23/12/07

Σοσιαλδημοκρατία: Η Ανατομία μιας Κρίσης

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 910 του περιοδικού Αντί, που κυκλοφόρησε στις 21 Δεκεμβρίου του 2007, στις σελίδες 26-28.

ΤΙΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΙΣ πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές στο ΠΑΣΟΚ, σύσσωμος ο ημερήσιος τύπος είχε βαλθεί να χαρτογραφήσει λεπτομερώς την περιβόητη «κρίση της σοσιαλδημοκρατίας». Κρίνοντας όμως από την ταχύτητα με την οποία εξαφανίστηκαν όλες εκείνες οι μακρόσυρτες αναλύσεις μετά την 11η Νοεμβρίου, θα έλεγε κανείς πως η «βαθιά κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας» ξεπεράστηκε με την επανεκλογή του Γιώργου Παπανδρέου στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ!

Όπως συμβαίνει συχνά στην δίσεκτη εποχή της υπερ-πληροφόρησης, η βαθύτερη ουσία του θέματος εξατμίστηκε μαζί με την αστραπιαία εναλλασσόμενη «επικαιρότητα», μαζί με τις ανακυκλούμενες στήλες του μικρόκοσμου των blogs –ενός ηλεκτρονικού σύμπαντος όπου όλοι γράφουν αλλά κανείς πια δε διαβάζει.

Σε αντίθεση με τις εφήμερες ορέξεις των ΜΜΕ, είναι προφανές πως το κατάλληλο χρονικό σημείο για να αναλυθεί η «κρίση της σοσιαλδημοκρατίας» είναι ακριβώς τώρα που η επαναφορτισμένη (αν και δυστυχώς όχι ιδιαίτερα ανανεωμένη) ηγεσία του ΠΑΣΟΚ έχει ξεπεράσει την φθοροποιό ενδοκομματική εκλογομαχία και βρίσκεται αντιμέτωπη με το πολιτικό χάσμα που την χωρίζει από την εξουσία.

Το ζήτημα, φυσικά, είναι πολυσύνθετο, όμως μια επιφανειακή εξέταση αρκεί για να υποδείξει μια σημαντική ασάφεια που ελάχιστα έχει επισημανθεί: συγκεκριμένα την χρήση του όρου «σοσιαλδημοκρατία» αντί «σοσιαλισμός». Τα αρχικά του ΠΑΣΟΚ αντιστοιχούν στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό –και όχι Σοσιαλδημοκρατικό– Κίνημα. Το λογικό ερώτημα που «πλανάται σαν φάντασμα» πάνω από την σχετική συζήτηση είναι γιατί η τελευταία τίθεται στο πλαίσιο της «κρίσης της σοσιαλδημοκρατίας» και όχι «του σοσιαλισμού». Η διαφορά μεταξύ των δυο όρων είναι κάθε άλλο παρά σημειολογική. Περιγράφει δε εννοιολογικά την πολιτική περιπλάνηση του σοσιαλισμού στον 20ο αιώνα, ενός αιώνα που εξέθρεψε τόσο το όραμα του ΠΑΣΟΚ, όσο και το πολιτικό τέλμα στο οποίο έχει σήμερα περιπέσει.

Η ιστορική αφετηρία της πολιτικής αυτής περιπλάνησης ήταν η καθολική αμφισβήτηση οποιασδήποτε συνύπαρξης λαϊκής εξουσίας (δημοκρατίας, δηλαδή, με την κυριολεκτική έννοια του όρου) και εκτεταμένης ιδιωτικής ολιγαρχίας –του συνόλου δηλαδή των οικονομικών πρακτικών τις οποίες σήμερα ονομάζουμε κατ’ ευφημισμό «ιδιωτικό τομέα». Ο λόγος αυτής της αμφισβήτησης είναι προφανής: οι ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι θέσει δομικά και λειτουργικά αντιδημοκρατικές. Πρόκειται για οργανισμούς ιεραρχικά δομημένους, που διέπονται από τους κανόνες του οικονομικού ανταγωνισμού. Το παραδοσιακό αυτό μοντέλο, παρόλο το επιφανειακό lifting στο οποίο έχει υποβληθεί στην εποχή του «ευέλικτου μάρκετινγκ» και της «παγκοσμιοποίησης», παραμένει ουσιαστικά αναλλοίωτο.

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ

Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, η οικονομική ή πολιτική καταδίκη του ιδιωτικού επιχειρησιακού μοντέλου είναι επουσιώδης. Αντίθετα, θα ήταν παράλογο να αρνηθεί κανείς την αναπτυξιακή δυναμική του ιδιωτεύοντος καπιταλισμού, όπως αυτή εκδηλώθηκε κατά την μεταπολεμική εποχή στην Ευρώπη, την Αμερική, την Ασία και αλλού. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι ο πολιτικός χαρακτηρισμός του ιδιωτεύοντος καπιταλισμού, αλλά η ασυμβατότητά του με τη δημοκρατία. Ως πολίτευμα, η δημοκρατία στοχεύει στην αποσύνδεση της οικονομικής ισχύος του κάθε ατόμου από την αξία του ως ενεργού πολίτη. Η επιμονή στη σημασία αυτής της αποσύνδεσης γεννά τον σοσιαλισμό, ο οποίος εστιάζεται στην συστηματική πολιτική ισχυροποίηση των «μη εχόντων». Πράγματι, σε επίπεδο θεωρίας και πράξης, η πολιτική ευαισθησία απέναντι στα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα διακατέχει από κοινού την δημοκρατία και τον σοσιαλισμό, σε βαθμό που είναι πολλές φορές δύσκολο να διαχωρίσει κανείς την ιστορική τους διαδρομή.

Η ίδια ταυτολογία που συνδέει τις δυο αυτές έννοιες, τις καθιστά παράλληλα ασύμβατες με τις λειτουργικές αρχές του ιδιωτεύοντος καπιταλισμού. Η ασυμβατότητα αυτή δεν πηγάζει από κάποιο αόριστο ηθικό έλλειμμα που τυχόν διακατέχει τους ιδιώτες-καπιταλιστές. Οι τελευταίοι δεν είναι απαραίτητα αντιδημοκράτες ή μισάνθρωποι. Απλά η δομή της καπιταλιστικής διαχείρισης, μέσα στην οποία απαραίτητα λειτουργούν, αντιτίθεται στην πολιτική ευαισθησία απέναντι στα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, που αποτελεί βασική συνιστώσα της δημοκρατίας, αλλά και του σοσιαλισμού. Είναι ενδεικτικό το υποτιθέμενο παράδειγμα των στελεχών μιας ιδιωτικής επενδυτικής εταιρίας που αποφασίζουν να μεροληπτήσουν προς όφελος μιας άστεγης μητέρας με ορφανά παιδιά που ζητιανεύει στην είσοδο μιας γειτονικής πολυκατοικίας, δωρίζοντάς της, ως εταιρία, μερικές επενδυτικές μετοχές. Μια τέτοια κίνηση, αν και αδιαμφισβήτητα ανθρωπιστική, θα ήταν παράνομη, καθώς η εταιρία είναι πρωτίστως υπόχρεη στην οικονομική διασφάλιση των επενδυτών της, απέναντι στους οποίους θα μπορούσε κάλλιστα να βρεθεί νομικά υπόλογη. Με άλλα λόγια, η προστασία ευπαθών κοινωνικών ομάδων στον άκρατο καπιταλισμό, που απορρέει από την αυθαίρετη ιδιωτική πρωτοβουλία (αυτό που ονομάζουμε «φιλανθρωπία»), αν και γνήσια ως προς τις προθέσεις της, εναντιώνεται κατ’ ανάγκη στη λογική του συστήματος.

Η κρίσιμη αυτή ασυμφωνία μεταξύ δημοκρατίας και ιδιωτικής ολιγαρχίας θεωρείτο δεδομένη από όλες ανεξαιρέτως τις πολιτικές τάσεις του ευρωπαϊκού (αλλά και του αμερικανικού) σοσιαλισμού στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όταν ιστορικές μορφές του παγκόσμιου σοσιαλισμού όπως ο Καρλ Μπράντινγκ (Σουηδία), ο Κλέμεντ Άτλι (Βρετανία), ο Βίλεμ Ντρις (Ολλανδία), ή ο Γιουτζίν Ντεμπς (ΗΠΑ) προέτασσαν την οριστική αποπομπή οποιασδήποτε ιδιωτικής πρωτοβουλίας από την οργανωτική δομή της δημοκρατίας, δεν το έκαναν ούτε ως ακραιφνείς αναρχικοί ούτε ως δογματικοί Μαρξιστές-Λενινιστές. Αντίθετα, το έκαναν ως ένθερμοι δημοκράτες, εκφραστές της δεσπόζουσας τάσης του κυρίως κορμού του παγκόσμιου σοσιαλισμού, που εκείνη την εποχή σάρωνε την Ευρώπη και τον κόσμο.

ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Σε αντίθεση με τον σοσιαλισμό, η σοσιαλδημοκρατία είναι το κίνημα εκείνο που εξαπλώθηκε στην υπό Αμερικανική ηγεμονία μεταπολεμική Ευρώπη, και που είχε ως στόχο να ισορροπήσει τις αρχές της δημοκρατίας με την παράλληλη ανάπτυξη ενός εκτεταμένου , πλην οροθετημένου, καπιταλισμού. Το πείραμα αυτό ευνοήθηκε βραχυπρόθεσμα από την «απειλή» του «κομμουνιστικού μπαμπούλα», που –συχνά δικαιολογημένα– έσπρωξε μαζικά τους ψηφοφόρους των ασθενέστερων οικονομικών στρωμάτων της Δύσης στους κόλπους των σοσιαλδημοκρατών. Η χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας, που γαλούχησε παρατάξεις όπως το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Γερμανικό Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά και τα σοσιαλιστικά κόμματα της νότιας Ευρώπης, όπως το ΠΑΣΟΚ, ή το Ισπανικό Κόμμα των Σοσιαλιστών Εργατών, υπήρξε το απόγειο αυτού του φιλόδοξου πειράματος.

Συνεπώς, η περιβόητη «κρίση της σοσιαλδημοκρατίας» που τόσο προβληματίζει τους πολιτικούς αναλυτές, δεν είναι τίποτε άλλο από την όλο και πιο εμπεριστατωμένη διαπίστωση στις τάξεις των ψηφοφόρων πως το μεταπολεμικό πείραμα της σοσιαλδημοκρατίας δεν φαίνεται να επιτυγχάνει. Αντιθέτως μάλιστα, παρά τις συχνά ειλικρινείς προσπάθειες των σοσιαλδημοκρατών πολιτικών να προστατέψουν τους δημοκρατικούς θεσμούς, οι ιδιωτικοί φορείς του καπιταλισμού έχουν πλέον μάθει να ελίσσονται μέσα στο συχνά ανυπεράσπιστο δημοκρατικό σύστημα. Ως συνήθως, η δυναμική των καπιταλιστικών δομών τείνει να παρασέρνει μαζί της τους φιλολαϊκούς δημοκρατικούς θεσμούς, αντί να προσαρμόζεται σε αυτούς. Έτσι, για παράδειγμα, η «ιδιωτική πρωτοβουλία» εκμεταλλεύτηκε την δίψα των Ελλήνων για ελεύθερη ενημέρωση, συμμάχησε μαζί τους για να καταλύσει το κρατικό προπύργιο της ΕΡΤ, αλλά τους οδήγησε σταδιακά (και προβλεπόμενα) στην ανείπωτη φρίκη της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης. Συμμερίστηκε παράλληλα την λαϊκή καταδίκη της κακοδιαχείρισης του πάλαι ποτέ κρατικού τραπεζικού ολιγοπωλίου, προσφέροντας ως αντίδοτο τον συρφετό των ιδιωτικών τραπεζών που σήμερα επιβιώνουν καταστρέφοντας τις ζωές των ανυποψίαστων δανειοληπτών που έχουν την ατυχία να πέσουν στο δίχτυ τους. Το ίδιο συμβαίνει με τους οικονομικούς μετανάστες, που συχνά λειτουργούν άθελά τους ως βαρίδι ενάντια στην αύξηση των μισθών των ανειδίκευτων εργατών, αλλά και με την λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση», που στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο από την συστηματική προσπάθεια του διεθνούς κεφαλαίου να εξουδετερώσει τα θεσμοθετημένα εργατικά δικαιώματα που ισχύουν στα επιμέρους κράτη.

Η ΔΙΑΡΡΟΗ ΤΩΝ ΨΗΦΟΦΟΡΩΝ

Η παγκοσμιοποίηση είναι σημαντική και για έναν άλλο λόγο, συγκεκριμένα διότι με το να καταλύει την ισχύ του κράτους δεν εξασθενεί απλά την σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία (που είναι εκ των πραγμάτων κρατικιστική) αλλά ταυτόχρονα ενισχύει τον δεξιό φιλελευθερισμό, που τροφοδοτείται πολιτικά από την επικυριαρχία της άνομης ζούγκλας των ιδιωτικών συναλλαγών –δηλαδή της αποκαλούμενης «ελεύθερης αγοράς». Έτσι, παρατηρώντας την αδυναμία των σοσιαλδημοκρατικών παρατάξεων να αναχαιτίσουν την επέλαση του άκρατου καπιταλισμού, οι περισσότεροι Δυτικοί ψηφοφόροι προερχόμενοι από τα ασθενέστερα οικονομικοκοινωνικά στρώματα είτε ψηφίζουν τα μικρότερα κόμματα της αριστεράς είτε επιλέγουν να διαμαρτυρηθούν μέσω της ενσυνείδητης αποχής. Οι τάσεις αυτές έχουν επιβεβαιωθεί επανειλημμένα στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια, όπως επιβεβαιώθηκαν και στη χώρα μας στις εκλογές του περασμένου Σεπτέμβρη.

Οι σημαντικότεροι κερδισμένοι της τάσης φυγής των ψηφοφόρων από την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία είναι συνήθως τα κόμματα της φιλελεύθερης δεξιάς. Τα τελευταία κερδίζουν τις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις για έναν απλό, όσο και ορθό, λόγο: οι ψηφοφόροι, έχοντας καταλάβει πως τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν περιορίσει τον πολιτικό τους ρόλο σε αυτόν του άβουλου διαχειριστή της «ελεύθερης αγοράς», προτιμούν να παραδώσουν αυτόν τον ρόλο στα δεξιά κόμματα, τα οποία είναι πολιτικά εξειδικευμένα σε αυτήν ακριβώς την διαχείριση.

Η παραπάνω απλή λογική αποτελεί και το βασικό κορμό του προβλήματος που ονομάζεται «κρίση της σοσιαλδημοκρατίας». Υπάρχουν φυσικά και άλλες πτυχές, όπως η γενικότερη κρίση των πολιτικών θεσμών στις μεταβιομηχανικές χώρες, η παρακμή των παραδοσιακών μαζικών κομμάτων στην εποχή της ατομικότητας, η ύφεση των ρυθμών ανάπτυξης των οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το διευρυνόμενο οικονομικό χάσμα μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, κ.α. Όμως η κεντρική, θεμελιώδης αιτία είναι αυτή που αναλύθηκε παραπάνω, δηλαδή η ανικανότητα των σοσιαλδημοκρατικών παρατάξεων να ενστερνιστούν αυτό που οι ψηφοφόροι έχουν αντιληφθεί εδώ και αρκετό καιρό: ότι το φιλόδοξο πείραμα του παντρέματος της δημοκρατίας του Περικλή, του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, του Τζωρτζ Ουάσιγκτον, με τον ασύδοτο καπιταλισμό του Ρούπερτ Μέρντοκ, του Ρομάν Αμπράμοβιτς, και του Ντικ Τσένι, έχει αποτύχει παταγωδώς.

ΕΝΔΟΣΚΟΠΗΣΗ

Εξυπακούεται πως η παρούσα κρίση στο ΠΑΣΟΚ, που κάθε άλλο παρά ξεπεράστηκε μετά το αποτέλεσμα της 11ης Νοεμβρίου, όχι μόνο θα παραταθεί, αλλά και θα κλιμακωθεί όσο το ίδιο το κόμμα αρνείται να εξετάσει την πορεία που το μετέτρεψε από σοσιαλιστικό, σε σοσιαλδημοκρατικό, σε διαχειριστικό και από εκεί σε απλά αντιπολιτευτικό. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ θα πρέπει επίσης να εξετάσει γιατί όλα ανεξαιρέτως τα μαζικά κόμματα που επιμένουν στις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού σοσιαλισμού (στη Νότια Αφρική, στη Βενεζουέλα, στη Βολιβία, και αλλού) σήμερα απολαμβάνουν γιγαντιαίες εκλογικές πλειοψηφίες που τα βοηθούν να αντιστέκονται ακόμα και στις απροκάλυπτες πιέσεις της υπερδύναμης.

Δεν επιθυμώ, φυσικά, να υποστηρίξω πως η Ελλάδα θα πρέπει να αντιγράψει τη Βενεζουέλα. Κανένα ξενόφερτο μοντέλο δεν πρόκειται σώσει ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε την Ελλάδα, από την διαφαινόμενη αυτοκαταστροφή. Θα πρέπει όμως να παραδειγματιστούμε. Οι αγράμματοι ιθαγενείς στις ζούγκλες της Βολιβίας, όπως και οι κάτοικοι των άθλιων παραγκουπόλεων στα περίχωρα του Καράκας έχουν ήδη ξεκινήσει να παραθέτουν τις δικές τους καινοτόμες λύσεις στα αδιέξοδα του παρόντος. Τι άραγε εμποδίζει εμάς, τους Έλληνες, τους ανθρώπους της χώρας που γέννησε τη δημοκρατία, απ’ το να διαγράψουμε κι εμείς τη δική μας, ξεχωριστή πορεία;