25/1/08

Συνέντευξή μου στην Le Monde Diplomatique

ΣΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΤΟΥ 2008 της γαλλικής πολιτικής επιθεώρησης Le Monde Diplomatique κυκλοφορεί συνέντευξή μου για τον πολιτικό ακτιβισμό στον αμερικανικό νότο. Η συνέντευξη, που αφορά την οργανωτική μου δουλειά για λογαριασμό της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής Democracy Now!, κυκλοφορεί επίσης και στις διεθνείς εκδόσεις της Le Monde Diplomatique, συμπεριλαμβανομένης και της αγγλικής. Δεν γνωρίζω εάν η εφημερίδα Ελευθεροτυπία, που μεταφράζει άρθρα της Le Monde Diplomatique στα ελληνικά, θα συμπεριλάβει το άρθρο στην τακτική της έκδοση. Για την ώρα, όσοι διαβάζετε γαλλικά και είστε συνδρομητές του εντύπου μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη εδώ. Όσοι διαβάζετε αγγλικά και είστε συνδρομητές μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ. Αν δεν είστε συνδρομητές της έκδοσης και διαβάζετε αγγλικά μπορείτε να βρείτε το άρθρο ολόκληρο στην ιστοσελίδα του AlterNet εδώ. [Ενημέρωση, Ιούνης 2011: Υπάρχει πλέον και μετάφραση στα ελληνικά του γαλλικού κειμένου, που μπορείτε να τη βρείτε εδώ].
.

21/1/08

Προκριματικές Εκλογές στις ΗΠΑ: Σόου και Πραγματικότητα

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού Αντί στις 21 Ιανουαρίου του 2008.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΗ Η ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΩΝ διεθνών μέσων ενημέρωσης να καταγράψουν λεπτομερώς το σόου των Αμερικανικών προκριματικών εκλογών, που ξεκίνησε επίσημα στις 3 Ιανουαρίου. Κανείς δεν αρνείται πως οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην υπερδύναμη είναι κατά κανόνα διεθνούς σημασίας. Εν τούτοις η υπέρμετρη εστίαση στα πρόσωπα των υποψηφίων είναι πρόωρη όσο και άστοχη. Είναι πρόωρη διότι η προκριματική διαδικασία έχει ακόμα πολύ δρόμο έως ότου να αναδείξει τους δυο αντιμέτωπους υποψήφιους πλανητάρχες. Είναι άστοχη διότι παραβλέπει τον ίδιο τον χαρακτήρα του Αμερικανικού πολιτικού συστήματος, που είναι θεσμικά διαμορφωμένο να διαιωνίζεται και να ανακυκλώνεται άσχετα από τα επιμέρους πρόσωπα που του δίνουν υπόσταση.

Συνεπώς μόνο όσοι στερούνται βασικής επίγνωσης της ενδότερης φύσης του Αμερικανικού πολιτικού συστήματος συνεπαίρνονται από την προκριματική εκλογική διαδικασία. Ας μου επιτραπεί να καταθέσω εδώ την προσωπική μου εμπειρία. Οι Αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2004 με βρήκαν στο Νάσβιλ της πολιτείας του Τενεσί. Την ημέρα της ψηφοφορίας, οι κάτοικοι της επαρχιακής αυτής πόλης του αμερικανικού νότου ακολούθησαν την πατροπαράδοτη εκλογική διαδικασία: ψήφισαν δηλαδή το πρωί και επέστρεψαν κατόπιν στις δουλειές τους. Αργότερα, μετά το βραδινό φαγητό, όσοι Αμερικανοί ενδιαφέρθηκαν (ένας στους δύο δεν είχε κάνει καν τον κόπο να ψηφίσει) αρκέστηκαν να ανοίξουν τους τηλεοπτικούς δέκτες τους, να δούνε εν συντομία τα exit polls, και να πέσουν κατόπιν για ύπνο. Την επόμενη ημέρα έπρεπε να πάνε πάλι στη δουλειά. Άλλωστε τα περισσότερα τηλεοπτικά κανάλια δεν ασχολήθηκαν παρά συνοπτικά με τις εκλογές. Δεν υπήρχαν ούτε πολύωρα δελτία ειδήσεων, ούτε τηλεοπτικά παράθυρα, ούτε μαραθώνιες αναλύσεις.

Εκείνο το βράδυ αρκετοί φίλοι και συγγενείς από την Ελλάδα μου τηλεφώνησαν επιζητώντας αγωνιωδώς τις τελευταίες εκλογικές πληροφορίες. Όλοι οι μεγάλοι τηλεοπτικοί σταθμοί της ελληνικής επικράτειας κάλυπταν ζωντανά τις εκλογές μέχρι τα χαράματα, αλλά οι γνώριμες φωνές στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής υπέθεταν πως οι δικές μου πληροφορίες θα ήταν ακριβέστερες. Μάταια, διότι όπως αποδείχτηκε, το BBC, η Deutsche Welle, το RTL, αλλά και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά τηλεοπτικά μέσα επικοινωνίας ήταν σαφώς πιο ενημερωμένα από τα αντίστοιχα αμερικανικά.

ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ ΙΣΧΥΟΣ

Ο λόγος εκείνης της ενημερωτικής απόκλισης είναι απλός όσο και λογικός: ο αμερικανικός πληθυσμός γνωρίζει τις ιδιοτροπίες του πολιτικού συστήματος της χώρας του. Καταλαβαίνει δηλαδή ότι η περιοδική εναλλαγή των δυο μεγάλων κομμάτων στην εξουσία έχει ελάχιστη επίδραση στην εγχώρια καθημερινότητα. Όπως επίσης γνωρίζει πως οι εγγυητικοί παράγοντες της κοινωνικής και οικονομικής ζωής στη χώρα είναι κατά κύριο λόγο οι κολοσσιαίες επιχειρήσεις του πανίσχυρου ιδιωτικού τομέα, καθώς και οι ένοπλες δυνάμεις. Εκείνες, και όχι οι εφήμερες και διαχειριστικής χροιάς πολιτικές κυβερνήσεις, είναι που διασφαλίζουν την ηγεμονία των ΗΠΑ. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που, σε αντίθεση με την πολιτική ζωή, η οποία περνάει καθημερινά από το διερευνητικό κόσκινο των μέσων ενημέρωσης, ο ιδιωτικός τομέας, το Πεντάγωνο, όπως και οι μυστικές υπηρεσίες, δρουν ουσιαστικά ανενόχλητες. Εκεί βρίσκεται το επίκεντρο της αμερικανικής ισχύος. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά ένα σόου, σημειολογικά ενδιαφέρον, αλλά ανεπαίσθητης πολιτικής σημασίας. Όπως μου είπε πρόσφατα ένας επιφανής Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, «εμείς οι Αμερικανοί είμαστε τυχεροί που δεν χρειάζεται να ασχολούμαστε με τα πολιτικά».

Το αντίθετο ισχύει για τους κατοίκους της υφηλίου πέραν των ΗΠΑ. Ο μέσος Βολιβιανός, Κορεάτης, Ιρανός, αλλά και Έλληνας, έχει άπειρους λόγους να είναι ενημερωμένος για τα πολιτικά τεκταινόμενα στην υπερδύναμη, καθώς η πολιτική πορεία της υφηλίου, η οικονομία της χώρας του και πολλές φορές η ίδια του η ζωή εξαρτάται άμεσα από τις πολιτικές αποφάσεις μέσα από τις οποίες διοχετεύεται η αμερικανική διπλωματική και στρατιωτική επιρροή ανά τον πλανήτη. Άλλωστε είναι γνωστή η ρήση, «όποτε φτερνίζεται η Αμερική κρυολογεί η υφήλιος».

ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΣΟΟΥ

Έτσι εξηγείται η εκτεταμένη παγκόσμια κάλυψη των προκριματικών εκλογών για την ανάδειξη των υποψηφίων για την προεδρία των ΗΠΑ, που ξεκίνησαν πρόσφατα. Ομολογουμένως οι ίδιοι οι Αμερικανοί δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με αυτό το πρώιμο στάδιο της εκλογικής διαδικασίας. Οι υπόλοιποι όμως κάτοικοι του πλανήτη ήδη πασχίζουν να προβλέψουν ποιοι πολιτικοί θα είναι τελικά εκείνοι που θα διεκδικήσουν τα σκήπτρα της υπερδύναμης τον ερχόμενο Νοέμβρη.

Για να παρακολουθήσει όμως κανείς σε βάθος τις εξελίξεις, θα πρέπει πρώτα να υποστεί την ομολογουμένως περίεργη –συχνά δε ακατάληπτη– εμπειρία των αμερικανικών προκριματικών εκλογών. Το μόνο που βλέπει κανείς στα τηλεοπτικά πλάνα είναι τους επίδοξους προεδρικούς υποψήφιους να εμφανίζονται σε καλοστημένες συγκεντρώσεις όπου επευφημούνται παράφορα από τους ασυγκράτητους οπαδούς τους ανάμεσα σε πολύχρωμα μπαλόνια, πυροτεχνήματα και άλλα χολιγουντιανά σκηνικά.

Απαιτείται ελάχιστη εμβάθυνση για να γίνει αντιληπτό πως οι εικόνες αυτές δεν είναι παρά καλοστημένες παραστάσεις για τα μάτια της πλουσιότερης τηλεοπτικής αγοράς του κόσμου. Οι συγκεντρώσεις αυτές επιτηρούνται από εταιρίες ασφαλείας, οι οποίες φροντίζουν να «στήσουν» τους πιο φωτογενείς οπαδούς στο οπτικό πεδίο των στρατηγικά τοποθετημένων τηλεφακών. Πολλοί δε από τους «οπαδούς» που συμμετέχουν στα τηλεοπτικά αυτά happenings είναι πληρωμένοι κομπάρσοι που απλά προσποιούνται. Οι δε πολιτικοί καθοδηγούνται σε κάθε βήμα τους από χρυσοπληρωμένους εκπαιδευτές ρητορικής, ψυχολόγους, συγγραφείς πολιτικών λόγων, ειδικούς δημοσίων σχέσεων, μακιγιέρ, σκηνοθέτες, και πάει λέγοντας. Το 1992, κατά τη διάρκεια της πρώτης του προεκλογικής εκστρατείας, ο κατοπινός Πρόεδρος της χώρας Μπιλ Κλίντον είχε επιστρατεύσει ακόμα και δάσκαλο μουσικής για να μάθει να παίζει σαξόφωνο. Είχε τότε εμφανιστεί σε ζωντανή εκπομπή μεγάλου αμερικανικού τηλεοπτικού δικτύου όπου –δήθεν αυθόρμητα– είχε δανειστεί το σαξόφωνο της μουσικής μπάντας της εκπομπής για να παίξει μια γνωστή μελωδία. Μερικούς μήνες αργότερα, οι καθοδηγητές δημοσίων σχέσεων του Κλίντον αποφάνθηκαν πως ο πολιτικός του σύμβουλος, Τζορτζ Στεφανόπουλος, είχε υπερβολικά νεανικό πρόσωπο για την ηλικία του, με αποτέλεσμα να μην εκπέμπει εμπιστοσύνη στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις. Ο Στεφανόπουλος αναγκάστηκε έτσι να φορέσει γυαλιά με ψεύτικους φακούς.

Το φαντασμαγορικό σόου στις οθόνες της τηλεόρασης είναι επίπλαστο. Το εκλογικό παιχνίδι είναι στημένο.

Οι ίδιοι καθοδηγητές δημοσίων σχέσεων διευθύνουν τώρα την προεκλογική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον, συζύγου του πρώην Προέδρου. Υποστηρίζεται δε πως τα δάκρυα που έχυσε μπροστά στους τηλεοπτικούς φακούς σε πρόσφατη προεκλογική συνέντευξη τύπου στην πολιτεία του Νέου Χάμσαϊρ ήταν κάθε άλλο παρά αυθόρμητα και πως της έδωσαν την οριακή νίκη στις προκριματικές εκλογές της 8ης Ιανουαρίου [1].

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Πίσω από όλο αυτό το επίπλαστο σόου υπάρχει μια συγκεκριμένη εκλογική διαδικασία, η οποία έχει ως εξής: κάθε μια από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ διοργανώνει προκριματικές εκλογικές αναμετρήσεις για τα δύο μεγάλα κόμματα. Την ημέρα των προκριματικών εκλογών οι ενδιαφερόμενοι πολίτες μαζεύονται σε προκαθορισμένα εκλογικά κέντρα και επιλέγουν, είτε με μυστική ψηφοφορία είτε με συζήτηση, τον υποψήφιο της αρεσκείας τους. Τα αποτελέσματα των προκριματικών εκλογών σε κάθε πολιτεία καθορίζουν πόσοι αντιπρόσωποι για κάθε υποψήφιο θα σταλθούν στα πανεθνικά συνέδρια των δυο κομμάτων, που θα διεξαχθούν στα τέλη του καλοκαιριού. Τότε θα παραδοθεί από το κάθε κόμμα το χρίσμα για τη διεκδίκηση της Προεδρίας της χώρας στον υποψήφιο εκείνο που θα έχει καταφέρει να συγκεντρώσει τους περισσότερους αντιπροσώπους στις επιμέρους προκριματικές εκλογικές αναμετρήσεις.

Παραδόξως, η διαδικασία δεν ορίζει σαφείς ημερομηνίες για όλες τις προκριματικές εκλογικές αναμετρήσεις, με αποτέλεσμα κάποιες να γίνονται τον Ιανουάριο και κάποιες (οι περισσότερες) τον Φεβρουάριο. Δεν δίνονται εξηγήσεις για τον λόγο που η διαδικασία αυτή έχει διασπαστεί χρονικά, αν και πολλοί υποψιάζονται πως γίνεται για τηλεοπτικούς λόγους, κάτι δηλαδή σαν τις περιόδους στο μπάσκετ. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο από την στιγμή που ορισμένες πολιτείες ανταγωνίζονται για το ποια θα είναι η πρώτη που θα διοργανώσει προκριματικές εκλογές. Φέτος, για παράδειγμα, η πολιτεία της Αϊόβα διεξήγαγε τη δική της προκριματική αναμέτρηση στις 3 Ιανουαρίου. Ακολούθησε η πολιτεία του Νέου Χάμσαϊρ πέντε ημέρες αργότερα. Δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός πως και οι δύο αυτές πολιτείες είναι από μόνες τους ασήμαντες πληθυσμιακά και πολιτικά. Κατά κάποιο τρόπο, εξαναγκάζοντας ουσιαστικά τους προεδρικούς υποψήφιους να ξεκινήσουν εκεί την εκλογική τους εκστρατεία, αποσκοπούν να αποκτήσουν λίγη από την πολιτική αίγλη που τους λείπει.

Από τη μεριά τους, οι υποψήφιοι γνωρίζουν πως η πολιτική σημασία πολιτειών όπως της Αϊόβα ή του Νέου Χάμσαϊρ είναι ανεπαίσθητη, διότι ο αριθμός των αντιπροσώπων που στέλνονται από αυτές στα πανεθνικά συνέδρια των κομμάτων διαμορφώνεται με πληθυσμιακά κριτήρια. Αυτό σημαίνει πως μπορεί, για παράδειγμα, ο Μπαράκ Ομπάμα να κερδίσει τις πληθυσμιακά μικροσκοπικές πολιτείες του Ουαόμινγκ, της Βόρειας και Νότιας Ντακότα, του Βερμόντ, της Αλάσκας και της Μοντάνα, αλλά να χάσει από την Χίλαρι Κλίντον την πολυπληθή πολιτεία της Νέας Υόρκης και να βρεθεί έτσι πίσω στην κούρσα.

Εν τούτοις όλοι καταλαβαίνουν πως οι προεδρία των ΗΠΑ, λόγω της γιγαντιαίας γεωγραφικής έκτασης της χώρας, μπορεί να διεκδικηθεί εκλογικά μόνο με τη βοήθεια της τηλεόρασης και του Ίντερνετ. Γι’ αυτό οι τηλεοπτικές εντυπώσεις που αποκρυσταλλώνονται μετά από νίκες ή ήττες στις πρώτες προεκλογικές αναμετρήσεις έχουν δεσπόζουσα σημασία για την διαμόρφωση της ειδησεογραφικής δυναμικής ενός υποψηφίου –ακόμα κι όταν αυτές λαμβάνουν μέρος σε αραιοκατοικημένες εκτάσεις στη μέση του πουθενά, όπως είναι η Αϊόβα Αυτός είναι, για παράδειγμα, ο λόγος που η Χίλαρι Κλίντον επισκέφτηκε την Αϊόβα πάνω από 160 φορές το τελευταίο έτος.

ΤΟ ΧΡΗΜΑ

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις πρακτικές συνέπειες της εντατικής προεκλογικής καμπάνιας της Κλίντον για να καταλάβει τη σημασία μιας άλλης, εξίσου πολύπλοκης πλευράς αυτού του σόου, που έχει να κάνει με την εξεύρεση χρηματικών πόρων. Το Ντεμόιν, πρωτεύουσα της πολιτείας της Αϊόβας, βρίσκεται 1800 χιλιόμετρα δυτικά της Νέας Υόρκης, όπου εδρεύει η Κλίντον. Είναι δηλαδή σαν να ταξιδεύει κανείς από την Αθήνα στη Μόσχα 160 φορές μέσα σε δώδεκα μήνες, μαζί με έναν ολόκληρο στρατό από οργανωτές, τεχνικούς, υπεύθυνους ασφαλείας, και άλλους. Επιπλέον, η διαδικασία αυτή θα πρέπει να επαναληφθεί άπειρες φορές προς κάθε γωνιά της αχανούς αυτής χώρας ώστε να πραγματοποιηθεί μια αξιοπρόσεκτη προεκλογική καμπάνια εθνικής εμβέλειας.

Εξυπακούεται πως ελλείψει γιγαντιαίων χρηματοδοτικών κονδυλίων από φιλικούς «χορηγούς» κανένας υποψήφιος δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα να διακριθεί σε μια τόσο ανταγωνιστική εκλογική αναμέτρηση. Ακόμα και τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά δίκτυα των ΗΠΑ συχνά φιλτράρουν τους υποψήφιους σύμφωνα με οικονομικά κριτήρια. Συγκεκριμένα επιτρέπουν τη συμμετοχή σε τηλεοπτικές συζητήσεις μόνο στους υποψήφιους εκείνους που έχουν καταφέρει να συγκεντρώσουν ένα αξιόλογο χρηματικό ποσό στα πλαίσια της προεκλογικής τους εκστρατείας.

Φυσικά ο ανταγωνισμός μεταξύ των υποψηφίων για την εξεύρεση χρημάτων είναι κυριολεκτικά ανεξέλεγκτος όσο και ανελέητος. Έως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Μπαράκ Ομπάμα έχει συγκεντρώσει πάνω από 80 εκατομμύρια δολάρια για την προεκλογική του καμπάνια, ενώ η Χίλαρι Κλίντον έχει ήδη ξεπεράσει τα 90 εκατομμύρια δολάρια, έχοντας σπάσει όλα τα προηγούμενα ρεκόρ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δυο αυτοί υποψήφιοι προηγούνται στις περισσότερες πολιτειακές προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών, καθώς τα συνολικά οικονομικά αποθέματα των υπόλοιπων έξι Δημοκρατικών υποψηφίων είναι λιγότερα από 80 εκατομμύρια δολάρια.

Αναπόφευκτα, οι περισσότεροι «χορηγοί» που έχουν την οικονομική δυνατότητα να παραχωρήσουν τέτοια αστρονομικά ποσά στους προεδρικούς υποψηφίους όλων των κομμάτων ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα. Και καθώς ο ιδιωτικός τομέας δεν φημίζεται για τα φιλανθρωπικά του συναισθήματα, είναι προφανές πως οι γενναιόδωρες αυτές «χορηγίες» προσβλέπουν σε σημαντικά πολιτικά ανταλλάγματα. Όταν, για παράδειγμα, ο επενδυτικός οργανισμός Citigroup Inc., ο δεύτερος μεγαλύτερος όμιλος οικονομικών συμφερόντων στον πλανήτη, παραχωρεί στην υποψηφιότητα της Κλίντον πάνω από 300 χιλιάδες δολάρια, δεν το κάνει για τα ωραία της τα μάτια. Περιμένει πως, εάν η Κλίντον γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ, θα δείξει την «καλή της θέληση» προς την Citigroup. Ταυτόχρονα, η Κλίντον γνωρίζει από τη μεριά της πως εάν δεν δείξει την ανάλογη καλή θέληση, δεν θα μπορεί να βασίζεται σε αυτά τα 300 χιλιάδες δολάρια την επόμενη φορά που θα θέσει υποψηφιότητα σε προεδρικές εκλογές.

DE FACTO ΠΛΟΥΤΟΚΡΑΤΙΑ

Το βαθύτατα αντιδημοκρατικό αυτό σύστημα έχει και μια άλλη σοβαρή παρενέργεια. Η συνεχής διασφάλιση σημαντικών οικονομικών πόρων απαιτεί στενές επαφές με ισχυρούς χρηματοοικονομικούς παράγοντες, κάτι που είναι πρακτικά αδύνατο για όσους δεν έχουν μάθει να κινούνται με σχετική άνεση σε αυτά τα κυκλώματα. Στην πράξη, λοιπόν, είναι εξαιρετικά δύσκολο για έναν Αμερικανό πολιτικό να επιβιώσει εάν δεν προέρχεται ουσιαστικά μέσα από αυτά τα κυκλώματα.

Το φαινόμενο αυτό προκαλεί την συνεχή διεύρυνση του οικονομικού χάσματος που χωρίζει τους Αμερικανούς ψηφοφόρους από τους πολιτικούς τους. Το 2003, για παράδειγμα, μόλις ένας στους 125 Αμερικανούς είχε στην κατοχή του συνολικά περιουσιακά στοιχεία άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων [2]. Την ίδια στιγμή, ένας στους δυο αμερικανούς Γερουσιαστές ήταν εκατομμυριούχος [3], ενώ οι 25 πλουσιότεροι αντιπρόσωποι στο αμερικανικό Κογκρέσο είχαν στην κατοχή τους συνολική περιουσία άνω των τριών δισεκατομμυρίων δολαρίων [4]. Πολλοί δε από αυτούς αυτοχρηματοδοτούν τις προεκλογικές τους εκστρατείες. Όταν απέτυχε να επανεκλεγεί στη Γερουσία το 2002, η Σέλι Πίνγκρι, υποψήφια από την πολιτεία του Μέιν, δήλωσε χαρακτηριστικά: «όταν αποφασίζεις να πολιτευτείς ξοδεύεις τον περισσότερο χρόνο σου συγκεντρώνοντας χρήματα, οπότε είτε βρίσκεσαι στο τηλέφωνο όλη την ώρα σαν πλασιέ είτε συμμετέχεις σε πολιτικούς εράνους. Ο μόνος τρόπος να αποφύγεις εντελώς την καθημερινή ενασχόληση με τη συγκομιδή χρημάτων είναι να είσαι δισεκατομμυριούχος»[5].

Φυσικά όσοι πολιτικοί καταφέρνουν να εκλεγούν σε υψηλόβαθμες θέσεις διορίζουν κατά κανόνα γνωστούς και φίλους τους σε μη-εκλεγόμενες κυβερνητικές θέσεις. Οι τελευταίοι συνήθως προέρχονται από τις ίδιες κοινωνικοοικονομικές ελίτ, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, ο οποίος κάλλιστα μπορεί να οριστεί ως de facto πλουτοκρατία.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ

Λέγεται συχνά πως ο φαύλος αυτός κύκλος είναι σύμπτωμα της αποτυχίας του Αμερικανικού πολιτικού συστήματος [6]. Θα μου επιτραπεί να διαφωνήσω. Η de facto πλουτοκρατία στις ΗΠΑ οφείλεται ξεκάθαρα στην επιτυχία του συστήματος, ενός συστήματος προσχεδιασμένου και προκαθορισμένου να αποξενώσει τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας από την ελίτ που μονοπωλιακά κυβερνάει την χώρα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Αμερικανοί απέχουν μαζικά από τις επίπλαστες εκλογικές αναμετρήσεις, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζουν τον οικονομικό και στρατιωτικό πυρήνα της αμερικανικής παντοδυναμίας. Το φαινόμενο αυτό είναι κάθε άλλο παρά πρωτοφανές. Τα τελευταία χρόνια η πανεθνική συμμετοχή σε εκλογές για την προεδρία των ΗΠΑ σπάνια ξεπέρασε το 55% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων [7]. Τονίζω «των εγγεγραμμένων» γιατί η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους δεν είναι υποχρεωτική στην κοιτίδα του νεοφιλελευθερισμού. Συνεπώς υπάρχουν εκατομμύρια Αμερικανοί που δεν έχουν ενδιαφερθεί ποτέ να καταχωρηθούν στα εκλογικά ευρετήρια.

Και η παράδοση συνεχίζεται. Στην πρώτη προκριματική εκλογική αναμέτρηση, εκείνη της πολιτείας της Αϊόβα, στις 3 Ιανουαρίου, λιγότερο από το 8% των ψηφοφόρων συμμετείχε στην διαδικασία και στα στημένα πανηγύρια που ακολούθησαν [8]. Το υπόλοιπο 92% απλά απείχε. Παρόμοια ποσοστά αποχής αναμένεται να επαναληφθούν στις προκριματικές αναμετρήσεις που θα ακολουθήσουν. Κατά τα άλλα, το χολιγουντιανό τηλεοπτικό σόου καλά κρατεί.

Παραπομπές

[1] Δείτε το άρθρο του Patrick Healy στους New York Times της 10ης Ιανουαρίου, με τίτλο «Clinton’s Message, and Moment, Won the Day».
[2] Το στοιχείο αυτό παρατίθεται στο άρθρο «The Return of the Millionaires», που δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική σελίδα του CNN στις 15 Ιουνίου του 2004.
[3] Το στοιχείο αυτό παρατίθεται στο άρθρο των S. Loughlin και R. Yoon με τίτλο «Millionaires Populate US Senate», που δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό δίκτυο του CNN στις 13 Ιουνίου του 2003.
[4] Διαβάστε το άρθρο του S. Woodrow με τίτλο «The 50 Richest Members of Congress», στο περιοδικό Roll Call, 11 Σεπτεμβρίου του 2006.
[5] Στο άρθρο του D. Altman με τίτλο «Are Rich Politicians Selfless Politicians?», στους New York Times της 23ης Απριλίου του 2006.
[6] Για παράδειγμα στο βιβλίο του C. Boggs (2001) The End of Politics: Corporate Power and the Decline of the Public Sphere, The Guilford Press, New York, NY, USA.
[7] Ανώνυμου (2004) «Participation in Elections for President and U.S. Representatives, 1930-2006», Infoplease, Pearson Education.
[8] Το αναμενόμενο ποσοστό συμμετοχής αναφέρθηκε στο άρθρο της σύνταξης της εφημερίδας της Βοστόνης The Patriot-Ledger, με τίτλο «Too Much Power for Too Few People», στις 3 Ιανουαρίου του 2008.