουρκική πολιτική κρίση ως «ένα σκηνικό που δεν θυμίζει δημοκρατική χώρα στα πρόθυρα της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση»[10] –λες και η σύγχρονη Ελλάδα της καθημερινής αβεβαιότητας και της ανείπωτης διαφθοράς διεκδικεί τα εύσημα μιας δημοκρατικής χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Την ίδια αλλοπρόσαλλη στάση απέναντι στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας εκφράζει και η ελληνική κυβέρνηση. Θεωρητικά, η χώρα μας υποτίθεται πως υποστηρίζει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της γείτονας χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόσφατα, η Υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη δήλωσε εγγράφως πως «εμείς στην Αθήνα υποστηρίζουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας [...]. Μια ευρωπαϊκή δημοκρατική Τουρκία είναι προς όφελος της ειρήνης, της σταθερότητας και της ανάπτυξης της περιοχής μας»[11]. Στην πράξη όμως, οι πολιτικές ακροβασίες της Αθήνας απέχουν σημαντικά από τις ρητορικές διαβεβαιώσεις της Υπουργού των Εξωτερικών.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση των γαλλικών εκλογών. Δεν αποτελεί υπερβολή να θεωρηθεί ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας, Νικολά Σαρκοζί, ως το μεγαλύτερο πλέον εμπόδιο στην ευρωπαϊκή προοπτική της Άγκυρας [7]. Ο ίδιος, ως γνήσιος δεξιός, θεωρεί την Τουρκία μια αμιγώς ασιατική χώρα [12], δηλώνοντας μάλιστα κατά τη διάρκεια προεκλογικής τηλεοπτικής αναμέτρησης με τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ πως μια πιθανή ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση «θα είναι επικίνδυνη για την ισορροπία του κόσμου» και πως θα συμβάλλει «στην ενίσχυση του ισλαμισμού» στην Τουρκία [13]. Θα περίμενε λοιπόν κανείς πως η Αθήνα, ως υποστηρίκτρια της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ήταν από τις πιο ένθερμες οπαδούς της Ρουαγιάλ. Όμως το αντίθετο συνέβη. Σε πρόσφατο άρθρο του στην εφημερίδα Αυριανή, ο Υφυπουργός Εξωτερικών Ευριπίδης Στυλιανίδης δεν έκρυψε την ικανοποίησή του για την «ισχυροποίηση της γαλλικής κεντροδεξιάς που από μόνη της (Σαρκοζί, Μπαϊρού) ξεπέρασε το 50%», όπως και για το «πρωτότυπο πολιτικό στίγμα [του Σαρκοζί] που τολμηρά και ξεκάθαρα ιδεολογικοποιεί την αντιπαράθεση με την αριστερά»[2]. Παρόμοια ικανοποίηση για «την επιστροφή της πολιτικής στη Γαλλία»[4] εξέφρασε και η ίδια η Ντόρα Μπακογιάννη σε πρόσφατη συνέντευξη τύπου μετά την εκλογή του Σαρκοζί. Ο Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, προφανώς περιχαρής για την επικράτηση της δεξιάς στη Γαλλία, έσπευσε να στείλει συγχαρητήριο μήνυμα στο νέο Γάλλο Πρόεδρο, στο οποίο επισήμανε την «εγκαρδιότητα μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του κόμματος του Νικολά Σαρκοζί»[3].

Το παράδειγμα αυτό δείχνει πώς η άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής πάνω σε κομματικές γραμμές οδηγεί την Αθήνα σε αντιφάσεις και στέλνει ασαφή μηνύματα προς την Άγκυρα. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά η αδυναμία των ελληνικών ΜΜΕ να διερευνήσουν τις κρίσιμες αυτές αντιφάσεις, που καθιστούν σταδιακά την Ελλάδα αναξιόπιστο εταίρο της τουρκικής ευρωπαϊκής προσέγγισης. Είναι τουλάχιστον παραπλανητικό από την πλευρά μιας έμπειρης αρθρογράφου όπως η Κύρα Αδάμ, να αναφέρει μια εβδομάδα μετά το τέλος των γαλλικών εκλογών πως «στον αντίποδα των γερμανικών και γαλλικών θέσεων –μετά την εκλογή στην προεδρία του Ν. Σαρκοζί– για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας εξακολουθεί να κινείται η Αθήνα» (Ελευθεροτυπία 10/5)[14].

ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ο συγγραφέας Νίκος Δήμου έγραψε κάποτε πως ο πραγματικός λόγος που αντιπαθούμε τους Τούρκους είναι πως μας θυμίζουν τους εαυτούς μας. Ο ελληνικός ειδησεογραφικός χειρισμός της συνεχιζόμενης κρίσης στην Τουρκία φανερώνει κάτι από την σπηλαιώδη αυτή ψυχοπαθολογία. Η συστηματική απλοποίηση της πολιτικής κατάστασης στη γειτονική μας χώρα, όπως και η ισοπέδωση των πολύπλευρων κοινωνικών δυνάμεων που συμμετέχουν σε αυτήν, έχει οδηγήσει τον κύριο όγκο των ελληνικών ΜΜΕ στην εκλαϊκευμένη –όσο και πλαστή– αντιπαράθεση μεταξύ «μαντίλας ή τανκς». Η πραγματικότητα είναι, όπως πάντοτε, πολυσύνθετη. Θα καταφέρει η τουρκική κοινωνία να βρει την ισορροπία μεταξύ δημοκρατίας και ασφάλειας; Αν εξετάσει κανείς τις αντίστοιχες προσπάθειες στο εσωτερικό της αυτεπάγγελτης «προστάτιδας του δημοκρατικού κόσμου» Αμερικής, θα αποφανθεί πως ο αγώνας αυτός είναι εξαιρετικά δύσκολος.

Το κύριο ερώτημα, που θα πρέπει κάποια στιγμή να απαντηθεί, είναι εάν θα καταφέρει τελικά η δική μας χώρα να εγκαταστήσει τη δημοκρατία όπως αυτή θα πρέπει να λειτουργεί. Προφανώς για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτείται η χειραφέτηση του τύπου. Ενός τύπου ανεξάρτητου, απελευθερωμένου από εθνικιστικές παρωπίδες, μαχόμενου ενάντια στις πολιτικές ασυναρτησίες οποιουδήποτε φορέα, είτε τουρκικού, είτε ελληνικού. Επί του παρόντος, ο δημοσιογραφικός χειρισμός των ελληνοτουρκικών σχέσεων δείχνει πως απέχουμε πολύ από έναν τέτοιο τύπο. Σε τελική ανάλυση, ίσως να χρειαζόμαστε κι εμείς μια εκ βαθέων πολιτική αναδιάρθρωση, όπως εκείνη που εδώ και χρόνια επιζητούν οι δημοκρατικοί πολίτες της Τουρκίας.

Παραπομπές

[1] Βενιζέλος, Κ. (2007) «Μακαριότατη Εξίσωση Μακάριου-Γρίβα», εφημερίδα Ημερησία, 5 Μαΐου.
[2] Στυλιανίδης, Ε.Σ. (2007) «Άρθρο ΥΦΥΠΕΞ κ. Ε. Στυλιανίδη στην εφημερίδα Αυριανή», αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Υπουργείου Εσωτερικών, 5 Μαΐου.
[3] Ανών. (2007) «Συγχαρητήριο Μήνυμα Κ. Καραμανλή Προς τον Νικολά Σαρκοζί», εφημερίδα Καθημερινή, 7 Μαΐου.
[4] Ανών. (2007) «Ντ. Μακογιάννη: Ικανοποίηση για την ‘Επιστροφή της Πολιτικής στη Γαλλία’», εφημερίδα Καθημερινή, 7 Μαΐου.
[5] Δημάκας, Λ. (2007) «Σωσίβιο στον Διάλογο των Στρατηγών με Άσκηση για Σεισμό», εφημερίδα Τα Νέα, 7 Μαΐου.
[6] Βενιζέλος, Κ. (2007) «Ανησυχία για Θερμό Επεισόδιο από την Άγκυρα», εφημερίδα Ημερησία, 7 Μαΐου.
[7] Ψυχάρης, Σ.Π. (2007) «Η Απλή Λύση», εφημερίδα Το Βήμα, 6 Μαΐου, σελ. Α01.
[8] Κωνσταντινίδης, Φ. (2007) «Στο Κενό η Άσκηση των Τούρκων Έξω από τα Χωρικά Ύδατα», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 7 Μαΐου.
[9] Ανών. (2007) «Ανησυχία Λευκωσίας για τις Εξελίξεις στην Τουρκία», εφημερίδα Καθημερινή, 6 Μαΐου.
[10] Έλλις, Α. (2007) «Το Μέλλον της Τουρκίας στα Χέρια του Λαού», εφημερίδα Καθημερινή, 6 Μαΐου.
[11] Μπακογίαννη, Ν. (2007) «Υποστηρίζουμε την Ευρωπαϊκή Προοπτική της Τουρκίας», εφημερίδα Καθημερινή, 6 Μαΐου.
[12] Ντόκος, Θ. (2007) «Η Εκλογή Σαρκοζί και οι Συνέπειές της», εφημερίδα Καθημερινή, 6 Μαΐου.
[13] Ανών. (2007) «Προβληματισμός στην Τουρκία για την Επικράτηση Σαρκοζί», εφημερίδα Ναυτεμπορική, 7 Μαΐου.
[14] Αδάμ, Κ. (2007) «Επιμένει η Αθήνα στην Ένταξη», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 10 Μαΐου.
[15] Τσίμας, Π. (2007) «Τουρκικό Αίνιγμα», εφημερίδα Τα Νέα, 5 Μαΐου.
[16] Ανών. (2007) «Ωμή Επέμβαση των Τούρκων Στρατηγών», εφημερίδα Το Βήμα, 29 Απριλίου, σελ. Α30.
[17] Διαμαντής, Τ. (2007) «Ο Τρόμος Παραμονεύει στην Τουρκία», περιοδικό Αντί, τ. 893, 6 Απριλίου, σελ. 38-41.
[18] Ανών. (2007) «Απαράδεκτη Απόδοση Τιμών στον Γρίβα –Βλασφημία», εφημερίδα Η Χαραυγή, 3 Μαΐου.
[19] Τσάτσης, Α. (2007) «Κατά Χριστόδουλου για τον Τρισάγιο στον Τάφο του Γρίβα», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 4 Μαΐου.

4/5/07

Ρωσία: Οι Ελιγμοί Ενός Ενεργειακού Μεγαθήριου

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 894 του περιοδικού Αντί, στις σελίδες 40-42, υπό τον τίτλο "Οι Ελιγμοί Ενός Μεγαθήριου στον Παγκόσμιο Ενεργειακό Πόλεμο".

Η ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ τιμών τα τελευταία χρόνια έχει φέρει στο στόχαστρο πολλών δυσαρεστημένων καταναλωτών την αμερικανική Exxon Mobil, που θεωρείται η πιο καταχρηστικά κερδοφόρα εταιρία στην υφήλιο. Κι όμως, υπάρχει ένας ενεργειακός κολοσσός που διαθέτει πετρελαϊκά αποθέματα εξαπλάσια εκείνων της Exxon Mobil, πλησιάζοντας μάλιστα τα αποθέματα ολόκληρου του Ιράν [07]. Η εταιρία αυτή ελέγχει τα μετοχικά κεφάλαια εκατοντάδων ενεργειακών οργανισμών παγκοσμίως, με ιδιαίτερη έμφαση στο φυσικό αέριο, αφού παράγει σχεδόν το 30% της ετήσιας παγκόσμιας παραγωγής και διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο αγωγών στον κόσμο [08]. Ταυτόχρονα είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Ευρώπη και στην Ασία, ενώ από το 2006 αναφέρεται επίσημα ως η τρίτη μεγαλύτερη εταιρία στον κόσμο [06]. Η εταιρία αυτή των 350.000 εργαζομένων είναι η ρωσική Gazprom που εδρεύει στη Μόσχα.

Πριν από μερικούς μήνες, η Gazprom πρωταγωνίστησε στη σημαντικότερη ενεργειακή σύρραξη στην Ευρώπη μετά την Ρωσο-Ουκρανική διαμάχη του 2005. Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 2006, η κυβέρνηση της Λευκορωσίας απέρριψε πρόταση της Gazprom για διπλασιασμό των τιμών εξαγωγής ρωσικού φυσικού αερίου στη χώρα. Η εταιρία, με την πολιτική στήριξη του Κρεμλίνου, απάντησε απειλώντας με τριπλασιασμό των τιμών και κατάσχεση του συστήματος διανομής φυσικού αερίου της Λευκορωσίας. Τα μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου, λίγες ώρες πριν την λήξη της διορίας που είχε επιβληθεί από την Gazprom, η Λευκορωσία ενέδωσε.

Όμως, δύο ημέρες αργότερα, ο –κατά κανόνα ρωσόφιλος– πρόεδρος της χώρας Αλεξάντρ Λουκασένκο, επέβαλε αιφνιδιαστικά στη Ρωσία φόρο 45 δολαρίων για κάθε τόνο ρωσικού πετρελαίου που περνούσε από τους αγωγούς της με προορισμό την κεντρική Ευρώπη. Η απάντηση της Μόσχας υπήρξε άμεση: διέκοψε ακαριαία την τροφοδοσία πετρελαίου στους αγωγούς της Λευκορωσίας, στερώντας ξαφνικά στην κεντρική Ευρώπη από το 20% (Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία) έως το 80% (Ουγγαρία, Σλοβακία) των καθημερινών της πετρελαϊκών αναγκών. Όπως ήταν φυσικό, η πίεση της Ευρώπης έκαμψε ταχύτατα την αντίσταση της Λευκορωσίας και η τροφοδοσία των αγωγών αποκαταστάθηκε μερικά εικοσιτετράωρα αργότερα. Το συμβάν ήταν όμως αρκετό για να επιστήσει την προσοχή των ενεργειακά εξαρτημένων Ευρωπαίων, καθώς και να επιβεβαιώσει την αυξανόμενη πολιτική ισχύ του ενεργειακού μεγαθήριου που ονομάζεται Ρωσία.

Η ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Αποτελεί κοινή παραδοχή πως η πρωτοφανής ενίσχυση των συναλλαγματικών αποθεμάτων του Ρωσικού θησαυροφυλακίου οφείλεται κυρίως στον υπερτριπλασιασμό των ενεργειακών τιμών κατά την τελευταία πενταετία. Όμως αυτό που γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτό είναι η συστηματική προσπάθεια της Μόσχας να μετατρέψει την ενεργειακή της υπεροπλία σε διεθνή πολιτική επιρροή. Ο λόγος είναι προφανής: η Ρωσία διαθέτει αυτή τη στιγμή τα σημαντικότερα γνωστά αποθέματα φυσικού αερίου στον κόσμο, που είναι κατά 100% μεγαλύτερα εκείνων του Ιράν, της δεύτερης μεγαλύτερης παγκόσμιας δύναμης στο φυσικό αέριο [09] Συνεπώς, η Ρωσική βιομηχανία φυσικού αερίου συμβάλλει κατά 22% στην παγκόσμια παραγωγή [09]. Είναι ίσως περιττό να τονιστεί η ενεργειακή σημασία της Ρωσίας για τον βιομηχανικό κόσμο και ιδιαίτερα για την Ευρώπη. Ρωσικοί αγωγοί φυσικού αερίου προμηθεύουν το 43% των αναγκών της Γερμανίας, το 47% της Πολωνίας και το 96% της πλήρως εξαρτημένης Ελλάδας [09]. Ταυτόχρονα, η Ρωσία εξάγει πάνω από το 70% της ετήσιας πετρελαϊκής της παραγωγής [04], κυρίως σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες στο σύνολό τους απορροφούν το 80% αυτών των εξαγωγών [09].

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ

Όμως, παρά την εξαγωγική της ισχύ, η Ρωσία αδυνατεί να ελέγξει τις παγκόσμιες τιμές πώλησης του φυσικού αερίου. Ο λόγος έχει να κάνει με την τεχνική φύση του προϊόντος, που διαφέρει σημαντικά από το πετρέλαιο. Το τελευταίο μπορεί και μεταφέρεται φτηνά ανά την υφήλιο με δεξαμενόπλοια. Αντίθετα, το φυσικό αέριο, για να μεταφερθεί οδικά ή θαλάσσια, χρειάζεται πρώτα να υγροποιηθεί (να μετατραπεί δηλαδή σε υγραέριο) για την μεταφορά και κατόπιν να εξαερωθεί πάλι πριν τη χρήση του. Η διαδικασία αυτή είναι χρονοβόρα και πολυέξοδη και είναι ο λόγος που το φυσικό αέριο μεταφέρεται διεθνώς μέσω αεραγωγών. Η κατασκευή τους, αν και πολυδάπανη, είναι κατά πολύ φτηνότερη από οποιαδήποτε άλλη μεταφορική μέθοδο.

Αγωγοί φυσικού αερίου στη βόρεια Σιβηρία. Ο ενεργειακός πλούτος του υπεδάφους της απέραντης αυτής περιοχής είναι ανεξάντλητος

Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν όμως να συγκριθούν οι αεραγωγοί με τα δεξαμενόπλοια. Η μεταφορική ευελιξία των τελευταίων ευθύνεται για την παγκοσμιοποίηση της αγοράς πετρελαίου, κάτι που δεν ισχύει για την αγορά φυσικού αερίου. Με άλλα λόγια, πετρελαιοπαραγωγές χώρες σαν την Σαουδική Αραβία μπορούν να μεταφέρουν το πετρέλαιό τους με δεξαμενόπλοια και φορτηγά σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Αντίθετα, η Ρωσία, μπορεί να εξάγει το φυσικό της αέριο μόνο σε χώρες που φιλοξενούν ρωσικούς αγωγούς. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ρωσία προμηθεύει με φυσικό αέριο ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, αλλά όχι την Ασία, την Αφρική, ή την Λατινική Αμερική, οι οποίες προμηθεύονται το φυσικό τους αέριο από άλλες πηγές.

Παράλληλα, η μονιμότητα των αγωγών έχει δημιουργήσει μία ιδιόρρυθμη οικονομική κατάσταση όπου οι διεθνείς τιμές διακίνησης φυσικού αερίου μεταβάλλονται κατά αραιά διαστήματα, και συχνά σταθεροποιούνται με διακρατικά συμβόλαια που διαρκούν δεκαετίες ολόκληρες. Κάτι τέτοιο είναι λογικό, εφόσον, από τη στιγμή που ένας αγωγός έχει κατασκευαστεί, είναι πολυέξοδο και χρονοβόρο για τις χώρες που προμηθεύονται μέσω αυτών φυσικό αέριο να αλλάξουν προμηθευτή, όπως και για τη χώρα-παραγωγό να διακόψει την παροχή στους συγκεκριμένους πελάτες.

Ο αναπόφευκτος θρυμματισμός, αλλά και η στατική φύση, της παγκόσμιας αγοράς φυσικού αερίου έχει αποτρέψει τη δημιουργία πολυεθνικών καρτέλ, όπως είναι για παράδειγμα ο OPEC –ο Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγών Εξαγωγών Χωρών. Ο 12μελής αυτός φορέας επιδιώκει τον καθημερινό έλεγχο των τιμών του πετρελαίου, βασιζόμενος στην ισχύ του νόμου της αγοράς και της ζήτησης. Τα κράτη-μέλη του συγχρονίζουν την αυξομείωση της πετρελαϊκής τους παραγωγής ανάλογα με την παγκόσμια ζήτηση. Αυτή η απλή αλλά αποτελεσματική τακτική θα ήταν πρακτικά δύσκολο να εφαρμοστεί στον τομέα του φυσικού αερίου. Παράλληλα, ως αραβικές χώρες, τα περισσότερα μέλη του OPEC συνδέονται, όχι μόνο ενεργειακά, αλλά και γλωσσικά, πολιτικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά. Η ισχυρή αυτή διασύνδεση έχει ιστορικά αποτελέσει την αιχμή του πολιτικού δόρατος του οργανισμού, προσδίδοντάς του έναν υπολογίσιμο διεθνή ρόλο –όπως θα θυμούνται όσοι έζησαν την ενεργειακή κρίση του 1973. Κάτι τέτοιο ομολογουμένως δεν ισχύει στην περίπτωση των χωρών-παραγωγών φυσικού αερίου, στις τάξεις των οποίων συγκαταλέγονται χώρες δίχως συνεκτικότητα μεταξύ τους, όπως είναι για παράδειγμα η Γουινέα-Ισημερινός, το Τρινιντάντ και το Τουρκμενιστάν.

ΚΑΡΤΕΛ ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Τα πράγματα όμως αλλάζουν. Το 2001, δημιουργήθηκε αθόρυβα στην Τεχεράνη ένας πειραματικός συνασπισμός κρατών με το όνομα Gas Exporting Countries Forum (GECF), που στα ελληνικά μεταφράζεται ως Συμβούλιο Χωρών Εξαγωγών Αερίου. Τότε αρκετές δυτικές χώρες, με πρώτες τις ΗΠΑ, θορυβήθηκαν από την Ρωσο-Ιρανική αυτή πρωτοβουλία. Στα επόμενα χρόνια η Ουάσιγκτον προσπάθησε να προσεταιριστεί κάποιες από τις κεντροασιατικές χώρες-παραγωγούς φυσικού αερίου, όπως είναι το Ουζμπεκιστάν, το Καζακστάν και το Κιργιστάν, και να τις αποτρέψει από πιθανή ένταξη στο GECF. Όμως οι αλλεπάλληλοι πόλεμοι και τα σκάνδαλα της κυβέρνησης Μπους δεν επέτρεψαν στους Αμερικανούς να ασχοληθούν συστηματικά με το θέμα, από το οποίο απείχε επίσης η Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι η ανοδική εξέλιξη του GECF συνεχίστηκε ανεμπόδιστη.

Το Συμβούλιο αναπτύχθηκε σταδιακά γύρω από τον Ρωσο-Ιρανικό ενεργειακό άξονα, με αποτέλεσμα να ενταχθούν στις τάξεις των ενεργών μελών του μερικές από τις πιο δραστήριες πολιτικές αντιπάλους των ΗΠΑ, όπως είναι –πέρα από το Ιράν και τη Ρωσία– η Λιβύη, η Αίγυπτος, η Βολιβία και –φυσικά– η Βενεζουέλα. Είναι προφανές πως η προσάρτηση μελών στο γκρουπ είναι σε μεγάλο βαθμό επιλεκτική. Έτσι εξηγείται η αποχή από το Συμβούλιο πολλών χωρών-παραγωγών φυσικού αερίου που είναι φιλικά προσκείμενες προς τις ΗΠΑ, όπως είναι η Αυστραλία, η Αργεντινή, το Μεξικό, ο Καναδάς, η Σαουδική Αραβία και η Ινδία.

Τον μήνα που μας πέρασε, το GECF πραγματοποίησε μία ακόμα διεθνή συνάντηση, αυτή τη φορά σε επίπεδο υπουργών, στη Ντόχα του Κατάρ. Υπήρξε η πρώτη από τον Μάιο του 2006, όταν ο Αλεξάντρ Μεντβέντεβ, εκ των συντονιστών του γκρουπ, και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Gazprom, πρότεινε για πρώτη φορά δημόσια την ίδρυση «μιας συμμαχίας προμηθευτών αερίου με μεγαλύτερη [διεθνή] επιρροή από τον OPEC»[02]. Οι σύνεδροι προσπάθησαν να κατευνάσουν τις ανησυχίες των διεθνών παρατηρητών, επιμένοντας πως η δημιουργία καρτέλ δεν βρίσκεται στις άμεσες επιδιώξεις τους. Όμως, εξερχόμενος από το συνέδριο, ο Σακίμπ Κελίλ, υπουργός ενέργειας της Αλγερίας (από τους κορυφαίους εξαγωγείς φυσικού αερίου στον κόσμο), παραδέχτηκε πως «μακροπρόθεσμα, οδεύουμε προς τη δημιουργία ενός καρτέλ φυσικού αερίου στα πρότυπα του ΟΠΕΚ»[01]. Οι δηλώσεις του Σεργκέι Λαβρόφ, υπουργού εξωτερικών της Ρωσίας, αν και λιγότερο ευθείς, υποδεικνύουν την ίδια μακροπρόθεσμη επιδίωξη: «δε συζητάμε την ιδέα σύστασης ενός καρτέλ αερίου», δήλωσε ο Λαβρόφ. «Το ζήτημα είναι να εγγυηθούμε το νόμιμο δικαίωμα των παραγωγών αερίου να συντονίζουν τη δράση τους. Αυτό προϋποθέτει μέτρα διασφάλισης [της ισορροπίας μεταξύ] προσφοράς και ζήτησης. Θα επικεντρωθούμε προσεκτικά πάνω σε αυτή την αρχή»[05]. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για καρτέλ –απλά θα λειτουργεί ως τέτοιο....

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Από ενεργειακή άποψη, οι χώρες-μέλη του GECF είναι κάθε άλλο παρά τυχαίες. Στο σύνολό τους ελέγχουν πάνω από το 70% των αποθεμάτων φυσικού αερίου στον κόσμο [10], το 41% της παγκόσμιας ετήσιας παραγωγής [02] και το 60% των εξαγωγών [01]. Είναι προφανές πως η διαφαινόμενη σύμπραξή τους στοχεύει κατά κύριο λόγο στην παγκοσμιοποίηση της αγοράς φυσικού αερίου, μέσω του συντονισμού και της συστηματοποίησης πρακτικών και οικονομικών μεθόδων μεταφοράς του προϊόντος από χώρα σε χώρα. Παράλληλα όμως, οι πολιτικές προεκτάσεις του διαφαινόμενου αυτού καρτέλ είναι προφανείς, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη πως οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές φυσικού αερίου στον κόσμο. Η τελευταία είναι σχεδόν ολοκληρωτικά εξαρτημένη από τους ενεργειακούς της προμηθευτές, οι δύο βασικότεροι εκ των οποίων (η Ρωσία και η Αλγερία) πρωτοστατούν στον GECF [02]. Εάν και όταν το καρτέλ αυτό επισημοποιηθεί, τότε η δυνατότητα της Ευρώπης να διαπραγματεύεται τις τιμές των ενεργειακών της εισαγωγών θα περιοριστεί αισθητά.

Αλλά και για τις ΗΠΑ, που σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό αυτάρκεις στον τομέα του φυσικού αερίου, το μέλλον διαγράφεται ιδιαίτερα δυσοίωνο. Σύμφωνα με τους δείκτες της ενεργειακής εταιρίας British Petroleum, εάν οι ξέφρενοι ρυθμοί της κατανάλωσης φυσικού αερίου στις ΗΠΑ συνεχιστούν, η χώρα θα εξαντλήσει τα περισσότερα εγχώρια αποθέματά της σε δέκα το πολύ χρόνια [02]. Όταν αυτό συμβεί, η Ουάσιγκτον θα αναγκαστεί να απευθυνθεί στη διεθνή αγορά φυσικού αερίου για να ικανοποιήσει τις ενεργειακές της ανάγκες.

Λογικά εκεί ακριβώς ποντάρουν και οι πρωτεργάτες του GECF, δηλαδή στο μετριασμό της διεθνούς πολιτικής υπεροχής των ΗΠΑ μέσω της επιφαινόμενης ενεργειακής της εξάρτησης, η οποία ενδέχεται να αυξηθεί γεωμετρικά με την πάροδο του χρόνου. Υπό το πρίσμα αυτό, η επόμενη δεκαετία θα είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Η Ρωσία θα προσπαθήσει να συστηματοποιήσει ακόμα περισσότερο την ενεργειακή της επιρροή, ιδιαίτερα σε ενεργειακούς εξαγωγείς φίλα προσκείμενους προς τις ΗΠΑ, ενώ οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν να ανεξαρτητοποιηθούν ενεργειακά με επενδύσεις σε εναλλακτικές μορφές παραγωγής ενέργειας, ή ακόμα και με στρατιωτικούς τυχοδιωκτισμούς. Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών και των 23 επίσημων γλωσσών....θα πρέπει πρώτα να επιδιώξει να συμφωνήσει πάνω στα βασικά (σύνταγμα, ασφάλεια, άμυνα) και κατόπιν να αρχίσει κι εκείνη να ανησυχεί συλλογικά για τη δική της επιφαινόμενη ενεργειακή στενωπό.

Παραπομπές

[01] Ανών. (2007) «Ένα Βήμα Πριν τη Δημιουργία Καρτέλ στο Φυσικό Αέριο», εφημερίδα Ναυτεμπορική, 10 Απριλίου.
[02] Kupchinsky, R. (2006) «Russia: Algeria Deal Revives Talk Of Gas Cartel», πρακτορείο ειδήσεων Radio Free Europe, 14 Αυγούστου.
[03] Socor, V. (2007) «Russia Poised to Lead an Evolving Cartel of Gas-Exporting Countries», έκθεση του Jamestown Foundation, Ουάσιγκτον, 10 Απριλίου.
[04] Έκθεση με τίτλο «International Energy Outlook 2006» της Αρχής Διαχείρισης Ενεργειακών Δεδομένων του Υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ, Ιούνιος 2006, κεφάλαιο 4.
[05] Ανών. (2007) «Russia Again Denies Gas Cartel Plan», πρακτορείο ειδήσεων United Press International, 13 Απριλίου.
[06] Klussmann, U. (2006) «Reshaping the World Order with Russian Gas and Oil», περιοδικό Der Spiegel, 14 Σεπτεμβρίου.
[07] Kramer, A. (2005) «$13 Billion Sibneft Deal Fulfills Gazprom Quest», ανατύπωση στην εφημερίδα International Herald Tribune άρθρου των New York Times, 29 Σεπτεμβρίου.
[08] Starobin, P., και Belton, C. (2002) «Gazprom: Russia’s Enron?», περιοδικό Business Week, 18 Φεβρουαρίου.
[09] Σχετική έκθεση της Αρχής Διαχείρισης Ενεργειακών Δεδομένων του Υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ, η οποία βρίσκεται εδώ.
[10] Hallouche, H. (2006) The Gas Exporting Countries Forum: Is it Really a Gas OPEC in the Making?, έκθεση του Oxford Institute for Energy Studies, NG 13, Οξφόρδη, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιούνιος.

6/4/07

Ο Άγνωστος Πόλεμος των ΗΠΑ στην Αφρική

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 892, που κυκλοφόρησε στις 6 Απριλίου του 2007.

ΠΟΥ ΕΞΕΛΙΣΣΕΤΑΙ Ο ΠΙΟ ΠΡΟΣΦΑΤΟΣ πόλεμος των ΗΠΑ; Αν απαντήσατε «στο Ιράκ», χάσατε. Η σωστή απάντηση είναι «στη Σομαλία». Από τον περασμένο Ιανουάριο, μέλη των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων έχουν εισβάλλει στη βορειοανατολική αφρικανική χώρα για πρώτη φορά από το 1994.

Εκείνη την εποχή, επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον, οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί άρον-άρον από το κέρας της Αφρικής μετά τις φρικιαστικές τηλεοπτικές εικόνες του λιντσαρίσματος 18 Αμερικανών πεζοναυτών στους δρόμους της πρωτεύουσας της Σομαλίας, Μογκαντίσου. Κατά τα επόμενα χρόνια, το χάος που διαδέχτηκε την αποτυχημένη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ άφησε ουσιαστικά αδιάφορο το Πεντάγωνο. Όλα όμως άλλαξαν το 2005, όταν αλλεπάλληλα μηνύματα προς το State Department από τις πρεσβείες των ΗΠΑ στην Κένυα και την Αιθιοπία επεσήμαναν τον κίνδυνο εγκατάστασης μιας ριζοσπαστικής ισλαμικής κυβέρνησης στη Σομαλία.

Τι ακριβώς είχε συμβεί; Ο πληθυσμός της αφρικανικής αυτής χώρας αποτελείται από αντιμαχόμενες φυλές που ζούσαν ανέκαθεν διαχωρισμένες, ώσπου η καταστροφική αποικιακή πολιτική της Ιταλίας και της Βρετανίας τους επέβαλε τη συνύπαρξη σ’ ένα ψευδεπίγραφο κράτος. Από τότε, η πολιτική σύγχυση βασιλεύει στη χώρα, με αποκορύφωμα την ολική κατάρρευση της νομιμότητας στη δεκαετία του 1990. Το 2004, μετά από χρόνια αιματοκυλίσματος, οικονομικοί κύκλοι στη σομαλική πρωτεύουσα αποφάσισαν να επιζητήσουν τη νομιμότητα στρεφόμενοι στο μοναδικό πολιτισμικό θεσμό που ενώνει το ετερογενές πολυφυλετικό σύμπλεγμα της χώρας: τον μουσουλμανισμό. Χρηματοδότησαν την θεσμοθέτηση ισλαμικών δικαστηρίων, αποτελούμενων από μουλάδες με πολιτικοθρησκευτική επιρροή πάνω στις σομαλικές φυλές.

Το αποτέλεσμα αυτής της πρωτοβουλίας, που σήμερα ακούει στο όνομα «Ένωση Ισλαμικών Δικαστηρίων», υπήρξε άμεσο όσο και εντυπωσιακό. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν 20 χρόνια η τάξη αποκαταστάθηκε στους δρόμους της Μογκαντίσου. Κι αυτό διότι η ανομία πατάχθηκε βίαια, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις πολιτικής επιβολής της σαρία, δηλαδή του μουσουλμανικού θεοκρατικού νόμου. Όμως η νομοθετική επιτυχία των Ισλαμικών Δικαστηρίων ευνόησε τη διάδοσή τους και σε άλλες περιοχές της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν, μέσα σε λιγότερα από δύο χρόνια, τα Ισλαμικά Δικαστήρια να δημιουργήσουν τη δική τους παραστρατιωτική δύναμη, η οποία μόνο στη Μογκαντίσου αριθμούσε πάνω από 4.000 οπλισμένους μαχητές. Σταδιακά στις τάξεις των παραστρατιωτικών άρχισαν να εμφανίζονται και αλλοδαποί μουσουλμάνοι από χώρες της Αφρικής, της Ασίας, της Μέσης Ανατολής, ακόμα και της Ευρώπης [01]. Όπως ήταν αναμενόμενο, η εξέλιξη αυτή σήμανε συναγερμό στις ΗΠΑ, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν διατεθειμένες να επιτρέψουν μια μουσουλμανική θεοκρατία να εδραιωθεί στο στρατηγικής σημασίας κέρας της Αφρικής –απέναντι ακριβώς από τη μεσανατολική χερσόνησο.

ΥΠΟΝΟΜΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΕΜΠΑΡΓΚΟ

Το 2004, θέλοντας να στηρίξουν τους ελάχιστους μετριοπαθείς Σομαλούς πολιτικούς, τα Ηνωμένα Έθνη έθεσαν σε λειτουργία ένα γενναιόδωρο πρόγραμμα χρηματοδότησης των υποβαδθμισμένων δημοκρατικών θεσμών της χώρας. Δημιουργήθηκε έτσι ένα υποτυπώδες κοινοβούλιο 275 αντιπροσώπων, καθώς και μερικά απαραίτητα υπουργεία. Αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με την επιβολή εμπάργκο όπλων, το οποίο ο ΟΗΕ επιτηρεί από το 1992, σημείωσε κάποια θετικά δείγματα που άφηναν υποσχέσεις για το μέλλον. Όμως, παρατηρώντας την εντυπωσιακή εξέλιξη των Ισλαμικών Δικαστηρίων, οι ΗΠΑ συνέχισαν ν’ ανησυχούν. Έτσι, παρότι συμμετείχαν στο χρηματοδοτικό πρόγραμμα του ΟΗΕ, ξεκίνησαν σταδιακά να υπονομεύουν το εμπάργκο όπλων, χρησιμοποιώντας παράνομα αμερικανικές, αυστραλέζικες και ευρωπαϊκές ιδιωτικές εταιρίες για να εξοπλίσουν τον επίσημο σομαλικό στρατό, αντίπαλο των μουσουλμάνων παραστρατιωτικών. Τον Σεπτέμβριο του 2006, μετά την σύλληψη στην Υεμένη μιας ομάδας Ευρωπαίων και Αυστραλών εμπόρων όπλων, η βρετανική εφημερίδα Observer δημοσιοποίησε μια σειρά από υπομνήματα από ιδιωτικές εταιρίες εξαγωγής όπλων προς τη CIA, που αποκάλυπταν πολύπλοκες επιχειρήσεις λαθρεμπορίας όπλων στη Σομαλία [06].

Μετά τις συλλήψεις των εμπόρων όπλων, η Αμερικανική κυβέρνηση άλλαξε πορεία πλεύσης. Διέταξε τους απεσταλμένους της στον ΟΗΕ να εισηγηθούν τον τερματισμό του εμπάργκο όπλων στη Σομαλία, με απώτερο σκοπό τον εξοπλισμό του σομαλικού στρατού και την αποστολή στη χώρα 8.000 κυανόκρανων της Αφρικανικής Ένωσης [04]. Όμως, παρά την ασφυκτική πίεση της Ουάσιγκτον, η εισήγηση απέτυχε. Ο ΟΗΕ απέρριψε την ολική άρση του εμπάργκο στη Σομαλία, επιτρέποντας τη διακίνηση όπλων μόνο για τον εξοπλισμό ειρηνευτικών δυνάμεων της Αφρικανικής Ένωσης [13].

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ

Η απόρριψη από τον ΟΗΕ της ολικής άρσης του εμπάργκο προξένησε κραδασμούς οργής στην Ουάσιγκτον. Η κυβέρνηση Μπους επικαλέστηκε μια προηγούμενη έκθεση του ίδιου του ΟΗΕ, η οποία έκανε λόγο για συμμετοχή 720 Σομαλών μουσουλμάνων στον Λιβανο-Ισραηλινό πόλεμο του καλοκαιριού του 2006 [10]. Η ίδια έκθεση παραδεχόταν πως τουλάχιστο δέκα χώρες είχαν στο παρελθόν παραβεί συστηματικά το εμπάργκο όπλων στη Σομαλία –μεταξύ αυτών η Αίγυπτος, η Λιβύη, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και η Συρία [14]. Έτσι, καταδικάζοντας τη μέθοδο του εμπάργκο ως αναποτελεσματική, οι ΗΠΑ προχώρησαν άμεσα στο σχεδιασμό στρατιωτικής επέμβασης, αγνοώντας παντελώς τη διαδικασία σύστασης πολυεθνικής ειρηνευτικής δύναμης, την οποία οι ίδιες είχαν νωρίτερα προτείνει.

Η Αιθιοπία, πιστός σύμμαχος των ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της μαρξιστικής κυβέρνησης του Μενκγίστου Χαϊλέ Μαριάμ, το 1991, επιλέχθηκε από την Ουάσιγκτον για να ηγηθεί της εισβολής. Στις 19 Δεκεμβρίου του 2007, ο πόλεμος ξεκίνησε επίσημα με την εισβολή αιθιοπικών στρατευμάτων στο έδαφος της Σομαλίας. Ταυτόχρονα, το αμερικανικό αεροπλανοφόρο Eisenhower περιπολούσε τα χωρικά ύδατα της Σομαλίας, βοηθώντας τους Αιθίοπες να συντονίσουν την εισβολή [01]. Στις 28 Δεκεμβρίου η Μογκαντίσου βρέθηκε πλέον στα χέρια των Αιθιόπων. Την ίδια στιγμή, τα υπολείμματα της ένοπλης πτέρυγας των Ισλαμικών Δικαστηρίων κινούνταν νότια με σκοπό να διασχίσουν τα κενυατικά σύνορα. Στις 8 Ιανουαρίου, αμερικανικά αεροσκάφη AC130 απογειώθηκαν από το Eisenhower και βομβάρδισαν την σομαλο-κενυατική μεθόριο με σκοπό να εξολοθρεύσουν τους μουσουλμάνους παραστρατιωτικούς προτού βρουν καταφύγιο στην Κένυα [03].

Την επομένη, Αμερικανοί αξιωματικοί δήλωσαν ανώνυμα στους Financial Times πως οι βομβαρδισμοί απέτυχαν να εξοντώσουν τους ηγέτες των μουσουλμάνων [03]. Επίσημες ανακοινώσεις του Πενταγώνου ανέφεραν 8 με 10 νεκρούς παραστρατιωτικούς [05]. Όπως, όμως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, κάτοικοι της βομβαρδισμένης περιοχής έκαναν λόγο για περισσότερους από 100 άμαχους νεκρούς στους γύρω οικισμούς [07]. Στις 10 Ιανουαρίου, το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο ABC αποκάλυψε πως μέλη των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων τελούσαν «αναγνωριστικές επιχειρήσεις» στο έδαφος της Σομαλίας [02], ενώ αμερικανικά αεροπλάνα συνέχιζαν τους βομβαρδισμούς [09].

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΕΜΒΑΣΗ, Η ΚΑΤΟΧΗ

Τα γεγονότα που ακολούθησαν το τέλος της πρώτης φάσης των εχθροπραξιών θυμίζουν έντονα την περίπτωση του Ιράκ. Οι μουσουλμάνοι παραστρατιωτικοί ντύθηκαν στα πολιτικά και ανακατώθηκαν με το άοπλο πλήθος, έχοντας πρώτα φροντίσει να κρύψουν τον οπλισμό τους. Από τη μεριά τους, οι ισλαμιστές δήλωσαν αποφασισμένοι να διεξάγουν ασύμμετρο ανταρτοπόλεμο, σύμφωνα με την Ιρακινή μέθοδο. Ταυτόχρονα, η –έστω και περιορισμένη– παρουσία των Αμερικανών στη Σομαλία προκάλεσε τη συρροή αλλοδαπών φονταμενταλιστών από τις γύρω χώρες. Εκθέσεις του ΟΗΕ κάνουν πλέον λόγο για 2.000 ένοπλους μουσουλμάνους μαχητές από την Ερυθραία, για κρυφή εισροή χρημάτων και οπλισμού από τα αραβικά κρατίδια του Περσικού, καθώς και για συστηματική εκπαίδευση Σομαλών ανταρτών από ομόθρησκούς τους με εμπειρία στον ανταρτοπόλεμο του Ιράκ. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το BBC αναφέρει πως οι κάτοικοι της Μογκαντίσου καθίστανται μάρτυρες των χειρότερων εχθροπραξιών εδώ και 16 χρόνια [15]. Παράλληλα, το διεθνές παρατηρητήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων Human Rights Watch κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι εμποδίζουν την έλευση άμαχων Σομαλών προς την Κένυα, οδηγώντας έτσι τον άοπλο πληθυσμό στα χέρια των αιθιοπικών δυνάμεων [15].

ΤΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Όπως θα περίμενε κανείς, ο ΟΗΕ, η Αφρικανική Ένωση, αλλά και μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταδίκασαν άμεσα την παράνομη εισβολή των ΗΠΑ και της Αιθιοπίας στη Σομαλία [02]. Ο νέος Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Μπαν Κι-Μουν, εξέφρασε την ανησυχία του για τη «νέα διάσταση που τέτοιες ενέργειες εισάγουν στη διαμάχη, καθώς και για την αναζωπύρωση των εχθροπραξιών που πιθανό να προκαλέσουν»[02].

Εξίσου προβλέψιμη υπήρξε φυσικά και η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε αναγνώρισης αυτών των επικρίσεων από την αμερικανική πλευρά. Εξάλλου, η στρατιωτική επέμβαση στη Σομαλία –η πρώτη των ΗΠΑ σε αφρικανικό έδαφος στον 21ου αιώνα– εντάσσεται στα πλαίσια ενός ήδη προδιαγεγραμμένου γεωπολιτικού σχεδίου, το οποίο οι ΗΠΑ δε φαίνονται διατεθειμένες να διαπραγματευτούν. Ήδη από τις αρχές του 2007, η Ουάσιγκτον έχει ανακοινώσει την ίδρυση ενός ανασχεδιασμένου στρατηγικού κέντρου διοίκησης της αφρικανικής ηπείρου, που θα εδρεύει στη Στουτγάρδη της Γερμανίας [12]. Υπό την εποπτεία του κέντρου αυτού θα βρίσκονται οι νέες στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στην Εντέμπε της Ουγκάντα και στο Τζιμπουτί της ανατολικής Αφρικής. Η Ουάσιγκτον φλερτάρει επίσης εδώ και μερικά χρόνια με τη Σενεγάλη, καθώς και με το νησιωτικό κρατίδιο του Σάο Τομέ, στον Κόλπο της Γουινέας, με σκοπό τη δημιουργία δυο ακόμη στρατιωτικών βάσεων.

Πριν από μερικούς μήνες, ο Ryan Henry, Αμερικανός Υφυπουργός Εξωτερικών, δήλωσε πως «η Αφρική, που αντιπροσωπεύει το 35 τοις εκατό του εδάφους της Γης και το 25 τοις εκατό του πληθυσμού της, καθίσταται όλο και σημαντικότερη και είναι καιρός για τις ΗΠΑ ν’ αναγνωρίσουν τη σημασία της και να ενισχύσουν τις προσπάθειές τους εκεί»[12]. Προφανώς μέσα στα πλαίσια αυτής της ενίσχυσης, η κυβέρνηση Μπους έχει αυξήσει την οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ στην Αφρική κατά 285 τοις εκατό στην εξαετία 2001-2007, δηλαδή από 1,4 σε 4 δισεκατομμύρια δολάρια.

Είναι όμως προφανές πως οι αριθμοί αυτοί δε σημαίνουν απολύτως τίποτα για τους κατοίκους της Σομαλίας, μιας περιοχής όπου γενεές ολόκληρες έχουν θυσιαστεί στο βωμό των γεωπολιτικών παιχνιδιών των εκάστοτε υπερδυνάμεων. Σήμερα, πέρα από τη βία και το θάνατο, οι δυστυχείς Σομαλοί αντιμετωπίζουν και την άγνοια του κόσμου, ο οποίος παραμένει προσηλωμένος στο Ιράκ, αγνοώντας πλήρως τις μηχανορραφίες και τα πολιτικά παιχνίδια που μαστίζουν την πλέον παραμελημένη ήπειρο.

Παραπομπές

[01] Gettleman, J. και Mazzetti, M. (2007) «Airstrike Rekindles Somalis’ Anger at the US», εφημερίδα The New York Times, 10 Ιανουαρίου.

[02] Abdullel, S. (2007) «New US Strikes Hit Sites in Somalia: Government Source», πρακτορείο ειδήσεων Reuters, 10 Ιανουαρίου.

[03] England, A. (2007) «Somalia Strike Missed al-Qaeda Targets», εφημερίδα Financial Times, 11 Ιανουαρίου.

[04] Ανών. (2006) «Thousands of Somalis Protest US Attempt to Ease Arms Embargo», πρακτορείο ειδήσεων Agence France Presse, 4 Δεκεμβρίου.

[05] McCrummen, S. (2007) «US Troops Went Into Somalia After Raid», εφημερίδα Washington Post, 12 Ιανουαρίου, σελ. Α01.

[06] Barnett, A. και Smith, P. (2006) «US Accused of Covert Operations in Somalia», εφημερίδα The Observer, 10 Σεπτεμβρίου.

[07] Ανών. (2007) «US Air Strikes Killed Over 100 Somalis», ψηφιακή εφημερίδα The News, 12 Ιανουαρίου.

[08] Ανών. (2007) «US Navy Patrols Somalia's Coast», πρακτορείο ειδήσεων BBC, 4 Ιανουαρίου.

[09] Ανών. (2007) «US Plane Bombed Somalia Targets», πρακτορείο ειδήσεων BBC, 25 Ιανουαρίου.

[10] Penketh, A. (2006) «What's Going on in Somalia, and is the Horn of Africa on the Brink of War?», εφημερίδα The Independent, 8 Δεκεμβρίου.

[11] Usborne, D. (2007) «Aid to Africa Triples During Bush Presidency, but Strings Attached», εφημερίδα The Independent, 2 Ιανουαρίου.

[12] Wood, S. (2007) «US Africa Command Geared Toward Stability», πρακτορείο ειδήσεων American Forces Press Service, 11 Φεβρουαρίου.

[13] Το επίσημο κείμενο της απόφασης του ΟΗΕ, με αριθμό 1725, βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Οργανισμού, εδώ..

[14] Ghatas, S.F. (2006) «UN Report Says 10 Nations Violating Arms Embargo in Somalia», εφημερίδα International Herald Tribune, 15 Νοεμβρίου.

[15] Ανών (2007) «Somalis Cower as Fighting Rages», πρακτορείο ειδήσεων BBC, 31 Μαρτίου.