18/5/07

Τα ΜΜΕ και η Ελληνική Ασυνέπεια προς την Τουρκία

Έγραψα το παρακάτω κείμενο για το περιοδικό Αντί. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 895 του περιοδικού (18 Μαΐου 2007), στις σελίδες 16-18.

ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΝΗΘΩΣ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ τα όρια της κριτικής στον ελληνικό τύπο. Συντάκτες και αρθρογράφοι που καθημερινά πρωτοστατούν στις πατροπαράδοτες κομματικές αντιμαχίες, όταν αναφέρονται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις συμμορφώνονται σχεδόν μηχανικά με τα δελτία τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών. Ενδεικτικό παράδειγμα της ενστικτώδους αυτής εθνικής συσπείρωσης αποτελεί η πρόσφατη αρθρογραφία πάνω στην συνεχιζόμενη πολιτική κρίση στην Τουρκία.

Συγκεκριμένα, η εντυπωσιακή σύγκλιση απόψεων πάνω στις τουρκικές εξελίξεις έχει κατορθώσει να γεφυρώσει ακόμα και τα ισχυρότερα οχυρά του έντυπου κομματικού διχασμού. Ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, οι περισσότεροι Έλληνες αρθρογράφοι βάλθηκαν να ερμηνεύσουν τις πολιτικές δυσκολίες στην γειτονική μας χώρα ως «παρομοίωση πραξικοπήματος» (Το Βήμα 29/4)[16],«θηλιά στην τουρκική δημοκρατία» (Τα Νέα 5/5)[15] και «πολιτική έκρηξη [...] με χαρακτηριστικά εμφύλιας σύγκρουσης» (Καθημερινή 6/5)[10]. Ταυτόχρονα, γίνονται πολλαπλές αναφορές σε πιθανότητα θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο, διότι «συνήθως οι Τούρκοι μεταφέρουν τα εσωτερικά τους προβλήματα εκτός συνόρων, προκαλώντας εντάσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο»[16]. Περιέργως, τα σενάρια περί ενδεχόμενου «θερμού επεισοδίου» αποδίδονται σχεδόν πάντοτε σε ανώνυμες «διπλωματικές πηγές» (βλ. ελεγχόμενες διαρροές από το ΥΠΕΞ).

ΤΟ «ΘΕΡΜΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ»

Ως προθάλαμος του αναμενόμενου «θερμού επεισοδίου» αναφέρεται συστηματικά η αεροναυτική άσκηση που οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις διεξάγουν αυτόν τον καιρό σε διεθνή ύδατα νότια της Λάρνακας. Η άσκηση αυτή, που τηρεί τις προδιαγραφές των διεθνών συμφωνιών, κατακρίνεται σε πρόσφατο άρθρο της Ελευθεροτυπίας ως επιθετικό «μήνυμα» προς Αθήνα και Λευκωσία (7/5)[8]. Σε παρόμοιο τόνο κυμαίνεται η τοποθέτηση του αρθρογράφου της Ημερησίας, Κ. Βενιζέλου, ο οποίος προειδοποιεί τους αναγνώστες του πως «οι πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία προσφέρουν κάλυψη σε ακραίες συμπεριφορές της Άγκυρας, γεγονός που [...] ενισχύεται και από το γεγονός ότι διεξάγονται στην περιοχή [της Κύπρου] στρατιωτικές ασκήσεις». Και καταλήγει ρωτώντας ρητορικά «πού θα οδηγήσει αυτή η κλιμακούμενη ακραία συμπεριφορά;» (7/5)[6]. Παραδόξως, οι ερμηνείες της τουρκικής αεροναυτικής άσκησης ως «ακραίας συμπεριφοράς» επιμένουν να κάνουν την εμφάνισή τους στον ελληνικό τύπο, παρά τις δηλώσεις του ίδιου του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου πως «οι ασκήσεις διεξάγονται εκτός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας» και συνεπώς «δεν εγείρεται κανένα ιδιαίτερο θέμα»[9].

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ»

Όπως συμβαίνει συνήθως στην πλειονότητα των εντύπων εγχώριας κατανάλωσης, η Ελλάδα εμφανίζεται ως μόνιμη ακόλουθος της διπλωματικής οδού, σε αντίθεση με την «πολεμοχαρή» και «προκλητική» Τουρκία. Έτσι λοιπόν, «με τη γνωστή συνταγή τής διπλωματίας [...] θα επιδιώξει η Αθήνα να διασώσει την ελληνοτουρκική προσέγγιση στον στρατιωτικό τομέα. Και αυτό καθώς οι άλλου τύπου προσεγγίσεις [...] της Τουρκίας [...] δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για ήρεμα νερά» (Τα Νέα, 7/5)[5]. Δυστυχώς η μονόπλευρη αυτή προσέγγιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων διαφέρει σημαντικά από την πραγματικότητα, την οποία ο ελληνικός τύπος επιλέγει να παραβλέπει. Όπως ακριβώς επέλεξε να παραβλέψει την άρνηση του ελληνικού ΥΠΕΞ να ανταποκριθεί στην πρόσφατη πρόταση του αρχηγού των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγού Γιασάρ Μπουγιούκανιτ, να αφοπλιστούν μέσω κοινής συμφωνίας όλα τα μαχητικά αεροσκάφη Ελλάδας και Τουρκίας που πετούν πάνω από το Αιγαίο (Αντί τ. 893)[17]. Η πρόταση αυτή ίσως να προωθούσε την ειρήνη στην περιοχή, ίσως όχι. Έπρεπε όμως να εξεταστεί από το ελληνικό ΥΠΕΞ. Εκείνο όμως την αγνόησε επιδεικτικά δίχως ούτε μία αντίδραση από τα ελληνικά ΜΜΕ.

Αντί να αξιοποιήσει την πρόταση Μπουγιούκανιτ για να προωθήσει «τη γνωστή συνταγή της διπλωματίας», η ελληνική κυβέρνηση προέβη σε μια ανεύθυνη και επιπόλαια πρόκληση στην Κύπρο. Στις αρχές Μαΐου, επέτρεψε στον αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλο να επισκεφτεί το νησί και να καταθέσει στεφάνι, καθώς και να τελέσει τρισάγιο, στον τάφο του Χίτη και «ολετήρα της Κύπρου» (Χαραυγή 3/5)[18] στρατηγού Γεώργιου Γρίβα-Διγενή, στη Λεμεσό. Δε χρειάζεται να παραθέσουμε τις τουρκικές και τουρκοκυπριακές αντιδράσεις που ακολούθησαν την προμελετημένη [1] αυτή πρόκληση. Οι ελληνοκυπριακές αντιδράσεις αρκούν για να δείξουν την επικίνδυνη επιπολαιότητα αυτής της ενέργειας: ο ίδιος ο πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής, Δημήτρης Χριστόφιας, εξέφρασε την δυσαρέσκειά του για την ανάρμοστη τιμή που ο Έλληνας αρχιεπίσκοπος απέδωσε «στον τάφο του καταστροφέα της Κύπρου»[1]. Παρόμοιες αντιδράσεις εκφράστηκαν και από τα περισσότερα κυπριακά πολιτικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένων του ΔΗΚΟ, του ΑΚΕΛ και του ΕΔΕΚ, καθώς και από δεκάδες πολιτικές οργανώσεις του νησιού.

Κι όμως, πέρα από κάποιο θόρυβο που προξένησε η αντίδραση του Μίκη Θεοδωράκη στην αψυχολόγητη ενέργεια του Χριστόδουλου [19], η είδηση πέρασε στα ψηλά των ελληνικών ΜΜΕ. Φυσικά, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η Τουρκία αποτελεί κοσμικό κράτος που δεν επιτρέπει σε ιερείς να ασκούν εξωτερική πολιτική. Μπορεί όμως κανείς να φανταστεί ποια θα ήταν η αντίδραση των ΜΜΕ στη χώρα μας εάν κάποιο επιφανές δημόσιο πρόσωπο της τουρκικής ζωής, με κοινωνική θέση παρόμοια εκείνης του Χριστόδουλου στην Ελλάδα, είχε αποδώσει επίσημα φόρο τιμής στον τάφο του αντισυνταγματάρχη Ριζά Βουρουσκάν, διοικητή της τρομοκρατικής Οργάνωσης Τουρκικής Αντίστασης (της αντίστοιχης τουρκοκυπριακής «ΕΟΚΑ»).

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Φυσικά, στη βάση οποιασδήποτε ελληνικής τοποθέτησης πάνω στα ελληνοτουρκικά βρίσκεται το ζήτημα της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας. Τα τελευταία χρόνια διατυπώνεται συχνά η άποψη πως η ευρωπαϊκή ένταξη της Τουρκίας –εάν και όταν οριστικοποιηθεί– θα είναι κάτι σαν ένα αναγκαίο κακό. Υπό αυτό το σκεπτικό, η Ελλάδα θα πρέπει να επιδιώξει την ολοκλήρωση του Τουρκικού ευρωπαϊκού οράματος με απώτερο στόχο την διασφάλιση πολιτικής σταθερότητας στην γείτονα χώρα, καθώς και την σταδιακή αλληλοσύνδεσή της με την ελληνική οικονομία, ως μέσο διασφάλισης της ειρήνης [10]. Όπως επισήμανε πρόσφατα και ο Θάνος Ντόκος, γενικός διευθυντής του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής, «αν το ευρωπαϊκό ταξίδι της Τουρκίας καταλήξει άμεσα σε ναυάγιο, τότε η Ελλάδα όχι μόνο δεν ωφελείται, αλλά αντίθετα κινδυνεύει να βρεθεί δίπλα (αν και όχι υποχρεωτικά απέναντι) σε μια Τουρκία απογοητευμένη, ανασφαλή και με αβέβαιο στρατηγικό προσανατολισμό»[12]. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική αρθρογραφία εκπέμπει σταθερά μια υπόγεια χαιρεκακία κάθε φορά που η γειτονική μας χώρα αποτυγχάνει σε κάποια εξέταση ευρωπαϊκής συμβατότητας. Διαφαίνεται δηλαδή μια υποβόσκουσα ευαρέσκεια για την αδυναμία της τουρκικής πολιτικής ζωής να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού κλαμπ, στο οποίο εμείς ήδη ανήκουμε. Ενδεικτική είναι η κακεντρεχής παρατήρηση δημοσιεύματος της Καθημερινής (6/5), η οποία περιγράφει την τουρκική πολιτική κρίση ως «ένα σκηνικό που δεν θυμίζει δημοκρατική χώρα στα πρόθυρα της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση»[10] –λες και η σύγχρονη Ελλάδα της καθημερινής αβεβαιότητας και της ανείπωτης διαφθοράς διεκδικεί τα εύσημα μιας δημοκρατικής χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Την ίδια αλλοπρόσαλλη στάση απέναντι στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας εκφράζει και η ελληνική κυβέρνηση. Θεωρητικά, η χώρα μας υποτίθεται πως υποστηρίζει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της γείτονας χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόσφατα, η Υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη δήλωσε εγγράφως πως «εμείς στην Αθήνα υποστηρίζουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας [...]. Μια ευρωπαϊκή δημοκρατική Τουρκία είναι προς όφελος της ειρήνης, της σταθερότητας και της ανάπτυξης της περιοχής μας»[11]. Στην πράξη όμως, οι πολιτικές ακροβασίες της Αθήνας απέχουν σημαντικά από τις ρητορικές διαβεβαιώσεις της Υπουργού των Εξωτερικών.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση των γαλλικών εκλογών. Δεν αποτελεί υπερβολή να θεωρηθεί ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας, Νικολά Σαρκοζί, ως το μεγαλύτερο πλέον εμπόδιο στην ευρωπαϊκή προοπτική της Άγκυρας [7]. Ο ίδιος, ως γνήσιος δεξιός, θεωρεί την Τουρκία μια αμιγώς ασιατική χώρα [12], δηλώνοντας μάλιστα κατά τη διάρκεια προεκλογικής τηλεοπτικής αναμέτρησης με τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ πως μια πιθανή ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση «θα είναι επικίνδυνη για την ισορροπία του κόσμου» και πως θα συμβάλλει «στην ενίσχυση του ισλαμισμού» στην Τουρκία [13]. Θα περίμενε λοιπόν κανείς πως η Αθήνα, ως υποστηρίκτρια της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ήταν από τις πιο ένθερμες οπαδούς της Ρουαγιάλ. Όμως το αντίθετο συνέβη. Σε πρόσφατο άρθρο του στην εφημερίδα Αυριανή, ο Υφυπουργός Εξωτερικών Ευριπίδης Στυλιανίδης δεν έκρυψε την ικανοποίησή του για την «ισχυροποίηση της γαλλικής κεντροδεξιάς που από μόνη της (Σαρκοζί, Μπαϊρού) ξεπέρασε το 50%», όπως και για το «πρωτότυπο πολιτικό στίγμα [του Σαρκοζί] που τολμηρά και ξεκάθαρα ιδεολογικοποιεί την αντιπαράθεση με την αριστερά»[2]. Παρόμοια ικανοποίηση για «την επιστροφή της πολιτικής στη Γαλλία»[4] εξέφρασε και η ίδια η Ντόρα Μπακογιάννη σε πρόσφατη συνέντευξη τύπου μετά την εκλογή του Σαρκοζί. Ο Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, προφανώς περιχαρής για την επικράτηση της δεξιάς στη Γαλλία, έσπευσε να στείλει συγχαρητήριο μήνυμα στο νέο Γάλλο Πρόεδρο, στο οποίο επισήμανε την «εγκαρδιότητα μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του κόμματος του Νικολά Σαρκοζί»[3].

Το παράδειγμα αυτό δείχνει πώς η άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής πάνω σε κομματικές γραμμές οδηγεί την Αθήνα σε αντιφάσεις και στέλνει ασαφή μηνύματα προς την Άγκυρα. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά η αδυναμία των ελληνικών ΜΜΕ να διερευνήσουν τις κρίσιμες αυτές αντιφάσεις, που καθιστούν σταδιακά την Ελλάδα αναξιόπιστο εταίρο της τουρκικής ευρωπαϊκής προσέγγισης. Είναι τουλάχιστον παραπλανητικό από την πλευρά μιας έμπειρης αρθρογράφου όπως η Κύρα Αδάμ, να αναφέρει μια εβδομάδα μετά το τέλος των γαλλικών εκλογών πως «στον αντίποδα των γερμανικών και γαλλικών θέσεων –μετά την εκλογή στην προεδρία του Ν. Σαρκοζί– για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας εξακολουθεί να κινείται η Αθήνα» (Ελευθεροτυπία 10/5)[14].

ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ο συγγραφέας Νίκος Δήμου έγραψε κάποτε πως ο πραγματικός λόγος που αντιπαθούμε τους Τούρκους είναι πως μας θυμίζουν τους εαυτούς μας. Ο ελληνικός ειδησεογραφικός χειρισμός της συνεχιζόμενης κρίσης στην Τουρκία φανερώνει κάτι από την σπηλαιώδη αυτή ψυχοπαθολογία. Η συστηματική απλοποίηση της πολιτικής κατάστασης στη γειτονική μας χώρα, όπως και η ισοπέδωση των πολύπλευρων κοινωνικών δυνάμεων που συμμετέχουν σε αυτήν, έχει οδηγήσει τον κύριο όγκο των ελληνικών ΜΜΕ στην εκλαϊκευμένη –όσο και πλαστή– αντιπαράθεση μεταξύ «μαντίλας ή τανκς». Η πραγματικότητα είναι, όπως πάντοτε, πολυσύνθετη. Θα καταφέρει η τουρκική κοινωνία να βρει την ισορροπία μεταξύ δημοκρατίας και ασφάλειας; Αν εξετάσει κανείς τις αντίστοιχες προσπάθειες στο εσωτερικό της αυτεπάγγελτης «προστάτιδας του δημοκρατικού κόσμου» Αμερικής, θα αποφανθεί πως ο αγώνας αυτός είναι εξαιρετικά δύσκολος.

Το κύριο ερώτημα, που θα πρέπει κάποια στιγμή να απαντηθεί, είναι εάν θα καταφέρει τελικά η δική μας χώρα να εγκαταστήσει τη δημοκρατία όπως αυτή θα πρέπει να λειτουργεί. Προφανώς για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτείται η χειραφέτηση του τύπου. Ενός τύπου ανεξάρτητου, απελευθερωμένου από εθνικιστικές παρωπίδες, μαχόμενου ενάντια στις πολιτικές ασυναρτησίες οποιουδήποτε φορέα, είτε τουρκικού, είτε ελληνικού. Επί του παρόντος, ο δημοσιογραφικός χειρισμός των ελληνοτουρκικών σχέσεων δείχνει πως απέχουμε πολύ από έναν τέτοιο τύπο. Σε τελική ανάλυση, ίσως να χρειαζόμαστε κι εμείς μια εκ βαθέων πολιτική αναδιάρθρωση, όπως εκείνη που εδώ και χρόνια επιζητούν οι δημοκρατικοί πολίτες της Τουρκίας.

Παραπομπές

[1] Βενιζέλος, Κ. (2007) «Μακαριότατη Εξίσωση Μακάριου-Γρίβα», εφημερίδα Ημερησία, 5 Μαΐου.
[2] Στυλιανίδης, Ε.Σ. (2007) «Άρθρο ΥΦΥΠΕΞ κ. Ε. Στυλιανίδη στην εφημερίδα Αυριανή», αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Υπουργείου Εσωτερικών, 5 Μαΐου.
[3] Ανών. (2007) «Συγχαρητήριο Μήνυμα Κ. Καραμανλή Προς τον Νικολά Σαρκοζί», εφημερίδα Καθημερινή, 7 Μαΐου.
[4] Ανών. (2007) «Ντ. Μακογιάννη: Ικανοποίηση για την ‘Επιστροφή της Πολιτικής στη Γαλλία’», εφημερίδα Καθημερινή, 7 Μαΐου.
[5] Δημάκας, Λ. (2007) «Σωσίβιο στον Διάλογο των Στρατηγών με Άσκηση για Σεισμό», εφημερίδα Τα Νέα, 7 Μαΐου.
[6] Βενιζέλος, Κ. (2007) «Ανησυχία για Θερμό Επεισόδιο από την Άγκυρα», εφημερίδα Ημερησία, 7 Μαΐου.
[7] Ψυχάρης, Σ.Π. (2007) «Η Απλή Λύση», εφημερίδα Το Βήμα, 6 Μαΐου, σελ. Α01.
[8] Κωνσταντινίδης, Φ. (2007) «Στο Κενό η Άσκηση των Τούρκων Έξω από τα Χωρικά Ύδατα», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 7 Μαΐου.
[9] Ανών. (2007) «Ανησυχία Λευκωσίας για τις Εξελίξεις στην Τουρκία», εφημερίδα Καθημερινή, 6 Μαΐου.
[10] Έλλις, Α. (2007) «Το Μέλλον της Τουρκίας στα Χέρια του Λαού», εφημερίδα Καθημερινή, 6 Μαΐου.
[11] Μπακογίαννη, Ν. (2007) «Υποστηρίζουμε την Ευρωπαϊκή Προοπτική της Τουρκίας», εφημερίδα Καθημερινή, 6 Μαΐου.
[12] Ντόκος, Θ. (2007) «Η Εκλογή Σαρκοζί και οι Συνέπειές της», εφημερίδα Καθημερινή, 6 Μαΐου.
[13] Ανών. (2007) «Προβληματισμός στην Τουρκία για την Επικράτηση Σαρκοζί», εφημερίδα Ναυτεμπορική, 7 Μαΐου.
[14] Αδάμ, Κ. (2007) «Επιμένει η Αθήνα στην Ένταξη», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 10 Μαΐου.
[15] Τσίμας, Π. (2007) «Τουρκικό Αίνιγμα», εφημερίδα Τα Νέα, 5 Μαΐου.
[16] Ανών. (2007) «Ωμή Επέμβαση των Τούρκων Στρατηγών», εφημερίδα Το Βήμα, 29 Απριλίου, σελ. Α30.
[17] Διαμαντής, Τ. (2007) «Ο Τρόμος Παραμονεύει στην Τουρκία», περιοδικό Αντί, τ. 893, 6 Απριλίου, σελ. 38-41.
[18] Ανών. (2007) «Απαράδεκτη Απόδοση Τιμών στον Γρίβα –Βλασφημία», εφημερίδα Η Χαραυγή, 3 Μαΐου.
[19] Τσάτσης, Α. (2007) «Κατά Χριστόδουλου για τον Τρισάγιο στον Τάφο του Γρίβα», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 4 Μαΐου.

4/5/07

Ρωσία: Οι Ελιγμοί Ενός Ενεργειακού Μεγαθήριου

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 894 του περιοδικού Αντί, στις σελίδες 40-42, υπό τον τίτλο "Οι Ελιγμοί Ενός Μεγαθήριου στον Παγκόσμιο Ενεργειακό Πόλεμο".

Η ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ τιμών τα τελευταία χρόνια έχει φέρει στο στόχαστρο πολλών δυσαρεστημένων καταναλωτών την αμερικανική Exxon Mobil, που θεωρείται η πιο καταχρηστικά κερδοφόρα εταιρία στην υφήλιο. Κι όμως, υπάρχει ένας ενεργειακός κολοσσός που διαθέτει πετρελαϊκά αποθέματα εξαπλάσια εκείνων της Exxon Mobil, πλησιάζοντας μάλιστα τα αποθέματα ολόκληρου του Ιράν [07]. Η εταιρία αυτή ελέγχει τα μετοχικά κεφάλαια εκατοντάδων ενεργειακών οργανισμών παγκοσμίως, με ιδιαίτερη έμφαση στο φυσικό αέριο, αφού παράγει σχεδόν το 30% της ετήσιας παγκόσμιας παραγωγής και διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο αγωγών στον κόσμο [08]. Ταυτόχρονα είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Ευρώπη και στην Ασία, ενώ από το 2006 αναφέρεται επίσημα ως η τρίτη μεγαλύτερη εταιρία στον κόσμο [06]. Η εταιρία αυτή των 350.000 εργαζομένων είναι η ρωσική Gazprom που εδρεύει στη Μόσχα.

Πριν από μερικούς μήνες, η Gazprom πρωταγωνίστησε στη σημαντικότερη ενεργειακή σύρραξη στην Ευρώπη μετά την Ρωσο-Ουκρανική διαμάχη του 2005. Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 2006, η κυβέρνηση της Λευκορωσίας απέρριψε πρόταση της Gazprom για διπλασιασμό των τιμών εξαγωγής ρωσικού φυσικού αερίου στη χώρα. Η εταιρία, με την πολιτική στήριξη του Κρεμλίνου, απάντησε απειλώντας με τριπλασιασμό των τιμών και κατάσχεση του συστήματος διανομής φυσικού αερίου της Λευκορωσίας. Τα μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου, λίγες ώρες πριν την λήξη της διορίας που είχε επιβληθεί από την Gazprom, η Λευκορωσία ενέδωσε.

Όμως, δύο ημέρες αργότερα, ο –κατά κανόνα ρωσόφιλος– πρόεδρος της χώρας Αλεξάντρ Λουκασένκο, επέβαλε αιφνιδιαστικά στη Ρωσία φόρο 45 δολαρίων για κάθε τόνο ρωσικού πετρελαίου που περνούσε από τους αγωγούς της με προορισμό την κεντρική Ευρώπη. Η απάντηση της Μόσχας υπήρξε άμεση: διέκοψε ακαριαία την τροφοδοσία πετρελαίου στους αγωγούς της Λευκορωσίας, στερώντας ξαφνικά στην κεντρική Ευρώπη από το 20% (Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία) έως το 80% (Ουγγαρία, Σλοβακία) των καθημερινών της πετρελαϊκών αναγκών. Όπως ήταν φυσικό, η πίεση της Ευρώπης έκαμψε ταχύτατα την αντίσταση της Λευκορωσίας και η τροφοδοσία των αγωγών αποκαταστάθηκε μερικά εικοσιτετράωρα αργότερα. Το συμβάν ήταν όμως αρκετό για να επιστήσει την προσοχή των ενεργειακά εξαρτημένων Ευρωπαίων, καθώς και να επιβεβαιώσει την αυξανόμενη πολιτική ισχύ του ενεργειακού μεγαθήριου που ονομάζεται Ρωσία.

Η ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Αποτελεί κοινή παραδοχή πως η πρωτοφανής ενίσχυση των συναλλαγματικών αποθεμάτων του Ρωσικού θησαυροφυλακίου οφείλεται κυρίως στον υπερτριπλασιασμό των ενεργειακών τιμών κατά την τελευταία πενταετία. Όμως αυτό που γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτό είναι η συστηματική προσπάθεια της Μόσχας να μετατρέψει την ενεργειακή της υπεροπλία σε διεθνή πολιτική επιρροή. Ο λόγος είναι προφανής: η Ρωσία διαθέτει αυτή τη στιγμή τα σημαντικότερα γνωστά αποθέματα φυσικού αερίου στον κόσμο, που είναι κατά 100% μεγαλύτερα εκείνων του Ιράν, της δεύτερης μεγαλύτερης παγκόσμιας δύναμης στο φυσικό αέριο [09] Συνεπώς, η Ρωσική βιομηχανία φυσικού αερίου συμβάλλει κατά 22% στην παγκόσμια παραγωγή [09]. Είναι ίσως περιττό να τονιστεί η ενεργειακή σημασία της Ρωσίας για τον βιομηχανικό κόσμο και ιδιαίτερα για την Ευρώπη. Ρωσικοί αγωγοί φυσικού αερίου προμηθεύουν το 43% των αναγκών της Γερμανίας, το 47% της Πολωνίας και το 96% της πλήρως εξαρτημένης Ελλάδας [09]. Ταυτόχρονα, η Ρωσία εξάγει πάνω από το 70% της ετήσιας πετρελαϊκής της παραγωγής [04], κυρίως σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες στο σύνολό τους απορροφούν το 80% αυτών των εξαγωγών [09].

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ

Όμως, παρά την εξαγωγική της ισχύ, η Ρωσία αδυνατεί να ελέγξει τις παγκόσμιες τιμές πώλησης του φυσικού αερίου. Ο λόγος έχει να κάνει με την τεχνική φύση του προϊόντος, που διαφέρει σημαντικά από το πετρέλαιο. Το τελευταίο μπορεί και μεταφέρεται φτηνά ανά την υφήλιο με δεξαμενόπλοια. Αντίθετα, το φυσικό αέριο, για να μεταφερθεί οδικά ή θαλάσσια, χρειάζεται πρώτα να υγροποιηθεί (να μετατραπεί δηλαδή σε υγραέριο) για την μεταφορά και κατόπιν να εξαερωθεί πάλι πριν τη χρήση του. Η διαδικασία αυτή είναι χρονοβόρα και πολυέξοδη και είναι ο λόγος που το φυσικό αέριο μεταφέρεται διεθνώς μέσω αεραγωγών. Η κατασκευή τους, αν και πολυδάπανη, είναι κατά πολύ φτηνότερη από οποιαδήποτε άλλη μεταφορική μέθοδο.

Αγωγοί φυσικού αερίου στη βόρεια Σιβηρία. Ο ενεργειακός πλούτος του υπεδάφους της απέραντης αυτής περιοχής είναι ανεξάντλητος

Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν όμως να συγκριθούν οι αεραγωγοί με τα δεξαμενόπλοια. Η μεταφορική ευελιξία των τελευταίων ευθύνεται για την παγκοσμιοποίηση της αγοράς πετρελαίου, κάτι που δεν ισχύει για την αγορά φυσικού αερίου. Με άλλα λόγια, πετρελαιοπαραγωγές χώρες σαν την Σαουδική Αραβία μπορούν να μεταφέρουν το πετρέλαιό τους με δεξαμενόπλοια και φορτηγά σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Αντίθετα, η Ρωσία, μπορεί να εξάγει το φυσικό της αέριο μόνο σε χώρες που φιλοξενούν ρωσικούς αγωγούς. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ρωσία προμηθεύει με φυσικό αέριο ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, αλλά όχι την Ασία, την Αφρική, ή την Λατινική Αμερική, οι οποίες προμηθεύονται το φυσικό τους αέριο από άλλες πηγές.

Παράλληλα, η μονιμότητα των αγωγών έχει δημιουργήσει μία ιδιόρρυθμη οικονομική κατάσταση όπου οι διεθνείς τιμές διακίνησης φυσικού αερίου μεταβάλλονται κατά αραιά διαστήματα, και συχνά σταθεροποιούνται με διακρατικά συμβόλαια που διαρκούν δεκαετίες ολόκληρες. Κάτι τέτοιο είναι λογικό, εφόσον, από τη στιγμή που ένας αγωγός έχει κατασκευαστεί, είναι πολυέξοδο και χρονοβόρο για τις χώρες που προμηθεύονται μέσω αυτών φυσικό αέριο να αλλάξουν προμηθευτή, όπως και για τη χώρα-παραγωγό να διακόψει την παροχή στους συγκεκριμένους πελάτες.

Ο αναπόφευκτος θρυμματισμός, αλλά και η στατική φύση, της παγκόσμιας αγοράς φυσικού αερίου έχει αποτρέψει τη δημιουργία πολυεθνικών καρτέλ, όπως είναι για παράδειγμα ο OPEC –ο Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγών Εξαγωγών Χωρών. Ο 12μελής αυτός φορέας επιδιώκει τον καθημερινό έλεγχο των τιμών του πετρελαίου, βασιζόμενος στην ισχύ του νόμου της αγοράς και της ζήτησης. Τα κράτη-μέλη του συγχρονίζουν την αυξομείωση της πετρελαϊκής τους παραγωγής ανάλογα με την παγκόσμια ζήτηση. Αυτή η απλή αλλά αποτελεσματική τακτική θα ήταν πρακτικά δύσκολο να εφαρμοστεί στον τομέα του φυσικού αερίου. Παράλληλα, ως αραβικές χώρες, τα περισσότερα μέλη του OPEC συνδέονται, όχι μόνο ενεργειακά, αλλά και γλωσσικά, πολιτικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά. Η ισχυρή αυτή διασύνδεση έχει ιστορικά αποτελέσει την αιχμή του πολιτικού δόρατος του οργανισμού, προσδίδοντάς του έναν υπολογίσιμο διεθνή ρόλο –όπως θα θυμούνται όσοι έζησαν την ενεργειακή κρίση του 1973. Κάτι τέτοιο ομολογουμένως δεν ισχύει στην περίπτωση των χωρών-παραγωγών φυσικού αερίου, στις τάξεις των οποίων συγκαταλέγονται χώρες δίχως συνεκτικότητα μεταξύ τους, όπως είναι για παράδειγμα η Γουινέα-Ισημερινός, το Τρινιντάντ και το Τουρκμενιστάν.

ΚΑΡΤΕΛ ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Τα πράγματα όμως αλλάζουν. Το 2001, δημιουργήθηκε αθόρυβα στην Τεχεράνη ένας πειραματικός συνασπισμός κρατών με το όνομα Gas Exporting Countries Forum (GECF), που στα ελληνικά μεταφράζεται ως Συμβούλιο Χωρών Εξαγωγών Αερίου. Τότε αρκετές δυτικές χώρες, με πρώτες τις ΗΠΑ, θορυβήθηκαν από την Ρωσο-Ιρανική αυτή πρωτοβουλία. Στα επόμενα χρόνια η Ουάσιγκτον προσπάθησε να προσεταιριστεί κάποιες από τις κεντροασιατικές χώρες-παραγωγούς φυσικού αερίου, όπως είναι το Ουζμπεκιστάν, το Καζακστάν και το Κιργιστάν, και να τις αποτρέψει από πιθανή ένταξη στο GECF. Όμως οι αλλεπάλληλοι πόλεμοι και τα σκάνδαλα της κυβέρνησης Μπους δεν επέτρεψαν στους Αμερικανούς να ασχοληθούν συστηματικά με το θέμα, από το οποίο απείχε επίσης η Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι η ανοδική εξέλιξη του GECF συνεχίστηκε ανεμπόδιστη.

Το Συμβούλιο αναπτύχθηκε σταδιακά γύρω από τον Ρωσο-Ιρανικό ενεργειακό άξονα, με αποτέλεσμα να ενταχθούν στις τάξεις των ενεργών μελών του μερικές από τις πιο δραστήριες πολιτικές αντιπάλους των ΗΠΑ, όπως είναι –πέρα από το Ιράν και τη Ρωσία– η Λιβύη, η Αίγυπτος, η Βολιβία και –φυσικά– η Βενεζουέλα. Είναι προφανές πως η προσάρτηση μελών στο γκρουπ είναι σε μεγάλο βαθμό επιλεκτική. Έτσι εξηγείται η αποχή από το Συμβούλιο πολλών χωρών-παραγωγών φυσικού αερίου που είναι φιλικά προσκείμενες προς τις ΗΠΑ, όπως είναι η Αυστραλία, η Αργεντινή, το Μεξικό, ο Καναδάς, η Σαουδική Αραβία και η Ινδία.

Τον μήνα που μας πέρασε, το GECF πραγματοποίησε μία ακόμα διεθνή συνάντηση, αυτή τη φορά σε επίπεδο υπουργών, στη Ντόχα του Κατάρ. Υπήρξε η πρώτη από τον Μάιο του 2006, όταν ο Αλεξάντρ Μεντβέντεβ, εκ των συντονιστών του γκρουπ, και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Gazprom, πρότεινε για πρώτη φορά δημόσια την ίδρυση «μιας συμμαχίας προμηθευτών αερίου με μεγαλύτερη [διεθνή] επιρροή από τον OPEC»[02]. Οι σύνεδροι προσπάθησαν να κατευνάσουν τις ανησυχίες των διεθνών παρατηρητών, επιμένοντας πως η δημιουργία καρτέλ δεν βρίσκεται στις άμεσες επιδιώξεις τους. Όμως, εξερχόμενος από το συνέδριο, ο Σακίμπ Κελίλ, υπουργός ενέργειας της Αλγερίας (από τους κορυφαίους εξαγωγείς φυσικού αερίου στον κόσμο), παραδέχτηκε πως «μακροπρόθεσμα, οδεύουμε προς τη δημιουργία ενός καρτέλ φυσικού αερίου στα πρότυπα του ΟΠΕΚ»[01]. Οι δηλώσεις του Σεργκέι Λαβρόφ, υπουργού εξωτερικών της Ρωσίας, αν και λιγότερο ευθείς, υποδεικνύουν την ίδια μακροπρόθεσμη επιδίωξη: «δε συζητάμε την ιδέα σύστασης ενός καρτέλ αερίου», δήλωσε ο Λαβρόφ. «Το ζήτημα είναι να εγγυηθούμε το νόμιμο δικαίωμα των παραγωγών αερίου να συντονίζουν τη δράση τους. Αυτό προϋποθέτει μέτρα διασφάλισης [της ισορροπίας μεταξύ] προσφοράς και ζήτησης. Θα επικεντρωθούμε προσεκτικά πάνω σε αυτή την αρχή»[05]. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για καρτέλ –απλά θα λειτουργεί ως τέτοιο....

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Από ενεργειακή άποψη, οι χώρες-μέλη του GECF είναι κάθε άλλο παρά τυχαίες. Στο σύνολό τους ελέγχουν πάνω από το 70% των αποθεμάτων φυσικού αερίου στον κόσμο [10], το 41% της παγκόσμιας ετήσιας παραγωγής [02] και το 60% των εξαγωγών [01]. Είναι προφανές πως η διαφαινόμενη σύμπραξή τους στοχεύει κατά κύριο λόγο στην παγκοσμιοποίηση της αγοράς φυσικού αερίου, μέσω του συντονισμού και της συστηματοποίησης πρακτικών και οικονομικών μεθόδων μεταφοράς του προϊόντος από χώρα σε χώρα. Παράλληλα όμως, οι πολιτικές προεκτάσεις του διαφαινόμενου αυτού καρτέλ είναι προφανείς, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη πως οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές φυσικού αερίου στον κόσμο. Η τελευταία είναι σχεδόν ολοκληρωτικά εξαρτημένη από τους ενεργειακούς της προμηθευτές, οι δύο βασικότεροι εκ των οποίων (η Ρωσία και η Αλγερία) πρωτοστατούν στον GECF [02]. Εάν και όταν το καρτέλ αυτό επισημοποιηθεί, τότε η δυνατότητα της Ευρώπης να διαπραγματεύεται τις τιμές των ενεργειακών της εισαγωγών θα περιοριστεί αισθητά.

Αλλά και για τις ΗΠΑ, που σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό αυτάρκεις στον τομέα του φυσικού αερίου, το μέλλον διαγράφεται ιδιαίτερα δυσοίωνο. Σύμφωνα με τους δείκτες της ενεργειακής εταιρίας British Petroleum, εάν οι ξέφρενοι ρυθμοί της κατανάλωσης φυσικού αερίου στις ΗΠΑ συνεχιστούν, η χώρα θα εξαντλήσει τα περισσότερα εγχώρια αποθέματά της σε δέκα το πολύ χρόνια [02]. Όταν αυτό συμβεί, η Ουάσιγκτον θα αναγκαστεί να απευθυνθεί στη διεθνή αγορά φυσικού αερίου για να ικανοποιήσει τις ενεργειακές της ανάγκες.

Λογικά εκεί ακριβώς ποντάρουν και οι πρωτεργάτες του GECF, δηλαδή στο μετριασμό της διεθνούς πολιτικής υπεροχής των ΗΠΑ μέσω της επιφαινόμενης ενεργειακής της εξάρτησης, η οποία ενδέχεται να αυξηθεί γεωμετρικά με την πάροδο του χρόνου. Υπό το πρίσμα αυτό, η επόμενη δεκαετία θα είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Η Ρωσία θα προσπαθήσει να συστηματοποιήσει ακόμα περισσότερο την ενεργειακή της επιρροή, ιδιαίτερα σε ενεργειακούς εξαγωγείς φίλα προσκείμενους προς τις ΗΠΑ, ενώ οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν να ανεξαρτητοποιηθούν ενεργειακά με επενδύσεις σε εναλλακτικές μορφές παραγωγής ενέργειας, ή ακόμα και με στρατιωτικούς τυχοδιωκτισμούς. Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών και των 23 επίσημων γλωσσών....θα πρέπει πρώτα να επιδιώξει να συμφωνήσει πάνω στα βασικά (σύνταγμα, ασφάλεια, άμυνα) και κατόπιν να αρχίσει κι εκείνη να ανησυχεί συλλογικά για τη δική της επιφαινόμενη ενεργειακή στενωπό.

Παραπομπές

[01] Ανών. (2007) «Ένα Βήμα Πριν τη Δημιουργία Καρτέλ στο Φυσικό Αέριο», εφημερίδα Ναυτεμπορική, 10 Απριλίου.
[02] Kupchinsky, R. (2006) «Russia: Algeria Deal Revives Talk Of Gas Cartel», πρακτορείο ειδήσεων Radio Free Europe, 14 Αυγούστου.
[03] Socor, V. (2007) «Russia Poised to Lead an Evolving Cartel of Gas-Exporting Countries», έκθεση του Jamestown Foundation, Ουάσιγκτον, 10 Απριλίου.
[04] Έκθεση με τίτλο «International Energy Outlook 2006» της Αρχής Διαχείρισης Ενεργειακών Δεδομένων του Υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ, Ιούνιος 2006, κεφάλαιο 4.
[05] Ανών. (2007) «Russia Again Denies Gas Cartel Plan», πρακτορείο ειδήσεων United Press International, 13 Απριλίου.
[06] Klussmann, U. (2006) «Reshaping the World Order with Russian Gas and Oil», περιοδικό Der Spiegel, 14 Σεπτεμβρίου.
[07] Kramer, A. (2005) «$13 Billion Sibneft Deal Fulfills Gazprom Quest», ανατύπωση στην εφημερίδα International Herald Tribune άρθρου των New York Times, 29 Σεπτεμβρίου.
[08] Starobin, P., και Belton, C. (2002) «Gazprom: Russia’s Enron?», περιοδικό Business Week, 18 Φεβρουαρίου.
[09] Σχετική έκθεση της Αρχής Διαχείρισης Ενεργειακών Δεδομένων του Υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ, η οποία βρίσκεται εδώ.
[10] Hallouche, H. (2006) The Gas Exporting Countries Forum: Is it Really a Gas OPEC in the Making?, έκθεση του Oxford Institute for Energy Studies, NG 13, Οξφόρδη, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιούνιος.