23/3/07

Επουσιώδες για τις ΗΠΑ το Πετρέλαιο του Ιράκ

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 891, που κυκλοφόρησε στις 23 Μαρτίου του 2007, μερικές ημέρες μετά την τέταρτη επέτειο της έναρξης του πολέμου το Ιράκ.

ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 19 ΜΑΡΤΙΟΥ ΕΚΛΕΙΣΑΝ τέσσερα χρόνια από την επίσημη έναρξη του πολέμου στο Ιράκ. Οι ΗΠΑ διανύουν πλέον τον μακροβιότερο πόλεμο στην ιστορία τους μετά το Βιετνάμ. Την ίδια ημέρα, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών γνωστοποίησε πως, εάν η διαρροή κονδυλίων προς το Ιράκ συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό, τότε σε λίγους μήνες ο πόλεμος θα καταστεί ο ακριβότερος στην αμερικανική ιστορία[1].

Τα συγκλονιστικά αυτά στοιχεία δικαιολογούν σε μεγάλο βαθμό την ειδησεογραφική εστίαση στο ερώτημα γιατί η υπερδύναμη αδυνατεί να επιβάλλει τους στόχους της στο Ιράκ. Όμως η εμμονή αυτή έχει συμβάλλει στον εκτοπισμό ενός εξίσου σημαντικού ερωτήματος, που έχει να κάνει με το ποιοι είναι τελικά αυτοί οι στόχοι.

Είναι γεγονός πως κατά κανόνα οι ιστορικοί θεωρούν τις επίσημες προφάσεις της κήρυξης πολέμων ως διακοσμητικά στοιχεία. Ποιός θυμάται, για παράδειγμα, τον επίσημο λόγο της Ιταλικής εισβολής στην Αλβανία το 1939; Ποιός δίνει σήμερα σημασία στην πρόφαση της Ιαπωνικής επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ, ή στην διπλωματική αιτιολόγηση της Κινεζο-Σοβιετικής σύρραξης; Το ίδιο ασήμαντες θα είναι σε λίγα χρόνια οι επίσημες προφάσεις της Ουάσιγκτον για την εισβολή της στο Ιράκ.

Σχεδόν από το ξεκίνημα της εκστρατείας στο Ιράκ, το κεντρικό επιχείρημα των ΗΠΑ (αποκαθήλωση της τυραννίας και εγκατάσταση της δημοκρατίας) απορρίφθηκε από την πλειοψηφία της αριστεράς. Το αντεπιχείρημα της τελευταίας πηγάζει από την γνωστή εμμονή της σε μακροοικονομικούς παράγοντες, και επικεντρώνεται στο διεθνή ανταγωνισμό για τον έλεγχο ενεργειακών πηγών –με μία λέξη, πετρέλαιο.

Είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς καθολικά με αυτή την άποψη. Υπάρχει άραγε κανείς που να πιστεύει πως εάν το εθνικό προϊόν του Ιράκ ήταν –ας πούμε– φράουλες, αντί για πετρέλαιο, θα βρισκόταν σήμερα δεκαπέντε μεραρχίες του αμερικανικού στρατού καταμεσής της αραβικής ερήμου; Φυσικά και όχι. Ωστόσο, υπό μια σημαντική έννοια, η υπόδειξη του πετρελαίου ως του μοναδικού λόγου της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ είναι τόσο παραπλανητική όσο και τα προσχήματα του Λευκού Οίκου περί «εγκατάστασης της δημοκρατίας».

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΗ

Για μια πιο σφαιρική άποψη, απαιτείται μια σύντομη αναδρομή στις αρχές της δεκαετίας του 1990, εποχή της κατάρρευσης του σοβιετικού μπλοκ. Τον καιρό εκείνο, κι ενώ ήταν πλέον προφανές πως το διπολικό μοντέλο της παγκόσμιας πολιτικής ισορροπίας σύντομα θ’ αποτελούσε παρελθόν, οι ΗΠΑ βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σ’ ένα αναπάντεχο δίλημμα: πώς θα έπρεπε να πορευθούν σ’ έναν μονοπολικό κόσμο;

Οι απαντήσεις στο κεντρικό αυτό ερώτημα υπήρξαν πολλαπλές, θα μπορούσαν όμως να κατηγοριοποιηθούν σε δύο ευρύτερες ενότητες. Η μία, η πιο μετριοπαθής, προερχόταν από τον κεντρώο και τον σοσιαλδημοκρατικό χώρο. Υποστήριζε πως, έχοντας πλέον κερδίσει τον ψυχρό πόλεμο, οι ΗΠΑ θα έπρεπε να γευτούν τη γλύκα της ειρήνης, επιστρέφοντας στους κανονικούς ρυθμούς ζωής μιας φυσιολογικής χώρας. Θα έπρεπε με άλλα λόγια να μειώσουν την έκταση των εξοπλιστικών τους προγραμμάτων, ν’ αποσυρθούν από τις ακανθώδεις ψυχροπολεμικές τους διεκδικήσεις ανά την υφήλιο, και να προσηλωθούν στη διασφάλιση ικανοποιητικών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, με έμφαση στις ανταγωνιστικές εξαγωγές. Κάτι δηλαδή σαν την πορεία της μεταπολεμικής Βρετανίας, η οποία μεταμορφώθηκε σταδιακά από στρατιωτική αυτοκρατορία σε δυτικοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Η δεύτερη απάντηση, που προερχόταν από τις τάξεις της ριζοσπαστικής δεξιάς, πρότεινε ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή μια άνευ προηγουμένου επίθεση σε όλα τα μέτωπα με σκοπό την καθιέρωση της αμερικανικής μονοκρατορίας στον πλανήτη. Η λογική αυτής της άποψης ήταν απλή: η εξουδετέρωση του σοβιετικού αντιπάλου είχε δημιουργήσει ένα κενό εξουσίας, σπάνιο στα χρονικά, το οποίο οι ΗΠΑ ήταν υποχρεωμένες να εκμεταλλευθούν. Συνεπώς, η μεταψυχροπολεμική στρατηγική της Ουάσιγκτον θα έπρεπε να βασιστεί στη λογική της γεωπολιτικής διείσδυσης σε περιοχές του πρώην σοβιετικού μπλοκ, καθώς και αποτροπής της ανόδου οποιασδήποτε περιφερειακής δύναμης, είτε αυτή λέγεται Κίνα, είτε Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε Βραζιλία.

Οι υπέρμαχοι αυτής της άποψης έγιναν γνωστοί στις ΗΠΑ ως νεο-συντηρητικοί (neo-conservatives). Παρότι βρέθηκαν αρχικά στη μειοψηφία, ανασυγκροτήθηκαν σταδιακά κατά την οκταετία της κυβέρνησης Κλίντον. Το 1994, με τη βοήθεια χριστιανοδεξιών στοιχείων, υφάρπαξαν τον έλεγχο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος της πολιτείας του Τέξας. Το 2000 κατάφεραν να προωθήσουν έναν δικό τους άνθρωπο, τον Τεξανό Τζορτζ Μπους (τον νεώτερο), ως υποψήφιο του Ρεπουμπλικανικού κόμματος στις προεδρικές εκλογές. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, μετά από μια περιπετειώδη εκλογική αναμέτρηση, ο Μπους βρέθηκε να διεκδικεί το Λευκό Οίκο έχοντας λάβει πανεθνικά 543.000 λιγότερους ψήφους από τον υποψήφιο των Δημοκρατικών Αλ Γκορ. Στις 12 Δεκεμβρίου, μετά από σωρεία τραγελαφικών μετεκλογικών γεγονότων, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας ανέδειξε τον Μπους ως νικητή. Την ημέρα εκείνη, με τη βοήθεια της τύχης και των πολιτικών τους διασυνδέσεων με τα ανώτατα δικαστικά κυκλώματα των ΗΠΑ, οι νεο-συντηρητικοί βρέθηκαν στην εξουσία της μοναδικής εναπομένουσας υπερδύναμης. Εκεί βρίσκονται οι ρίζες της Αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ.

ΔΕΥΤΕΡΕΥΩΝ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ 11ΗΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Σύμφωνα με έγγραφα που έχουν δει εδώ και καιρό το φως της δημοσιότητας, οι νεο-συντηρητικοί σχεδίαζαν την ανατροπή της κυβέρνησης Χουσεΐν πολύ πριν από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001[4]. Η 11η Σεπτεμβρίου απλά προώθησε τους πολιτικούς στόχους των νεο-συντηρητικών, βοηθώντας τους να εξασφαλίσουν τη συνεργασία της πολιτικής ηγεσίας, των ενόπλων δυνάμεων, και –κυρίως– των μέσων ενημέρωσης. Τα τελευταία, υποκύπτοντας στο κλίμα φόβου που είχε δημιουργηθεί μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δίστασαν να εξετάσουν με ερευνητική υπευθυνότητα τις μηχανορραφίες της Ουάσιγκτον. Επέτρεψαν έτσι στη νεο-συντηρητική πολιτική κλίκα γύρω από τον Τζορτζ Μπους να χτίσει μια παιδαριώδη μυθολογία περί «όπλων μαζικής καταστροφής» και «στρατιωτικής απειλής» του ήδη αποδεκατισμένου στρατιωτικά Σαντάμ Χουσεΐν. Στις 26 Μαρτίου του 2004, ένα χρόνο μετά την επέμβαση στο Ιράκ, οι Τάιμς της Νέας Υόρκης ζήτησαν επίσημα συγνώμη για την αποτυχία τους να διερευνήσουν διεξοδικά τις ανακρίβειες της κυβέρνησης Μπους. Ήταν όμως ήδη πολύ αργά. Περισσότεροι από 100.000 Αμερικανοί στρατιώτες ήταν ήδη κατασκηνωμένοι στα ξέφωτα των μαχαλάδων της Βαγδάτης, προσφέροντας τους εαυτούς τους ως στόχους των αντιστασιακών οργανώσεων και των φανατικών ισλαμιστών.

Όμως η 11η Σεπτεμβρίου είναι σημαντική και για έναν άλλο λόγο. Συγκεκριμένα, οδηγεί σ’ ένα βασικό ερώτημα: ας υποθέσουμε πως οι ΗΠΑ είδαν στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου την τέλεια αφορμή για να αποκτήσουν άμεση πρόσβαση στο μεσανατολικό υπέδαφος. Όμως, με αυτή τη λογική, γιατί να επιτεθούν στο Ιράκ και όχι στη Σαουδική Αραβία; Δεκαπέντε από τους δεκαεννέα αεροπειρατές της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν Σαουδάραβες, ενώ από τους υπόλοιπους κανένας δεν ήταν Ιρακινός. Παράλληλα, παρότι το Ιράκ διαθέτει πολλαπλά πετρελαϊκά κοιτάσματα, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συγκριθούν μ’ εκείνα της Σαουδικής Αραβίας, η οποία υπολογίζεται πως διαθέτει έως και διπλάσια αποθέματα εξορύξιμου πετρελαίου. Και υπάρχει και το στρατιωτικό επιχείρημα: το 2003, όταν οι Αμερικανοί ετοιμαζόταν να εισβάλουν στο Ιράκ, το τελευταίο διέθετε σχεδόν 1.5 εκατομμύρια ετοιμοπόλεμους στρατιώτες, σε αντίθεση με τον σαουδαραβικό στρατό των 200.000, ο οποίος έχει ν’ αναμειχθεί ενεργά σε πόλεμο από το 1948. Το επιχείρημα πως μια στρατιωτική επίθεση των Αμερικανών στη χώρα που βρίσκεται η Μέκκα θα ισοδυναμούσε με πολιτική αυτοκτονία, δεν ευσταθεί: το Ιράκ έχει τουλάχιστο τρεις τοποθεσίες που είναι για τους Σιίτες σχεδόν τόσο ιερές όσο και η Μέκκα. Συνεπάγεται λοιπόν πως, εάν ο αποκλειστικός στρατηγικός στόχος των Αμερικανών ήταν όντως το πετρέλαιο, θα είχαν πειστικότερη δικαιολογία, σημαντικότερο κίνητρο, αλλά και θεωρητικά ευκολότερο έργο, εάν επιτίθονταν στη Σαουδική Αραβία. Το ίδιο θα ίσχυε και εάν επιτίθονταν στη Βενεζουέλα, η οποία είναι από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς στον κόσμο, βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τα αμερικανικά σύνορα, έχει ασήμαντο στρατό, και ο πρόεδρός της συχνά ξεπερνάει σε αντι-αμερικανισμό ακόμα και τον Κιμ Γιονγκ-Ιλ της Βόρειας Κορέας.

ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

Για ν’ αναλύσει κανείς τα πραγματικά αίτια της επίθεσης των Αμερικανών στο Ιράκ, πρέπει να ξεκινήσει από ένα βασικό δεδομένο: η κύρια ώθηση της πολιτικής των νεο-συντηρητικών, που στελεχώνουν την κυβέρνηση Μπους, προέρχεται λιγότερο από οικονομικούς παράγοντες (διασφάλιση εμπορικών διαδρόμων, προσέγγιση ενεργειακών πηγών, απόκτηση οικονομικού πλούτου) και πολύ περισσότερο από ιδεολογικούς (ξέφρενο πατριωτισμό, θρησκεία, πολιτικό μανιχαϊσμό). Με άλλα λόγια, οι Αμερικανοί νεο-συντηρητικοί είναι ιδεαλιστές. Δεν ενδιαφέρονται να παραμείνουν στην εξουσία θυσιάζοντας τις αρχές τους. Δεν ενδιαφέρονται να πλουτίσουν. Δεν ενδιαφέρονται να συνεργαστούν διπλωματικά με χώρες τις οποίες θεωρούν εχθρικές. Οι νεο-συντηρητικοί είναι ριζοσπάστες δεξιοί, που αρνούνται κάθε σχέση με οποιαδήποτε έννοια realpolitik. Δεν είναι τυχαίο ότι έχουν χαρακτηριστεί οι «τροτσκιστές της δεξιάς»[5] –ασυμβίβαστοι και γι’ αυτό συχνά απρόβλεπτοι. Και, παρά το γεγονός ότι σήμερα βρίσκονται σε δυσχερή θέση, λόγω των προβλημάτων που πλήττουν την κυβέρνηση Μπους, συνεχίζουν να κρατούν τις τύχες του κόσμου στα χέρια τους.

Κατά τη νεο-συντηρητική κοσμοθεωρία, η στρατιωτική ασφάλεια των ΗΠΑ μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με τον εκδημοκρατισμό όλων των εχθρών της. Κι αυτό διότι, ιστορικά, οι δημοκρατικές χώρες δεν καταφεύγουν σε πολεμικές αναμετρήσεις μεταξύ τους. Από τους 353 πολέμους που κατέγραψε η ιστορία μεταξύ 1816 και 1991, κανένας δεν έφερε αντιμέτωπες δυο αμιγώς δημοκρατικές χώρες[6]. Σύμφωνα λοιπόν με την απλοϊκή νεο-συντηρητική φιλοσοφία, η αμερικανική ηγεμονία μπορεί να επιβληθεί οριστικά και αμετάκλητα με την καθιέρωση της δημοκρατίας (και της φιλελεύθερης οικονομίας) σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αυτή είναι η φιλοσοφική καταβολή της αμερικανικής επίθεσης στο Ιράκ –και όχι μόνο. Ο Αμερικανός στρατηγός Ουέστλεϊ Κλαρκ, διοικητής των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, αποκάλυψε πρόσφατα πως η επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράκ είχε σχεδιαστεί ως το πρωταρχικό στάδιο μιας εκτεταμένης εκστρατείας εκδημοκρατισμού του μουσουλμανικού κόσμου, η οποία όμως «σκάλωσε» στα καλντερίμια της Βαγδάτης. Συγκεκριμένα, ο πρώην αξιωματούχος του αμερικανικού στρατού δήλωσε πως, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο Πεντάγωνο, δέκα ημέρες μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, διάβασε μια εισήγηση από τα ανώτατα κλιμάκια της κυβέρνησης Μπους, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ θα επιχειρούσαν να «εκδημοκρατίσουν εφτά [μουσουλμανικές] χώρες μέσα σε πέντε χρόνια, ξεκινώντας με το Ιράκ, τη Συρία, το Λίβανο, τη Λιβύη, τη Σομαλία, το Σουδάν, και τελειώνοντας με το Ιράν»[7]. Το Ιράκ επιλέχθηκε ως πρωταρχικός στόχος διότι θεωρήθηκε στρατιωτικά ασθενές, όπως επίσης και γνώριμο στο αμερικανικό Πεντάγωνο λόγω του πολέμου στο Κουβέιτ το 1991. Δεν υπάρχει αμφιβολία, δήλωσε ο Κλαρκ, πως εάν η επέμβαση στο Ιράκ είχε στεφτεί με επιτυχία, οι ΗΠΑ θα επιχειρούσαν άμεσα το ίδιο εγχείρημα και σε άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη του μουσουλμανικού κόσμου.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

Σύμφωνα με το παραπάνω σκεπτικό, ο ενεργειακός πλούτος του υπεδάφους του Ιράκ είναι ένα καλοδεχούμενο δώρο για τους Αμερικανούς, δεν είναι όμως ο κινητήριος μοχλός που τους έφερε στη Βαγδάτη. Στην περίπτωση αυτή, η πολιτική ιδεολογία της κυβέρνησης Μπους έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο.

Είναι ενδεχομένως δύσκολο για πολλούς στην παραδοσιακή αριστερά ν’ αποδεχτούν το ιδεολογικό αυτό επιχείρημα. Όμως η δυσκολία αυτή ίσως ν’ αντανακλά λιγότερο την ανεπάρκεια του επιχειρήματος και περισσότερο την αδυναμία της παραδοσιακής αριστερής αντίληψης ν’ αναγνωρίσει τον καίριο ρόλο μη-οικονομικών παραμέτρων στο ρου της ιστορίας. Η τελευταία είναι διανθισμένη από σχετικά παραδείγματα: έχει εύστοχα παρατηρηθεί πως, εάν οι Γερμανοί ναζί είχαν αφιερώσει στον εφοδιασμό των στρατευμάτων τους στο ανατολικό μέτωπο την ενέργεια και τα έξοδα που επένδυσαν στη γενοκτονία των Εβραίων, θα είχαν μάλλον καταφέρει να κάμψουν την αντίσταση των Σοβιετικών. Κι όμως, η προσχεδιασμένη γενοκτονία του εβραϊκού πληθυσμού πήγαζε ολοκληρωτικά από τη ρατσιστική ιδεολογία των ναζί κι είχε γι’ αυτούς ελάχιστες οικονομικές απολαβές. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για την περίπτωση της πετρελαϊκής κρίσης του 1973, όταν οι αραβικές χώρες-μέλη του ΟΠΕΚ αποφάσισαν να αποσταθεροποιήσουν τις ίδιες τις οικονομίες τους για να εκδικηθούν τις χώρες της Δύσης για την στήριξή που παρείχαν στο Ισραήλ στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ. Όπως επίσης και για την ενεργή συμμετοχή του ηγέτη των λευκών Νοτιοαφρικανών, Φρέντερικ Ντε Κλέρκ, στην αποκαθήλωση του απαρτχάιντ, παρότι ήξερε πως η επιτυχία του εγχειρήματός του θα σήμαινε τον οριστικό τερματισμό της πολιτικής του καριέρας.

ΑΛΛΑΓΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ

Η αποδοχή της ιδεολογικής παραμέτρου του πολέμου στο Ιράκ αλλάζει αυτόματα το σκηνικό της όλης κατάστασης. Κι αυτό διότι η αξιολόγηση του αμερικανικού εγχειρήματος στη Μέση Ανατολή θα πρέπει αναγκαστικά να γίνει με γνώμονα τους απώτερους στόχους της κυβέρνησης Μπους. Εάν οι στόχοι της ήταν να αποκαθηλώσει τον «ενοχλητικό» δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν, ή ακόμα και ν’ αποκτήσει πρόσβαση στα πετρελαϊκά αποθέματα του Ιράκ, τότε η στρατηγική της επιτυχία είναι προφανής. Εάν όμως ο στόχος ήταν πρωταρχικά ιδεολογικός, δηλαδή η ισχυροποίηση της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ μέσω της εγκαθίδρυσης της δημοκρατίας στο Ιράκ και αλλού, τότε το μέγεθος της αποτυχίας είναι κυριολεκτικά απερίγραπτο. Όχι μόνο δεν κατάφεραν οι ΗΠΑ να εγκαθιδρύσουν δημοκρατία στο Ιράκ, αλλά αντίθετα, η ανατροπή μιας πολυετούς, βάρβαρης δικτατορίας αποσταθεροποίησε τη Μέση Ανατολή, υπονόμευσε την –έστω επίπλαστη– φυλετική και θρησκευτική συνοχή του Ιράκ, και σήμερα υποσκάπτει την ίδια την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Τον περασμένο Σεπτέμβρη, μια έκθεση που συντάχθηκε από όλες τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών ανέφερε πως το φιάσκο στο Ιράκ έχει δημιουργήσει «συνθήκες τρομοκρατικής πλημμύρας» για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ[8].

Τα παραπάνω αρκούν για να υποδείξουν το μέγεθος της στρατηγικής και διπλωματικής αποτυχίας που αντιπροσωπεύει για τις ΗΠΑ ο πόλεμος στο Ιράκ. Μόλις πριν από λίγο καιρό, αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας ανέφεραν πως, όταν ο πόλεμος ξεκινούσε, τα ανώτατα κλιμάκια των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων υπολόγιζαν πως η κατάσταση στο Ιράκ θα είχε σταθεροποιηθεί έως το Δεκέμβρη του 2006, επιτρέποντας έτσι την άσκηση του ελέγχου ολόκληρης της χώρας με μια συμβολική δύναμη 5.000 Αμερικανών στρατιωτών[3]. Αντί γι’ αυτό, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ είναι σήμερα τριακονταπλάσια, ξεπερνώντας τους 150.000 στρατιώτες. Οι περισσότεροι παρατηρητές επιμένουν πως ο αριθμός αυτός θα πρέπει να τριπλασιαστεί εάν οι ΗΠΑ επιθυμούν να επανακτήσουν έστω και στοιχειώδη έλεγχο της χαοτικής κατάστασης στο Ιράκ.

Και τα έξοδα συνεχίζουν να αυξάνονται. Εκείνο που σώζει μέχρι στιγμής τις ΗΠΑ από την οικονομική καταστροφή λόγω του πολέμου είναι πως η οικονομία της είναι αισθητά μεγαλύτερη από εκείνη της εποχής του Β’ Παγκοσμίου. Έτσι, ενώ το χρηματικό κόστος των πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν προσεγγίζει επικίνδυνα εκείνο του Β’ Παγκοσμίου, το συνολικό τους κόστος απορροφά μόλις το ένα τοις εκατό του αμερικανικού ΑΕΠ. Κατά το Β’ Παγκόσμιο το ίδιο κόστος θ’ αποτελούσε το 30 τοις εκατό του ΑΕΠ[2].

Θα περίμενε κανείς πως, μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια καταστροφικής πολιτικής στο Ιράκ, η ηγεσία του Λευκού Οίκου θα έκανε εποικοδομητική χρήση των παραπάνω στοιχείων για ν’ αναθεωρήσει μερικές από τις πιο ακραίες ιδεολογικές της θέσεις. Όμως το κύριο –και πιο επικίνδυνο– γνώρισμα του ιδεολογικού παροξυσμού της κυβέρνησης Μπους είναι η αποκοπή οποιασδήποτε επαφής μεταξύ ιδεοληψίας και πραγματικότητας. Ο αδιέξοδος πόλεμος στο Ιράκ μαρτυρά ακριβώς αυτή την αποκοπή. Και τίποτα μέχρι στιγμής δε δείχνει να μπορεί να γεφυρώσει το μοιραίο αυτό χάσμα.

Παραπομπές

[1] Havemann, J. (2007) «War Costs are Hitting Historic Proportions», άρθρο στην εφημερίδα Los Angeles Times, 15 Ιανουαρίου.
[2] Sherer, R. (2007) «How US is Deferring War Costs», άρθρο στην εφημερίδα The Christian Science Monitor, 16 Ιανουαρίου.
[3] Ανών. (2007) «Some US Prewar Plans Envisioned Only 5000 US Troops in Iraq by December 2006», άρθρο στην καναδική εφημερίδα The National Post, 15 Φεβρουαρίου.
[4] Reynolds, P. (2006) «End of the Neo-Con Dream», άρθρο στην ιστοσελίδα του BBC, 21 Δεκεμβρίου.
[5] Lind, M. (2004) «A Tragedy of Errors», άρθρο στο περιοδικό The Nation, 23 Φεβρουαρίου.
[6] Ανών. (2004) «Do Democracies Fight Each Other?», ανάλυση στην ιστοσελίδα του BBC, 17 Νοεμβρίου.
[7] Clark, W. (2007) συνέντευξη στο ραδιοφωνικό πρόγραμμα Democracy Now, που μεταδόθηκε στις 2 Μαρτίου.
[8] Harris, P. (2006) «Iraq War Created a Terrorist Flood, American Spymasters Warn Bush», άρθρο στη βρετανική εφημερίδα The Observer, 24 Σεπτεμβρίου.

Αυξάνονται οι Φόβοι για Σύγκρουση Ιράν-ΗΠΑ

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 890, 9 Μαρτίου 2007.

ΤΟ ΡΑΔΙΟ ΦΑΡΝΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ένας συνηθισμένος ραδιοφωνικός σταθμός. Τα προγράμματά του, που είναι στην περσική γλώσσα, ηχογραφούνται στην Ουάσιγκτον και εκπέμπονται από το κτίριο της αμερικανικής πρεσβείας στην Πράγα. Προορίζονται δε αποκλειστικά για το Ιράν. Σύμφωνα με τη σχετική εγκύκλιο του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, που είναι και ο χρηματοδότης του σταθμού, το Ράδιο Φάρντα στοχεύει στην «ιδεολογική προσέγγιση της Ιρανικής νεολαίας».

Το Σάββατο 3 Φεβρουαρίου του 2007, οι Ιρανοί νεολαίοι που έχουν «προσεγγίσει ιδεολογικά» τη συχνότητα του Ράδιο Φάρντα, έγιναν κοινωνοί μιας ενδιαφέρουσας είδησης. Το βραδινό ειδησεογραφικό δελτίο του σταθμού μετέδωσε πως ο πολυβραβευμένος Ιρανός πυρηνικός φυσικός Αρτνεσίρ Χασανπούρ είχε βρεθεί νεκρός στο σπίτι του. Ο σταθμός, που διατηρεί στενές επαφές με την αμερικανική κυβέρνηση, επικαλέστηκε «ανώνυμες πηγές» που διαβεβαίωναν πως ο θάνατος του Χασανπούρ ήταν έργο των Ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών.

Την επόμενη ημέρα, οι Times του Λονδίνου αντέγραψαν εν συντομία την είδηση, σημειώνοντας ότι ο 44χρονος Χασανπούρ ήταν μέλος της επιστημονικής ελίτ του Ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και κατευθυντήριο στέλεχος του υπό κατασκευή σταθμού πυρηνικής ενέργειας στο Ισπαχάν [1]. Ο σταθμός αυτός βρίσκεται εδώ και καιρό στο επίκεντρο της διεθνούς διπλωματικής διαμάχης γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Οι Αμερικανοί υποπτεύονται πως η Τεχεράνη σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει το σταθμό στο Ισπαχάν για τη μετατροπή ουρανίου σε εξαφθόριο. Το τελευταίο αποτελεί βασικό συστατικό του εμπλουτισμού του ουρανίου με πιθανό απώτερο στόχο την παραγωγή πυρηνικών όπλων.

ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΕΣ ΔΙΑΨΕΥΣΕΙΣ

Μερικές ώρες αργότερα, η Ιρανική κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσημα το θάνατο του Χασανπούρ, σημειώνοντας πως ο επιστήμονας είχε δηλητηριαστεί στον ύπνο του από διαρροή φυσικού αερίου. Εκπρόσωπος της ιρανικής κυβέρνησης απέδωσε το θάνατο του Χασανπούρ σε ατύχημα και απέρριψε οποιαδήποτε ανάμειξη ξένων μυστικών υπηρεσιών. «Οι φήμες [περί δολοφονίας] εξυπηρετούν προπαγανδιστικούς σκοπούς», είπε, και σημείωσε πως «οι Ιρανοί πυρηνικοί επιστήμονες συνεχίζουν τις ερευνητικές τους προσπάθειες σε ασφαλές περιβάλλον, αφού οι Ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες δεν έχουν τη δυνατότητα να ενεργήσουν μέσα στο Ιράν»[2]. Προχωρώντας ένα βήμα περαιτέρω, ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και διευθυντής του ιρανικού προγράμματος ατομικής ενέργειας Γκολάμ Ρέζα Αγκαζαντέ δήλωσε πως «ο Αλλάχ προστατεύει τους πυρηνικούς μας επιστήμονες».

Όμως, παρά τις διαψεύσεις της Τεχεράνης, οι περισσότεροι διεθνείς παρατηρητές δυσκολεύονται να πιστέψουν πως ο ουσιαστικός αποκεφαλισμός του σημαντικότερου τομέα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος υπήρξε απόρροια απλής σύμπτωσης. Οι παλαιότεροι επισημαίνουν τον παραλληλισμό με τους μυστηριώδεις θανάτους τριών Ιρακινών επιστημόνων στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η κυβέρνηση του Σαντάμ Χουσεΐν φιλοδοξούσε να τροχοδρομήσει το δικό της πυρηνικό πρόγραμμα. Συγκεκριμένα, το 1981, λίγους μήνες πριν το βομβαρδισμό από την ισραηλινή αεροπορία του πυρηνικού αντιδραστήρα στο Οσιράκ, τουλάχιστο τρεις Ιρακινοί πυρηνικοί επιστήμονες δολοφονήθηκαν υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες –οι δύο από δηλητηρίαση και ο ένας από αλλεπάλληλες μαχαιριές στο λαιμό στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του στο Παρίσι.

ΦΥΛΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΤΑΡΑΧΕΣ

Προτού κοπάσει η θύελλα γύρω από το σκάνδαλο του θανάτου του Χασανπούρ, το Ιρανικό Πρακτορείο Ειδήσεων μετέδωσε μια εξίσου πρωτοφανή είδηση. Στις 14 Φεβρουαρίου, 18 μέλη του σώματος της Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς δολοφονήθηκαν από έκρηξη παγιδευμένου αυτοκινήτου στη νοτιοανατολική παραμεθόριο της χώρας [03]. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων μετέδωσε από την Τεχεράνη πως η ένταση, αλλά και ο στόχος της έκρηξης –τα μέλη του πιο εκλεκτού σώματος των ιρανικών υπηρεσιών ασφαλείας– είναι δίχως προηγούμενο στην ιστορία της χώρας [04]. Οι ιρανικές αρχές απέδωσαν τη βομβιστική ενέργεια σε αυτονομιστές σουνίτες που δρουν εδώ και χρόνια στο Βαλουχιστάν –περιοχή του Ιράν που συνορεύει με το Πακιστάν και το Αφγανιστάν. Όμως στελέχη της κυβέρνησης σημείωσαν πως η βομβιστική επιχείρηση ήταν στημένη τόσο εντυπωσιακά που η συμμετοχή στο σχεδιασμό της «πρακτόρων από το εξωτερικό» θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη [04]. Ο Ιρανός Υπουργός Ασφαλείας Γκολάμ Χουσεΐν Μοσενί Ετζεγιέ δήλωσε σε έκτακτη συνέντευξη τύπου το ίδιο βράδυ πως η Τεχεράνη έχει εντοπίσει τους τελευταίους μήνες περισσότερους από εκατό ντόπιους συνεργάτες ξένων μυστικών υπηρεσιών στην περιοχή του Βαλουχιστάν.

ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Και σα να μη έφταναν όλ’ αυτά, στις 9 Φεβρουαρίου «ανώνυμα στελέχη» του αμερικανικού Πενταγώνου κατηγόρησαν για πρώτη φορά το Ιράν πως προμηθεύει τις σιιτικές αντιστασιακές οργανώσεις στο Ιράκ με προηγμένα οπλικά συστήματα. Σύμφωνα με τους New York Times, τα συστήματα αυτά εξάγονται μυστικά στο Ιράκ υπό τις οδηγίες του Ισλαμικού Επαναστατικού Συμβουλίου, δηλαδή της ανώτατης ηγεσίας του Ιρανικού κράτους [05]. Όπως δήλωσε αργότερα ο Στρατηγός Πήτερ Πέις, επικεφαλής του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, από τις κατηγορίες του Πενταγώνου απουσιάζουν οι αποδείξεις. «Δεν υπάρχει αμφιβολία», είπε ο Πέις, «πως όπλα και εκρηκτικές ύλες ιρανικής προέλευσης χρησιμοποιούνται από αντάρτες στο Ιράκ. Αλλά αυτό δε συνεπάγεται τη συνενοχή της ίδιας της ιρανικής κυβέρνησης» [6].

Παρά τις προσεκτικές δηλώσεις του Πέις, αρκετοί πολιτικοί αναλυτές επισημαίνουν ανήσυχοι πως οι ανυπόστατες καταγγελίες της Ουάσιγκτον ενάντια στο Ιράν εμπεριέχουν πανομοιότυπα στοιχεία μ’ εκείνες εναντίον του Ιράκ, το 2003. Μήπως λοιπόν η αμερικανική ηγεσία προετοιμάζει στρατιωτική επίθεση στο Ιράν; Το ερώτημα αυτό πλανάται πάνω από τις σελίδες των σημαντικότερων πολιτικών εντύπων της υφηλίου. Ένα πρόσφατο άρθρο στο περιοδικό Newsweek εξετάζει την πιθανότητα οι κατηγορίες των ΗΠΑ να εκτοξεύτηκαν ως διπλωματικό δόλωμα, ώστε να εξωθήσουν το Ιράν να προβεί σε κάποια ακραία πολιτική πράξη, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στο αμερικανικό Πεντάγωνο ν’ απαντήσει στρατιωτικά [07].

ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

Εάν αυτό αληθεύει, τότε φαίνεται πως το Ιράν μάλλον απέφυγε την παγίδα. Όμως για πόσο καιρό ακόμα θα μπορέσει άραγε ν’ αντισταθεί; Η απάντηση στο ερώτημα παραπέμπει στην ανάγκη μιας συνολικής εκτίμησης των πρόσφατων γεγονότων στο Ιράν, και ιδιαίτερα στην πιθανότητα η δολοφονία του Χασανπούρ, η δολοφονική έκρηξη στο Βαλουχιστάν, καθώς και οι βαριές κατηγορίες εναντίον της χώρας από τις ΗΠΑ, ν’ αποτελούν πτυχές ενός ενιαίου σχεδίου επέκτασης των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων από το Ιράκ στο Ιράν. Υπάρχει μάλιστα το ενδεχόμενο –που θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά– ο πραγματικός στόχος της αμερικανικής εισβολής στη Μέση Ανατολή να εκδηλωθεί με την επέκταση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στο Ιράν. Συνεπώς, επιχειρείται η άμεση εξουδετέρωση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος παράλληλα με την αποσταθεροποίηση της εύθραυστης φυλετικής συνοχής στο Ιράν. Ταυτόχρονα, εξαπολύονται δημόσιες κατηγορίες περί ανάμειξης της ιρανικής ηγεσίας στο Ιράκ. Όλες αυτές οι αλληλοσυνδεόμενες εξελίξεις ίσως να μαρτυρούν την αρχική αναδίπλωση μιας προσχεδιασμένης εισβολής των ΗΠΑ –με ισραηλινή υποστήριξη– στην κοιτίδα του σιιτισμού –που είναι και κοιτίδα αστείρευτων ενεργειακών αποθεμάτων.

Παραπομπές

[1] Baxter, S. (2007) «Iranian Nuclear Scientist Assassinated by Mossad», εφημερίδα Sunday Times, 4 Φεβρουαρίου.
[2] Ανών. (2007) «Tehran Denies Reports on Iranian Scientist's Assassination by Israel's Security Service», εφημερίδα The People’s Daily, 5 Φεβρουαρίου.
[3] Akbar, A. (2007) «Bomb Kills 18 on Military Bus in Iran», πρακτορείο Associated Press, 14 Φεβρουαρίου.
[4] Ανών. (2007) «11 Dead in Iran Bomb Attack on Elite Force», πρακτορείο Agence France Presse, 14 Φεβρουαρίου.
[5] Glanz, J. (2007) «US Presents Evidence of Iranian Weapons in Iraq», εφημερίδα New York Times, 11 Φεβρουαρίου.
[6] Ανών. (2007) «Top US General Doubts Iran Proof», British Broadcasting Corporation, 14 Φεβρουαρίου.
[7] Hirsh, M., and Bahari, M. (2007) «Rumors of War», περιοδικό Newsweek, 10 Φεβρουαρίου.