15/6/07

Σκοπιανό: Η Οπερέτα Συνεχίζεται

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 897 του περιοδικού Αντί (15 Ιουνίου 2007), στις σελίδες 28-29.

ΔΙΑΤΗΡΩ ΤΗ ΦΘΟΡΟΠΟΙΟ ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΝΑ αναλώνομαι στην ανάγνωση ελληνικών εφημερίδων. Συχνά το μετανιώνω, όπως πρόσφατα στην περίπτωση της αναζωπύρωσης του Σκοπιανού, με αφορμή την επικείμενη ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Έχοντας παρακολουθήσει επί μακρόν τη σχετική αρθρογραφία, νοιώθω πλέον θεατής μιας οπερέτας, διανθισμένης με φτηνές ερμηνείες, αδιόρατους υποβολείς και αμέτρητους σαστισμένους υποκριτές.

Η αυλαία άνοιξε επίσημα στις 20 Μαΐου. Εκείνη την ημέρα άρθρο του Βήματος προειδοποιεί πως οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να εντάξουν την ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ταράσσοντας έτσι την ελληνική προεκλογική περίοδο [1]. Η ελληνική κυβέρνηση παρουσιάζεται να προσπαθεί να πείσει τους Αμερικανούς να προωθήσουν το σχέδιό τους μετά τη διεξαγωγή εκλογών στην Ελλάδα, ώστε να μην εισπράξει τις συνέπειες του εθνικού μένους των ψηφοφόρων. «Χάνουμε τους συμμάχους μας», προειδοποιεί το άρθρο, προβλέποντας εθνική καταστροφή αν αποφασίσει ο ειδικός διαμεσολαβητής του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς να καταθέσει στον ΟΗΕ ως ατελέσφορη την εντολή που έλαβε από τον Οργανισμό.

Ο ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ

Την επόμενη μέρα, οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες εισέρχονται στο χορό, μεταφέροντας με κραυγαλέους τίτλους την προειδοποίηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Παπανδρέου προς την κυβέρνηση «να μην τολμήσει μπροστά στο φόβο της επερχόμενης ήττας να παίξει προεκλογικά παιχνίδια με τα εθνικά θέματα»[2]. Η Ελευθεροτυπία διαβεβαιώνει πως η κρίση στο θέμα των Σκοπίων είναι τεχνητή και προέρχεται από «ομαδική διαρροή-καρμπόν [από την κυβέρνηση] προς τα ΜΜΕ [...] προκειμένου [η τελευταία] να εγκαινιάσει τη συζήτηση περί της αναγκαιότητας εκλογών το φθινόπωρο»[3].

Το Έθνος έχει άλλη θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ελληνική κυβέρνηση έχει απορρίψει την πιθανότητα εκλογών με κεντρικό θέμα το Σκοπιανό, φοβούμενη την πολιτική ενίσχυση του ΛΑΟΣ [4]. Σε παράλληλο δημοσίευμα η ίδια εφημερίδα υποστηρίζει ότι εκλογές τον Σεπτέμβριο θα γίνουν μεν, «αλλά όχι για τα Σκόπια»[5]. Η εφημερίδα υποδείχνει τον πρώην Υπουργό Εξωτερικών Πέτρο Μολυβιάτη και τον Υπουργό Επικρατείας Θεόδωρο Ρουσόπουλο ως τους υπεύθυνους των διαρροών περί εκλογολογίας προς τα ΜΜΕ.

Την επόμενη ημέρα, τα Νέα αποφαίνονται πως οι διαρροές προέρχονται από πρωθυπουργικούς κύκλους του κυβερνώντος κόμματος («όχι όμως [από] τον [...] Θ. Ρουσόπουλο») και πως ο στόχος των διαρροών δεν ήταν τελικά η διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, αλλά η Υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία φέρεται να εκφράζει την «έντονη δυσφορία της για την υπόθεση των διαρροών που ουσιαστικά είχαν στόχο το υπουργείο Εξωτερικών και την ίδια»[6].

Κι ενώ οι θεατές της οπερέτας αναμένουν τον επίλογο όλης αυτής της φαρσοκωμωδίας, έρχεται και το κερασάκι στην τούρτα από την Ελευθεροτυπία. Σε άρθρο της 7ης Ιουνίου, η εφημερίδα εκτελεί αξιοθαύμαστη στροφή 180 μοιρών, αναφέροντας πως η εκλογολογία αναφορικά με το Σκοπιανό δεν προήλθε τελικά από το Μαξίμου, αλλά από τους Αμερικανούς. Ήταν λοιπόν εκείνοι που «τεχνηέντως, προσπάθησαν, μέσω μιας προπαγανδιστικής κινητικότητας στο Σκοπιανό, να διοχετεύσουν τη δραματοποιημένη εντύπωση περί καταλυτικής επίσπευσης των εκλογών, λόγω υποτιθέμενης πρόθεσης Νίμιτς για κατάθεση της εντολής του!» (το θαυμαστικό στο πρωτότυπο). Ευτυχώς όμως, «η προσπάθεια αυτή [ήταν] καταδικασθείσα σε αποτυχία εν τη γενέσει της» αφού «η Ελλάδα δεν πρόκειται να ενδώσει στις εκβιαστικές τακτικές και μεθόδους της Ουάσιγκτον για το Σκοπιανό». Ήταν λοιπόν λαθεμένα όλα εκείνα τα δημοσιογραφικά «πονήματα [των προηγούμενων ημερών που] σε αρκετά μπλαζέ στιλ [...] ταξινομούσαν [το θέμα] στο πλαίσιο εσωτερικών πολιτικών σκοπιμοτήτων»[7].

ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Ομολογουμένως η οπερέτα εμφανίζεται πλήρης σε δραματουργικά τεχνάσματα, συμπεριλαμβανομένων πολύπλοκων στιχομυθιών εξελισσόμενων ταυτόχρονα με αξιοζήλευτη ανάπτυξη χαρακτήρων –με αποκορύφωμα εφημερίδες που διαψεύδουν προηγούμενα άρθρα τους δίχως καμία αναφορά σε αυτά, σαν να μη γράφτηκαν ποτέ. Είναι δε τόσες οι πλοκές του έργου, που ο θεατής-αναγνώστης δεν ξέρει ποια να ακολουθήσει. Στο τέλος καταδικάζεται εκ των πραγμάτων να μείνει ουσιαστικά τόσο απληροφόρητος όσο και πριν εμπλακεί στην ανάγνωση. Η οπερέτα εκπληρώνει με αυτό τον τρόπο την κύρια αποστολή της, που είναι να ψυχαγωγήσει, δίνοντας απλά την ψευδαίσθηση της ενημέρωσης.

Παράλληλα, το επίπεδο υποκρισίας των πρωταγωνιστών διατηρείται σε υψηλά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Κατηγορείται για παράδειγμα η κυβέρνηση ότι προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τα «εθνικά θέματα» για προεκλογικούς σκοπούς, την ίδια στιγμή που οι ίδιοι οι έντυποι κατήγοροί της ασχολούνται με τις επικείμενες εξελίξεις στο Σκοπιανό αποκλειστικά σε σχέση με το εγχώριο προεκλογικό σκηνικό. Πραγματικά, αν υπήρξε μία σταθερή παράμετρος στον όλο χειρισμό του θέματος από τον τύπο, αυτή ήταν η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε ανάλυσης των επιπτώσεων για την Ελλάδα (και όχι για τη Νέα Δημοκρατία ή για το ΠΑΣΟΚ) των εξελίξεων στο Σκοπιανό. Η μοναδική ενασχόληση –κυρίως του αντικυβερνητικού τύπου– ήταν και παραμένει ο ρόλος του θέματος σε ενδεχόμενες εκλογές.

Αλλά το απόγειο της υποκρισίας δε μπορεί να είναι άλλο από την συνεχή προειδοποίηση για μια «εθνική ήττα» που θα σημάνει η ενδεχόμενη ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Είναι υποκρισία διότι προσποιείται πως η «εθνική ήττα» έχει αποφευχθεί, τη στιγμή που περισσότερες από 116 χώρες-μέλη του ΟΗΕ –συμπεριλαμβανομένων όλων των χωρών-μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού, πλην της Γαλλίας– έχουν ήδη αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ ως Δημοκρατία της Μακεδονίας [8]. Όσοι από εμάς ζούμε στο εξωτερικό γνωρίζουμε καλά πως σχεδόν καμία χώρα πλην της Ελλάδας και της Κύπρου δεν αποκαλεί τη γείτονα χώρα FYROM. Ο όρος αυτός υπάρχει για να συντηρείται στον ελληνικό χώρο μια βολική εγχώρια ψευδαίσθηση.

ΠΕΡΙ «ΕΘΝΙΚΩΝ ΗΤΤΩΝ»

Προσωπικά είμαι της άποψης πως είναι αφελές η επισημοποίηση της ονομασίας της γείτονας χώρας ως Δημοκρατία της Μακεδονίας να ταυτιστεί με «εθνική ήττα». Η ιστορία των εθνών δείχνει πως εθνικά θέματα κερδίζονται ή χάνονται όταν λαοί βρίσκουν την πίστη και τη δύναμη να αψηφήσουν ονόματα και σύμβολα προς όφελος ουσιαστικών εθνικών και λαϊκών αξιώσεων. Αλλά εάν είναι απαραίτητο –προς όφελος της συνεννόησης– η επιχειρηματολογία πάνω στο Σκοπιανό να ενταχθεί στην απλουστευτική λογική «εθνικών ηττών» και «νικών», τότε θα ήταν ίσως χρήσιμο να αναλογιστεί κανείς το ακόλουθο σύντομο ιστορικό:

Η ΠΓΔΜ απέκτησε την ανεξαρτησία της μόλις το 1991 ως η πλέον οικονομικά και πολιτικά καθυστερημένη περιοχή της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας. Το νέο κρατίδιο κατάφερε να γίνει δεκτό στον ΟΗΕ μόλις το 1993. Πρόκειται για ένα μικροσκοπικό ορεινό κομμάτι άγονης γης, με υποβαθμισμένες πολιτικές δομές, με εξίσου ανύπαρκτη στρατιωτική ισχύ, με εθνοτικά διαιρεμένο πληθυσμό που βρίσκεται στα όρια της φτώχιας, με μια οικονομία κυριολεκτικά διαλυμένη, που σήμερα μόλις που κατορθώνει να επιβιώνει έχοντας μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα 7.500 δολαρίων και ανεργία 36%, την υψηλότερη της Ευρώπης.

Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η Ελλάδα, το πλουσιότερο βαλκανικό κράτος, παλαιό μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, που διατηρεί έναν από τους πλέον πολυδάπανους αμυντικούς προϋπολογισμούς στην Ευρώπη και με ισχυρές δημοκρατικές δομές. Πρόκειται για μια χώρα πενταπλάσια της ΠΓΔΜ σε πληθυσμό, με οικονομία απείρως δυναμικότερη και με κατά κεφαλήν εισόδημα τετραπλάσιο σε σχέση με την βόρεια γείτονά της. Πάνω απ’ όλα πρόκειται για ένα κράτος με ισχυρούς θεσμικούς δεσμούς με όλους τους Ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς, με διπλωματικές αποστολές σε όλα τα σημαντικά κράτη της Γης, και με ενεργό πολιτική εμπειρία που διατρέχει τρεις διαφορετικούς αιώνες.

Κι όμως, σήμερα, μια ολόκληρη δεκαπενταετία μετά την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ και την διπλωματική της αντιπαράθεση με την Ελλάδα, ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος πλην της Ελλάδας αποκαλεί την ΠΓΔΜ Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το αεροδρόμιο της τελευταίας ονομάζεται «Μέγας Αλέξανδρος», ενώ η ίδια βρίσκεται σε ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ και με το ΝΑΤΟ, τα περισσότερα μέλη του οποίου την αποκαλούν επίσημα Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αν αυτό δεν είναι «εθνική ήττα», όπως την ορίζει ο αντιπολιτευόμενος τύπος, τότε τι είναι; Και έως πότε θα καραδοκεί την επόμενη «εθνική σφαλιάρα» (Γ.Α. Παπανδρέου) [2] για να φορτώσει το αδιέξοδο στο Σκοπιανό (μόνο) στην παρούσα κυβέρνηση;

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σε τελική ανάλυση η οπερέτα του Σκοπιανού αποτελεί πλέον εθνικό θέμα μόνο υπό την έννοια του ρόλου της στις κενές μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις που τρέφουν τον ελληνικό δικομματισμό. Στην αλήθεια το όλο ζήτημα έχει κριθεί προ πολλού, από την εποχή των διαδηλώσεων εκατομμυρίων οργισμένων «μακεδονομάχων» και από τότε που η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου έκλεισε τα βόρεια σύνορα, στις απαρχές της δεκαετίας του 1990. Σήμερα, παρά τους θεατρινισμούς των πολιτικών πρωταγωνιστών και παρά την παραπληροφόρηση των στρατευμένων ΜΜΕ, η πραγματικότητα συνεχίζει ακάθεκτη την πορεία της εκτός των ελληνικών συνόρων. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών της ΠΓΔΜ Αντόνιο Μιλόσοσκι δείχνουν πως, τουλάχιστον η ηγεσία της γειτονικής χώρας, την αντιλαμβάνεται ίσως πολύ περισσότερο από τον μέσο Έλληνα ψηφοφόρο. Ο Μιλόσοσκι δήλωσε πως «όσο λιγότερο το ζήτημα της ονομασίας της Δημοκρατίας της Μακεδονίας χρησιμοποιείται για εσωτερικούς πολιτικούς σκοπούς στην Ελλάδα, τόσο ευρύτερο θα είναι το πεδίο για την εξεύρεση μίας λύσης η οποία θα απεικονίζει την πραγματικότητα στις διμερείς σχέσεις»[9]. Ίσως είναι επιτέλους καιρός να κοιτάξουμε κι εμείς την πραγματικότητα αυτή κατάματα.

Παραπομπές

[1] Χιώτης, Β. (2007) «Βόμβα στο Όνομα της FYROM», εφημερίδα Το Βήμα, 20 Μαΐου, σελ. Α28.
[2] Νασόπουλος, Δ. (2007) «Μην Παίζετε Προεκλογικά Παιχνίδια με τα Εθνικά Θέματα», εφημερίδα Τα Νέα, 21 Μαΐου, σελ. 7.
[3] Αδάμ, Κ. (2007) «Η Κυβέρνηση Έστησε Σκοπιανό!», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 21 Μαΐου.
[4] Σαραντάκος, Γ. (2007) «Ανασύρουν το Σκοπιανό», εφημερίδα Έθνος, 21 Μαΐου.
[5] Μπάλη, Γ. (2007) «Δυσφορία για τις Διαρροές», εφημερίδα Έθνος, 21 Μαΐου.
[6] Καρανασοπούλου, Ε.Δ. (2007) «Γαλάζια Μαχαιρώματα με Φόντο το Σκοπιανό», εφημερίδα Τα Νέα, 22 Μαΐου, σελ. 11.
[7] Δήμας, Δ.Π. (2007) «Ο Μπερνς στην Αθήνα με Πρεμούρα», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 7 Ιουνίου.
[8] Δελαστίκ, Γ. (2007) «Ελληνική Φαρσοκωμωδία στο Όνομα των Σκοπίων», εφημερίδα Ημερησία, 26 Μαΐου.
[9] Ανών. (2007) «Τα Σκόπια Απαντούν στα ‘Προεκλογικού Χαρακτήρα’ Μηνύματα της Αθήνας», εφημερίδα Ναυτεμπορική, 22 Μαΐου.

8 σχόλια:

S.K. είπε...

Αγαπητέ Σήφη.
Γράφεις στο άρθρο σου το εξής:

"Η ιστορία των εθνών δείχνει πως εθνικά θέματα κερδίζονται ή χάνονται όταν λαοί βρίσκουν την πίστη και τη δύναμη να αψηφήσουν ονόματα και σύμβολα προς όφελος ουσιαστικών εθνικών και λαϊκών αξιώσεων".

Δηλαδή;

Τι έχουμε να κερδίσουμε ως Ελλάδα και ως Έλληνες από την απεμπόληση τού ονόματος τής Μακεδονίας και όσων αυτό συμβολίζει;

Την είδει σεξουαλικού υπονοουμένου "οικονομική διείσδυση" στη γείτονα; Το χυδαίο και νεοαποικιοκρατικό "εμείς σας ταΐζουμε";

Οι μόνοι που έχουν να κερδίσουν από τα αμβλυμένα πατριωτικά αντανακλαστικά είναι αυτοί που το ΚΚΕ ονομάζει "ντόπιο κεφάλαιο", δηλαδή οι Έλληνες μεγαλομπακάληδες (Βερόπουλος, Κωτσόβολος, Κρι Κρι, ΦΑΓΕ, Δέλτα, κλπ), τραπεζίτες και πετρελαιάδες, οι οποίοι θα μπορέσουν να διευρύνουν τις αμφιβόλου εντιμότητες μπίζνες τους στα Σκόπια, χειροτερεύοντας την ήδη κακή φήμη που έχουμε οι Έλληνες στα Βαλκάνια (ρώτα τους Ρουμάνους να σου πουν για την εμπειρία τους με την CosmoRom).

Από την άλλη, αυτά που έχουμε να χάσουμε είναι πάρα πολλά.

Δεν αναφέρομαι μόνο στην απώλεια αξιοπρέπειας για όλους μας, και κυρίως για τους Έλληνες Μακεδόνες, αλλά σε μια διαδικασία πλήρους ξεφτίσματος τής ιστορικής και εθνικής μας ιδιοσυστασίας με ανεξέλεγκτες συνέπειες για το μέλλον τής Ελλάδας.

Η ελληνική εθνική συνείδηση έχει πολλές συνιστώσες και ρίζες που χάνονται στους αιώνες. Η ελληνική εθνική συνείδηση είναι πολύ βαθύτερη και πολυπλοκότερη από τον νεοελληνικό εθνικισμό που δημιουργήθηκε μαζί με το μετεπαναστατικό ελληνικό κράτος. Υπάρχει η αρχαία Ελλάδα, αλλά και η μεσαιωνική βυζαντινή Ελλάδα. Υπάρχει η χώρα που λέγεται Ελλάδα, αλλά και πολλές ελληνικές πατρίδες, εξωελλαδικά κέντρα αναφοράς τού ελληνισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι πριν από μόλις έναν αιώνα, οι τρεις σημαντικότερες πόλεις για τον Ελληνισμό ήταν η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη και η Αλεξάνδρεια, τρεις πόλεις που δεν είχαν καμμία σχέση με το κρατίδιο τού Όθωνα και την τότε ολίγων χιλιάδων κατοίκων επαρχιακή κωμόπολη που λεγόταν "Αθήνα".

Οι επιλογές τού ελλαδικού κράτους σταθερά αποδυνάμωναν τον Ελληνισμό, απομυζούσαν την ικμάδα του. Πέρα από το γεωγραφικό και πληθυσμιακό, έχουμε χάσει έδαφος και σε ιδεολογικό/ ψυχολογικό επίπεδο. Ο νεοελληνικός εθνικισμός, σαν τη Μαντάμ Σουσού τού Ψαθά, μιμήθηκε την αντίληψη περί Ελλάδας που είχαν οι Ευρωπαίοι ρομαντικοί: μια χώρα κατοικημένη από τους απογόνους τού Πλάτωνα και τού Περικλή, που δεινοπάθησε κάτω από υπερχιλιετή ξένο ζυγό. Κάθε εθνικισμός χρειάζεται έναν ιδρυτικό μύθο, αλλά ο νεοελληνικός εθνικισμός αποτελεί μια φενάκη, μια ανεδαφική φαντασίωση. Ποιος Αθηναίος (ή Έλληνας γενικότερα) συνειδητοποιεί σήμερα ότι η Αθήνα δεν αποτελεί την ιστορική συνέχεια της αρχαίας Αθήνας, αλλά μια νέα, απολύτως σχεδιασμένη πόλη, που οικοδομήθηκε κάτω από την Ακρόπολη προκειμένου να χρησιμέψει ως αντανάκλαση τού βαυαρικού παρνασσισμού. Το 1800 δεν υπήρχε καν Αθήνα, παρά μόνο διάσπαρτοι οικισμοί και στάνες κάποιων δεκάδων Αρβανιτών βοσκών.

Απαρνηθήκαμε τη ζώσα εθνική μας παράδοση. Το δημοτικό τραγούδι έσβησε, αποτελεί πια μουσειακό είδος, ακριβώς επειδή δεν έμοιαζε με τη μουσική που άκουγε ο Όθωνας στο παλάτι του. Σε αντίθεση με πολλές προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες (από την Πορτογαλία ως τη Λεττονία), δεν σεβαστήκαμε τη μουσική μας παράδοση. Το κανάλι τής Βουλής δείχνει όλη τη μέρα όπερες και συναυλίες κλασικής μουσικής για να δείξει ότι είμαστε πια μια εντελώς εξευρωπαϊσμένη χώρα. Απαρνηθήκαμε τις ντοπιολαλιές μας για χάρη τής αρχαΐζουσας και τής ενοποιημένης επίσημης νεοκαθαρεύουσας και εξίσου τεχνητής λεγόμενης "δημοτικής". Αφήσαμε την αρχιτεκτονική μας για να μιμηθούμε τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό και καταλήξαμε να έχουμε πόλεις που κάνουν ακόμη και τη βομβαρδισμένη Βαγδάτη να φαντάζει πιο όμορφη.

Δώσαμε το λαϊκό Βυζάντιο στους Τούρκους και στους Ρωμαίους. Είναι δυνατόν η κουζίνα τής Πόλης να είναι "τουρκική"; Είχαν οι νομάδες κουζίνα; Σίγουρα οι Τούρκοι ασχολήθηκαν δημιουργικά με αυτήν, αλλά από ποιους την έμαθαν; Είναι δυνατόν να λέμε ότι η ταυτότητα τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν λατινική, όταν ακόμη κι επί Ρώμης, η lingua franca σε όλη την Ανατολή ήταν τα ελληνικά;

Κρατήσαμε μόνο το θρησκευτικό Βυζάντιο, άν και κόψαμε τον ζωοδότη ομφάλιο λώρο με το Πατριαρχείο και την Πόλη. Είναι δυνατόν η Αγία Σοφία να θεωρείται "ρωμαϊκό" και "χριστιανικό" μνημείο χωρίς να υπογραμμίζεται η κυτταρική της σχέση με τον Ελληνισμό; Ποιος άλλος ορθόδοξος, ή γενικά χριστιανικός, λαός πένθησε που χάθηκε η Αγιά Σοφιά, "το Μέγα Μοναστήρι"; Σε μια διαδικτυακή ψηφοφρία για τα "7 νέα θαύματα τού κόσμου" ήταν υποψήφιες η Ακρόπολη και η Αγία Σοφία. Ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και ακόμη ακόμη και σχολεία προέτρεπαν τον κόσμο (τα σχολεία,με το γνωστό πνεύμα ανελευθερίας που τα χαρακτηρίζει, φαντάζομαι ότι υποχρέωναν τους μαθητές τους) να ψηφίσει την Ακρόπολη. Μόνο! Σαν να έχουμε ως Έλληνες την ίδια σχέση με την Αγία Σοφία, που έχουμε και με τις αρχαίες πόλεις των Μάγια, ή το Σινικό Τείχος.

Μια μικρή, αλλά πολύ ορατή, μειονότητα αρχαιολατρών έχει βαλθεί να αποδείξει τώρα, ότι ο Χριστιανισμός είναι ασύμβατος με τον Ελληνισμό. Τις ιδέες της ασπάζονται αρκετοί οπαδοί τού νεοελληνικού εθνικισμού (τύπου Ρεπούση, ας πούμε) που έχουν εξιδανικεύσει την αρχαία Ελλάδα και δαιμονοποιήσει τη μεσαιωνική (βυζαντινή και χριστιανική), ξεχνώντας ότι παρά τα εντυπωσιακά πολιτισμικά επιτεύγματα, πάρα πολλές όψεις τής ζωής στην αρχαία Ελλάδα ήταν απάνθρωπες και βδελυρές για έναν πολιτισμένο άνθρωπο τού 21ου αιώνα, και συχνά πολύ χειρότερες από τις συνθήκες που επικρατούσαν σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς. Δεν θα επεκταθώ για να μην χάσει το ιμέιλ μου τον χαρακτήρα του, αλλά αν θέλεις, μπορώ να διευκρινίσω τι εννοώ.

Η τελική φάση είναι τώρα, όπου σε έναν κουτσουρεμένο και καθημαγμένο Ελληνισμό, μας επιβάλλεται από τον αλληλοδιαπλεκόμενο κόσμο των αδιάφορων πολιτικών και άπληστων επιχειρηματιών που απαρτίζουν την αθηναϊκή ελίτ που μας κυβερνά, η ρήξη κάθε σχέσης τού Ελληνισμού με το ελληνιστικό του παρελθόν, όπως αυτό εκφράζεται από την παράδοση και την ιστορία τού Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μην ξεχνάς ότι αναγνωρίζοντας τα Σκόπια όπως αυτά θέλουν, στην ουσία αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε τη δική τους λαθεμένη και ψυχωτική (με την έννοια τής διαταραγμένης ως προς την πραγματικότητα) άποψη περί ιστορίας. Ξέρεις ότι οι Σκοπιανοί θεωρούν δική τους μέχρι και την Κλεοπάτρα, την Πτολεμαία βασίλισσα τής Αιγύπτου; Ψύχωση!

Θέλουμε μια Ελλάδα-πατρίδα; Μια χώρα που θα τη νιώθουμε σαν την οικογένειά μας; Μια Ελλάδα με ταυτότητα;
Ή αρκούμαστε σε μια Ελλάδα-εταιρεία/"παροχέα υπηρεσιών" χωρίς ιδιαιτερότητες;

Για όλους αυτούς τους λόγους επιβάλλεται να ΜΗΝ αναγνωρίσει ΠΟΤΕ' η Ελλάδα τα Σκόπια με την ονομασία "Μακεδονία". Πριν από δέκα χρόνια θεωρούσα ότι μια συμβιβαστική λύση τού τύπου "Σλαβομακεδονία" ήταν ικανοποιητική. Με δεδομένη την επιθετική και αδιάλλακτη στάση των Σκοπίων, η Ελλάδα, εφόσον ενδιαφέρεται να σώσει την ιστορική της ταυτότητα, δεν μπορεί παρά να σκληρύνει τη στάση της στο μέγιστο.

Πρέπει να αναδείξουμε διεθνώς το πόσο εύφλεκτη είναι η εθνοτική πραγματικότητα στα Σκόπια. Ένας στους τρεις πολίτες τού κράτους αυτού ΔΕΝ αυτοπορσδιορίζεται ως "εθνικά Μακεδόνας", η δε αλβανική μειονότητα πλησιάζει το 30% και σε ορίζοντα δεκαετίας θα έχει σίγουρα ρίξει την κυρίαρχη σλαβική εθνότητα κάτω από το 50%. Πρέπει η ΠΓΔΜ να ομοσπονδιοποιηθεί και να αποκτήσει εθνικά ουδέτερο όνομα, όπως π.χ. το "Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία", και στο εσωτερικό της, κάθε ομόσπονδη εθνότητα ας αυτοαποκαλείται όπως θέλει. Αλλιώς, πέρα από τον εθνικό εξευτελισμό που σου περιέγραψα παραπάνω, βάζουμε κι άλλο μπελά στο κεφάλι μας, αφού βοηθούμε να δημιουργηθεί ένα "Κόσοβο 2" στα βόρεια σύνορά μας.

Φιλικά,

S.K.

Σήφης Φιτσανάκης είπε...

Φίλε Σ.Κ.

Εξακολουθώ να διαβάζω τα σημειώματά σου με πραγματικό ενδιαφέρον, παρότι διαφωνώ τον τρόπο που εκλογικεύεις τα επιχειρήματά σου.

Όταν γράφω πως «Η ιστορία των εθνών δείχνει πως εθνικά θέματα κερδίζονται ή χάνονται όταν λαοί βρίσκουν την πίστη και τη δύναμη να αψηφήσουν ονόματα και σύμβολα προς όφελος ουσιαστικών εθνικών και λαϊκών αξιώσεων», εννοώ φυσικά πως οι ουσιαστικές εθνικές και λαϊκές αξιώσεις (δηλαδή αυτές που πραγματικά μετράνε) είναι ανεξάρτητες από τις συμβολικές αξιώσεις που αντανακλούνται σε εφήμερα ονόματα κρατών, ή σε επίπλαστα εθνικά σύμβολα. Το γειτονικό μας κράτος που αυτοαποκαλείται «Δημοκρατία της Μακεδονίας» θα μπορούσε να ονομάζεται «Δημοκρατία της Κοκκινοσκουφίτσας» και, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να αποτελεί χίλιες φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για την Ελλάδα απ’ ό,τι η σημερινή «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Από την άλλη, με τους κατάλληλους χειρισμούς, το κράτος αυτό θα μπορούσε να ονομάζεται «Δημοκρατία της Αληθινής και Μοναδικής στον Κόσμο Γνήσιας Μακεδονίας του Σλαβομακεδόνα και μή-Έλληνα Μέγα Αλεξάνδρου», και παρ’ όλ’ αυτά να αποδειχτεί ο σημαντικότερος σύμμαχος των ελληνικών συμφερόντων στα Βαλκάνια και παραπέρα.

Αυτό που με ενδιαφέρει εμένα είναι ουσιαστικές εθνικές διεκδικήσεις. Παρατηρώ ότι η απειλή στην υπόστασή μου ως Έλληνα και, κυρίως, ως ελεύθερου ανθρώπου, προέρχεται κυρίως από την διάλυση της χώρας μου από αλλεπάλληλες καταστροφικές γηγενείς κυβερνήσεις, από τη λαίλαπα των βάρβαρων ιδιωτικοποιήσεων, από το παλαιολιθικό σαράκι των γραφειοκρατών του Υπουργείου Αμύνης, από την παιδεία που ανακυκλώνει την ιδεολογική αθλιότητα, από την θεσμοθετημένη καταστροφή του περιβάλλοντος, από τους εγωμανείς προύχοντες πολιτικούς, από τα σιχαμερά Μέσα Μαζικής Ευήθειας, κλπ, κλπ. Αυτές είναι για ’μένα οι ουσιαστικές αξιώσεις που μετράνε. Για την ώρα, η άμορφη εκείνη μάζα πειναλέων Σλάβων που θέλουν σώνει και καλά να τους αποκαλούμε όλοι Μακεδόνες, βρίσκεται πολύ, μα πάρα πολύ, χαμηλά στον κατάλογο προτεραιοτήτων μου. Ακόμα πιο χαμηλά βρίσκεται η ιστορία της ελληνικής κουζίνας, ο εθνοτικός χαρακτήρας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Αγιά Σοφιά, η Αλεξάνδρεια, και όλες οι άλλες χαμένες κορόνες της Magna Grecia που απαριθμείς στο σημείωμά σου.

Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι η ποιότητα του ελληνισμού, όχι η ποσότητα, ούτε η «αγνότητά» της ιστορίας του. Μ’ ενδιαφέρει να είμαι υπήκοος ενός έθνους ελεύθερου, ουσιαστικά, όχι επιφανειακά. Ενός έθνους που να ξέρει τι είναι και τι θέλει μέσα από την ιστορία. Ενός κράτους που δε θα μετριέται σύμφωνα με το πόσα εδάφη κατέκτησε, ή πόσες χιλιάδες χρόνια επιβίωσε, αλλά ανάλογα με τη συμβολή του στην ανθρωπότητα. Και η συμβολή αυτή δεν απειλείται ούτε από «σλαβομακεδόνες», ούτε από τον Αττίλα. Απειλείται από την ίδια τη αλυσοδεμένη μιζέρια που εμείς οι ίδιοι αναπαράγουμε μέσα από τους μισοκατεστραμμένους θεσμούς μας.

Σήφης Φιτσανάκης είπε...

Υ.Γ. Και θέλω ακόμα να επισημάνω πως δεν έχω καμία διαφωνία με τη χρήση ιστορικών παραδειγμάτων που κάνεις παραπάνω. Αντίθετα, σε συγχαίρω για το βάθος των ιστορικών σου γνώσεων, καθώς και για τη σημασία που δίνεις στις ιστορικές λεπτομέρειες. Διαφωνώ όμως με τον τρόπο που τις χρησιμοποιείς, σαν να εγκλωβίζεσαι μέσα τους, αντί να σκαρφαλώνεις ψηλότερα.

s.k. είπε...

Αγαπητέ Σήφη.
Συμφωνώ απολύτως μαζί σου όταν λες ότι θέλεις να είσαι μέλος "ενός έθνους που να ξέρει τι είναι και τι
θέλει μέσα από την ιστορία".
Γι' αυτό παλεύω και γι'αυτό αγωνιώ κι εγώ. Για ένα έθνος με χαρακτήρα και ταυτότητα.

Δεν είμαι εθνικιστής. Δεν θεωρώ τους Έλληνες ούτε καλύτερους, ούτε χειρότερους από τους άλλους λαούς τής Γης.

Αλλά όπως κάθε άλλος λαός τής Γης, είμαστε κι εμείς διαφορετικοί σε κάποια χαρακτηριστικά μας. Αλλού
μοιάζουμε, αφού είμαστε όλοι άνθρωποι, κι αλλού είμαστε διαφορετικοί.

Δεν θέλω να είμαι υπήκοος- υπάλληλος ενός κράτους-εταιρείας που δεν θα διαφέρει σε τίποτα από τα άλλα κράτη-εταιρείες τής Γης. Μάχομαι για να κρατήσουμε στην Ελλάδα την ιδιαιτερότητά μας, αυτό
που μας κάνει να είμαστε εμείς, το πολιτισμικό μας υπόβαθρο. Χωρίς αυτό, τι μας ξεχωρίζει από τον
παγκοσμιοποιημένο μαζάνθρωπο;

Η ιστορική μου αναδρομή έχει να κάνει με την αγωνία μου να διατηρηθεί στην Ελλάδα η ιστορική μας συνείδηση. Παρακαλώ πολύ, να μην ερμηνευθεί η ιστορική μου αναδρομή ως πατριδοκάπηλος λαϊκισμός, τού στιλ "να μπούμε στην Τουρκία να πάρουμε την Πόλη". Αλλά πρέπει να ξέρουμε όλοι μας, και οι επερχόμενες γενιές, γιατί
η Κωνσταντινούπολη είναι πιο σημαντική για τον Ελληνισμό από ο,τι π.χ. η Μελβούρνη, που έχει 100
φορές περισσότερους Έλληνες.

Χωρίς τον αυτοσεβασμό και την αυτοπεποίθηση που δίνει η αυτογνωσία και η γνώση τής ιστορικής και πολιτισμικής μας ιδιαιτερότητας (το ξανατονίζω, ιδιαιτερότητας, όχι ανωτερότητας), δεν θα έχουμε ούτε τα ερείσματα, ούτε τη δύναμη να απαιτήσουμε από την ελλαδική πολιτεία να ηγείται
"ενός έθνους ελεύθερου, ουσιαστικά, όχι επιφανειακά". Αυτό
που θέλεις κι εσύ.

Ανώνυμος είπε...

δηλαδή ;

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητέ Σήφη,
Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Τα μεγάλα ζητήματα αυτά που πραγματικά αποφέρουν ένα ουσιαστικό όφελος στις εθνικές και λαϊκες διεκδικήσεις, αυτά είναι που καίνε την Ελλάδα. (εκτός απο τα δάση) Κατα την γνώμη μου ένα τέτοιο μεγάλο ζήτημα είναι η παιδεία που παρέχεται στα παιδιά μας. Αρκεί να σκεφθεί κανείς αυτά που είδαν τα μάτια μας το 2005 και 2006 σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Απο πού αυτή η χώρα μπορεί να ελπίζει άν όχι απο νεώτερες γενιές; και με τί εφόδια οπλίζονται αυτες οι γενιές ;
Ο γνωστός στίχος του Γιώργου Σεφέρη έχει διαχρονική αξία στην χώρα μας. Οπου και να στραφείς ή όπου και να αγγίξεις η Ελλάδα σε πληγώνει. Σωστά λοιπόν λές ότι το Σκοπιανό δέν είναι δα και το πρόβλημα που θα μας γεμίσει Εθνική κατάθλιψη ! Για άλλα πονάει η ψυχή μας για άλλα έχουμε χάσει τον ύπνο μας. Σ ευχαριστώ για τα σπουδαία άρθρα σου που τα παρακολουθώ ανελειπώς απο το ΑΝΤΙ.

Σήφης Φιτσανάκης είπε...

Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια αλλά και για τη συμβολή σου στην κουβέντα. Σημειώνω αυτό που έγραψες, πως δηλαδή «το Σκοπιανό δεν είναι δα και το πρόβλημα που θα μας γεμίσει Εθνική κατάθλιψη», τονίζω δε το «Εθνική». Διότι προσωπικά το Σκοπιανό με γεμίζει κατάθλιψη, ως πολιτικός χειρισμός και ως κοινωνικό θέμα –όχι όμως ως εθνικό θέμα. Και το γράφω αυτό με όλο το σεβασμό στις απόψεις φίλων όπως τον Σ.Κ. πιο πάνω, του οποίου τον πόνο καταλαβαίνω. Παρ’ όλ’ αυτά επιμένω πως το θέμα της συνταγματικής ονομασίας των Σκοπίων θα πρέπει να αποσυνδεθεί από την πολιτική διάσταση της σχέσης τους με την Αθήνα. Το εάν τα Σκόπια αποτελούν πολιτικο-στρατιωτικό εχθρό ή σύμμαχο της Ελλάδας δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το πως το κράτος αυτό ονομάζεται.

Επιμένω επίσης πως οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι ασφάλειας για την Ελλάδα προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από το εσωτερικό της χώρας. Τι να την κάνω εγώ την ελληνική αποκλειστικότητα της Μακεδονίας όταν σε λίγο καιρό δε θα υπάρχει πια τίποτα εκεί παρά καμένη γη και τσιμεντουπόλεις; Τι να την κάνω την ελληνικότητα της Μακεδονίας όταν η οικονομική της ζωή βρίσκεται προ του τέλους σε μια χώρα που εξακολουθεί να βυθίζεται στη μαύρη τρύπα του Αθηνοκεντρισμού; Και, όπως γράφεις κι εσύ, τι να την κάνω εγώ την ελληνικότητα της Μακεδονίας όταν η ίδια η παιδεία –η μοναδική ουσιαστική κατοχύρωση της ελληνικότητας οποιασδήποτε περιοχής– βρίσκεται ήδη έξι μέτρα κάτω από τη γη; Τι μέλλον έχει ένα έθνος, όσο πατριωτικός κι αν είναι ο πληθυσμός του, όταν η μόρφωσή του παραπαίει ιδεολογικά και θεσμικά, όταν ξοδεύει για την παιδεία του χαμηλότερο ποσό του ΑΕΠ απ’ όσο η Βοσνία, η Βουλγαρία, η Λετονία ή η Σλοβακία;

Σε τελική ανάλυση, το εάν η Μακεδονία είναι ελληνική ή σλαβική είναι ένα ερώτημα που καλούμαστε όλοι να απαντήσουμε –όχι με λεκτικές κορώνες και αφορισμούς, αλλά με δουλειά και αγώνα. Διότι το έθνος εκείνο που θα επιβιώσει στο μέλλον, το έθνος εκείνο που θα κατορθώσει να μην σαπίσει και να μην καταρρεύσει εκ των έσω, θα είναι εκείνο που θα αποκτήσει το δικαίωμα να αποκαλεί τη Μακεδονία δική του.

s.k. είπε...

Με καθυστέρηση προσθέτω ακόμη ένα σχόλιο σχετικά με το Σκοπιανό.

Αυτά που υποστηρίζω για το θέμα αυτό ΣΑΦΩΣ και δεν πρέπει να ιδωθούν αποκομμένα από όλα τα υπόλοιπα θέματα που απασχολούν την Ελλάδα. Δεν υπάρχουν μεμονωμένα θέματα, όλα είναι αλληλένδετα.

Τα εθνικά θέματα είναι πολιτικά θέματα που είναι οικονομικά θέματα που είναι κοινωνικά θέματα.

Αν η Ελλάδα χάσει το όνομα τής Μακεδονίας, κανένα κέντρο εξουσίας στον κόσμο δεν πρόκειται να διστάσει προκειμένου να υποστηρίξει τους αντιπάλους τής Ελλάδας σε πιο κρίσιμα ζητήματα, όπως π.χ. η οριοθέτηση τής υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και τα πετρέλαιά της, ένα ζήτημα που είναι ΚΑΙ εθνικό ΚΑΙ οικονομικοπολιτικό.

Με αυτή τη λογική είναι επιτακτική η ανάγκη να μην παρατήσουμε το θέμα τής ονομασίας των Σκοπίων.

Ο ανώνυμος φίλος μιλάει για την παιδεία και καταθέτει πώς πονάει η ψυχή του από την κατάστασή της.

Μα, όταν τα νέα σχολικά βιβλία που συγγράφονται σε πλήρη εναρμόνιση με κατευθυντήριες γραμμές από μη ελληνικά κέντρα όπως το CDRSEE ή χρηματοδοτούνται από τον Σόρος, τι περιμένει ο ανώνυμος φίλος;

Ίσως να δυσανασχετεί με τον θόρυβο που προκάλεσαν πολλοί για τα βιβλία ιστορίας που μιλούν για τον "συνωστισμό στη Σμύρνη" ή που δείχνουν χάρτη με χώρα ονόματι "Μακεδονία" στη ναζιστική Ευρώπη, αλλά θα έπρεπε να ξέρει ότι παρόμοια ατοπήματα υπάρχουν και σε πολλά άλλα από τα 200 (αν δεν κάνω λάθος) βιβλία που συγγράφηκαν με τις γνωστές διαδικασίες.

Για παράδειγμα, ο βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ τής Θεσσαλονίκης κ. Κουράκης κατήγγειλα ότι στο βιβλίο βιολογίας τής γ' γυμνασίου επαινούνται τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα ως ανώτερα βιολογικώς και ποιοτικώς από τα φυσικά.

Όλα είναι αλληλένδετα, κάθε θέμα είναι ένα πούλι ντόμινο που αν πέσει θα παρασύρει κι όλα τα άλλα στο πέσιμό του.