27/7/07

Οι ΗΠΑ Εξοπλίζουν το Κουρδικό PKK;

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 900-901, 27 Ιουλίου 2007, στις σελίδες 22-23.

ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ εμμονές του νεοελληνικού λαϊκισμού είναι ο μύθος πως η Τουρκία χαίρει της πάγιας υποστήριξης των ΗΠΑ. Και καθώς η Ελλάδα είναι μια χώρα που παραδοσιακά αρέσκεται στη μυθολογία, τείνει να παραβλέπει τα γεγονότα εκείνα που ανατρέπουν την βολική αυτή φαντασίωση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της παράβλεψης αποτελεί η πρόσφατη διπλωματική σύρραξη Άγκυρας και Ουάσιγκτον με αφορμή τον εξοπλισμό της Κουρδικής παραστρατιωτικής οργάνωσης PKK (Κόμμα Κούρδων Εργατών). Συγκεκριμένα, από το 2004, όταν το PKK κήρυξε την επανέναρξη του ένοπλου αγώνα ενάντια στο τουρκικό κράτος, δυνάμεις του τουρκικού στρατού έχουν εντοπίσει σημαντικές ποσότητες αμερικανικού οπλισμού σε χέρια Κούρδων ανταρτών [04]. Ώσπου τον περασμένο μήνα τέσσερις Ιρακινοί Κούρδοι, μέλη του PKK, που αιχμαλωτίστηκαν από τις τουρκικές δυνάμεις, δήλωσαν πως υπήρξαν μάρτυρες παράδοσης οπλισμού στο PKK από τεθωρακισμένα οχήματα του Αμερικανικού στρατού σε στρατόπεδο στο βόρειο Ιράκ [01].

Λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα η Άγκυρα προέβη σε επίσημο διάβημα διαμαρτυρίας προς τις ΗΠΑ. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Αμπντουλάχ Γκιουλ ανακοίνωσε σε συνέντευξη τύπου πως «εάν τα όσα υποστηρίζουν [οι αιχμάλωτοι αντάρτες του PKK] επαληθευτούν, οι σχέσεις μας [με τις ΗΠΑ] θα πληγούν ολοκληρωτικά. Ερευνούμε τα στοιχεία. [Οι Αμερικανοί] έχουν αναγνωρίσει [το PKK] ως τρομοκρατική οργάνωση, έχουν συλλάβει τον αρχηγό των τρομοκρατών [σ.σ. Αμπντουλάχ Οτσαλάν] και τον έχουν παραδώσει σ’ εμάς. Δεν θα ήταν καθόλου σοφό να προμηθεύουν τρομοκράτες με όπλα»[03]. Στις 17 Ιουλίου, κατόπιν εσπευσμένης συνάντησής του με τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ταγίπ Ερντογάν, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Ρος Ουίλσον, δήλωσε στους δημοσιογράφους «τί λόγο έχουμε να προμηθεύουμε με όπλα μια οργάνωση που εμείς [οι ίδιοι] έχουμε χαρακτηρίσει ως τρομοκρατική;»[01].

ΑΛΛΑΓΗ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΩΝ

Στην πραγματικότητα τόσο ο πρέσβης Ουίλσον όσο και οι Τούρκοι αξιωματούχοι γνωρίζουν καλά πως η Ουάσιγκτον έχει αρκετούς λόγους να παραβλέπει την δράση των Κούρδων στο βόρειο Ιράκ. Την τελευταία τετραετία η κατάληψη του Ιράκ από τους Αμερικανούς έχει επιφέρει δραματικές ανακατατάξεις στην εξαιρετικά εύθραυστη περιοχή του ευρύτερου Κουρδιστάν. Η αναχαίτιση της πάλαι ποτέ συγκεντρωτικής εξουσίας της Βαγδάτης έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια σχεδόν άνευ προηγουμένου κουρδική παλινόρθωση με γεωγραφικό επίκεντρο το Ιρακινό Κουρδιστάν. Οι Κούρδοι του Ιράκ, παραδοσιακά διχασμένοι, είναι σήμερα στη χώρα τους μάρτυρες ενός πρωτόγνωρου κλίματος πολιτικής και εθνικής ενότητας. Δεν κρύβουν δε ούτε στιγμή τις προθέσεις τους να μετατρέψουν την χείρα βοηθείας των Αμερικανών σε αφετηρία ενός αγώνα ανεξαρτησίας και κουρδικής γεωγραφικής επανένωσης των εδαφών του ιστορικού Κουρδιστάν στο Ιράκ, τη Συρία, το Ιράν, και –φυσικά– την Τουρκία.

Από τη μεριά τους οι Αμερικανοί βλέπουν θετικά μια τέτοια εξέλιξη, διότι (α) η φιλική προς τις ΗΠΑ στάση των Κούρδων (που δεν είναι Άραβες) βοηθάει στην καταπολέμηση της Ιρακινής αραβικής αντίστασης, (β) ο απελευθερωτικός ξεσηκωμός της κουρδικής διασποράς έχει τη δυνατότητα να αποσταθεροποιήσει την εσωτερική τάξη κρατών εχθρικά διακείμενων προς τις ΗΠΑ, όπως είναι η Συρία και το Ιράν, και (γ) η δημιουργία ενός ανεξάρτητου Κουρδικού έθνους στη μέση Ανατολή ενδεχομένως να αυξήσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή, που για την ώρα στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο Ισραήλ.

Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΜΠΛΟΚΗ

Για λόγους που για την ώρα παραμένουν άγνωστοι, η Τουρκία καθυστέρησε να αντιληφθεί την ταχύτητα με την οποία μεταβλήθηκαν οι κανόνες του παιχνιδιού στα ανατολικά της σύνορα. Έχοντας «καλομάθει» από την εποχή της απαγωγής του Οτσαλάν, όταν Αμερικανοί και Τούρκοι πράκτορες δρούσαν μαζί αποβλέποντας σε κοινούς αντιτρομοκρατικούς στόχους, η Άγκυρα έστειλε το καλοκαίρι του 2003 δεκάδες Τούρκους κομάντος στο βόρειο Ιράκ για να εξολοθρεύσουν ηγετικά στελέχη του PKK. Υπολόγιζαν όμως χωρίς τους «ξενοδόχους» Αμερικανούς. Στις 4 Ιουλίου του 2003, πάνω από 100 στρατιώτες της 173ης Ταξιαρχίας Πεζοναυτών του Αμερικανικού Στρατού εισέβαλαν σε γιάφκα Τούρκων κομάντος στην πόλη Σουλεϊμανία του Ιρακινού Κουρδιστάν. Εκεί συνέλαβαν έντεκα Τούρκους κομάντος συμπεριλαμβανομένων δύο συνταγματαρχών και ενός ταγματάρχη. Τους έδεσαν με χειροπέδες, τους πέρασαν κουκούλες στα κεφάλια και τους φυλάκισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου τους ανέκριναν για 60 ώρες [05]. Τους άφησαν δε ελεύθερους μόνο αφού η Άγκυρα απέσυρε δυο Τούρκους στρατιωτικούς ακόλουθους από το στρατιωτικό επιτελείο των ΗΠΑ στο Μαϊάμι της Φλόριντα και αφού εν τέλει απείλησε πως θα ανακαλέσει τον πρέσβη της από την Ουάσιγκτον.

Στους μήνες που ακολούθησαν, η εξοργισμένη Τουρκική κυβέρνηση αρνήθηκε να παραχωρήσει στους Αμερικανούς χρήση του εναέριου χώρου της για πτήσεις προς ή από το Ιράκ [06]. Όμως αντί να υποχωρήσει, η Ουάσιγκτον ενέτεινε τις ενέργειές της για να αποχωρήσουν όλοι οι Τούρκοι στρατιώτες από το βόρειο Ιράκ, όπου δυνάμεις του Τουρκικού στρατού είχαν συνηθίσει να περιπλανώνται ελεύθερα από το 1991. Σήμερα δε, μετά από τέσσερα χρόνια ουσιαστικής αυτονομίας, οι κουρδικές περιοχές του βόρειου Ιράκ φιλοξενούν χιλιάδες μαχητές του PKK, που οργανώνονται, εκπαιδεύονται και οπλίζονται με τη σιωπηλή υποστήριξη των Αμερικανών αλλά και την ενεργή συμβολή Ισραηλινών στρατιωτικών εκπαιδευτών, όπως ανέφερε το BBC τον Σεπτέμβρη του 2006 [08]. Και όλα αυτά ενώ η Τουρκία είναι ανήμπορη μέχρι στιγμής να αντιδράσει.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Έως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η τουρκική κυβέρνηση έχει απορρίψει τις δηλώσεις των ΗΠΑ περί άγνοιας για το πως βρίσκεται αμερικανικός οπλισμός στα χέρια ανταρτών του PKK. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Ερντογάν είπε σε διάγγελμά του στο κανάλι NTV της τουρκικής τηλεόρασης πως «[άσχετα] από το εάν οι ΗΠΑ προμηθεύουν [απευθείας] τα όπλα [στο PKK] ή εάν [οι τελευταίοι] τα προμηθεύονται από κάπου αλλού, το θέμα που παραμένει είναι πως μέχρι στιγμής ένας σοβαρός αριθμός κατασχεμένων όπλων είναι αμερικανικής προέλευσης»[04].

Φημολογείται ότι αρκετοί Τούρκοι στρατιωτικοί, μέλη του συμβουλίου ασφαλείας, υποστηρίζουν πως είναι καιρός η Τουρκία να εισβάλει στρατιωτικά στο βόρειο Ιράκ και να τελειώνει με την υπόθεση αυτή, όπως έκανε και στο θέμα της Κύπρου. Ταυτόχρονα, η επιλογή της στρατιωτικής εισβολής έχει πολλούς οπαδούς στις τάξεις των ψηφοφόρων όλων των κομμάτων. Οι τελευταίοι θεωρούν τη λύση της εισβολής ως αποτελεσματικό αντιπερισπασμό ενάντια στους Κούρδους αλλά και στους Αμερικανούς, που έχουν ενοχλήσει με τη στάση τους την τουρκική κοινή γνώμη. Η ενόχληση αυτή επιβεβαιώνεται και από πρόσφατη πολυεθνική έρευνα του Pew Research Center, η οποία ανέδειξε την Τουρκία ως την πιο αντιαμερικανική χώρα στον κόσμο, με λιγότερους από έναν στους δέκα Τούρκους να είναι θετικά διακείμενοι προς τις ΗΠΑ [07].

ΟΙ ΗΠΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ

Αναμφίβολα, η περίπτωση της διαμάχης Τουρκίας-Κουρδιστάν αποτελεί κλασικό παράδειγμα αμερικανικής ανάμειξης, με την υπερδύναμη να οπλίζει ουσιαστικά και τις δύο πλευρές: και την κουρδική, της οποίας το μετα-Σανταμικό οπλοστάσιο είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτημένο από τις προμήθειες του Πενταγώνου, αλλά και την τουρκική, η οποία συνεχίζει να προμηθεύεται πάνω από το 80 τοις εκατό των οπλικών της αναγκών από τους Αμερικανούς [02]. Η αμυντική εξάρτηση και των δύο από τις ΗΠΑ σημαίνει φυσικά και την άμεση πολιτική τους εξάρτηση. Σε τελική ανάλυση, οι Αμερικανοί είναι εκείνοι που θα αποφασίσουν, όταν έρθει η ώρα, ποια από τις δύο εξίσου εξαρτημένες πλευρές θα ευνοήσουν. Έως τότε, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις θα συνεχίζουν να περνούν τη βαθύτερη κρίση τους εδώ και δεκαετίες.

Παράλληλα, τα παραπάνω γεγονότα εμπεριέχουν καίρια διδάγματα για τον ελληνικό λαό, που δυστυχώς θα παραμείνουν αναξιοποίητα όσο τα ελληνικά ΜΜΕ παραλείπουν να ασχοληθούν έστω συνοπτικά με τη νέα αυτή ρήξη στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Είναι προφανές πως τα συγκεκριμένα γεγονότα ανατρέπουν την απλοϊκή φαντασίωση που θέλει τις ΗΠΑ μόνιμο και αμετακίνητο υπέρμαχο των τουρκικών εθνικών συμφερόντων. Οι ΗΠΑ ήταν και παραμένουν υπέρμαχοι αλλοεθνών εθνικών συμφερόντων όταν –και μόνο όταν– αυτά συμβαδίζουν με συγκεκριμένες αμερικανικές πολιτικές βλέψεις όπως εκείνες διαμορφώνονται άμεσα ή μακροπρόθεσμα. Ο μοναδικός σταθερός άξονας που χαρακτηρίζει τις διεθνείς σχέσεις των αμερικανών είναι η προστασία και η προώθηση των εθνικών τους συμφερόντων, κάτι που οι ίδιοι ποτέ τους δεν απέκρυψαν.

Συμπερασματικά, η παραφιλολογία περί υποτιθέμενου ακλόνητου φιλοτουρκισμού των ΗΠΑ αναιρείται από την πραγματικότητα των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Εξυπηρετεί εν τέλει έναν απλοϊκό λαϊκισμό εγχώριας κατανάλωσης, που συμβάλλει στην απόκρυψη της συστηματικής ανεπάρκειας και των λαθεμένων επιλογών της σύγχρονης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Συνεπώς όσο πιο γρήγορα παραμεριστεί αυτός ο επιζήμιος για τη χώρα μας μύθος τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από τα αδιέξοδα του παρελθόντος και να οδεύσουμε προς μια απεγκλωβισμένη και γόνιμη πολιτική στα εθνικά μας θέματα.

Παραπομπές

[01] Ανών. (2007) «Wilson Says Ankara Claims Are Being Investigated», δικτυακή εφημερίδα Turkish Daily News, 16 Ιουλίου.
[02] Özerkan, F. (2007) «Turkish-US Military Ties Leave not Much Room for Emotions», δικτυακή εφημερίδα Turkish Daily News, 16 Ιουλίου.
[03] Ανών. (2007) «Weapons Given to Iraq are in the Hands of PKK, Gül Says», δικτυακή εφημερίδα Turkish Daily News, 17 Ιουλίου.
[04] Ανών. (2007) «Arms Tension Increasing Between Two NATO Allies», δικτυακή εφημερίδα Turkish Daily News, 18 Ιουλίου.
[05] Donovan, J. (2003) «US-Turkey Ties Hit New Low After Raid On Turkish Forces», ειδησεογραφικό δελτάριο του RL/RFE, 7 Ιουλίου.
[06] Ανών. (2003) «Turkish Fury at US Iraq Arrests», πρακτορείο ειδήσεων του BBC, 5 Ιουλίου.
[07] Ανών. (2007) «PEW Survey Finds Turkey, Most Anti-American Country», τουρκική εφημερίδα Aksam, 29 Ιουνίου.
[08] Abdelhadi, M. (2006) «Israelis Train Kurdish Forces», πρακτορείο ειδήσεων του BBC, 20 Σεπτεμβρίου.