29/2/08

Πόλεμος Συμφερόντων στα Βαλκάνια

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 916 (29 Φεβρουαρίου 2008), στις σελίδες 22-25.

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΔΙΕΘΝΗ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΑ πρακτορεία, το πρώτο κράτος που αναγνώρισε επίσημα τη Δημοκρατία του Κοσόβου ήταν το Αφγανιστάν [01]. Η διπλωματική αυτή σύζευξη δυο χωρών που τελούν υπό αμερικανική ηγεμονία δεν είναι καθόλου τυχαία. Υποδηλώνει την πολιτική κλιμάκωση του αμερικανικού επεκτατισμού από τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή ως τα βάθη της Ασίας.

Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι παρατηρητές δείχνουν να αντιλαμβάνονται την βαρύτητα του αμερικανικού παράγοντα τόσο στην πραξικοπηματική απόσχιση του Κοσόβου από τη Σερβία όσο και στην προσεχή ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο οι εγχώριες δημοσιογραφικές αναφορές στις βαλκανικές εξελίξεις παραμένουν κατά κανόνα αόριστες και ασαφείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί πρόσφατο κείμενο στο Έθνος, που επιπλήττει τις ΗΠΑ διότι ελίσσονται στο μακεδονικό «χωρίς να δοθεί σοβαρή εξήγηση»[02]. Σε συναφές κείμενό του στην Ημερησία, ο Μιχάλης Ιγνατίου ουσιαστικά σηκώνει τα χέρια ψηλά δηλώνοντας πως η Ουάσιγκτον «πληθύνει το τελευταίο διάστημα τις επαφές της με τα Σκόπια, σε σημείο που θα νόμιζε κανείς πως αιφνιδίως έχουν μετατραπεί σε περιφερειακή δύναμη»[03].

Στην πραγματικότητα ούτε τα Σκόπια έχουν «αιφνιδίως μετατραπεί σε περιφερειακή δύναμη» ούτε ανεξήγητη είναι η στάση της Ουάσιγκτον πάνω στα θέματα της ΠΓΔΜ και του Κοσόβου. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ έχουν δώσει αναλυτικές εξηγήσεις πάνω στα δυο αυτά σημαντικά –και σαφώς αλληλένδετα– ζητήματα. Ξεκάθαρη ήταν, για παράδειγμα, η ακόλουθη δήλωση αμερικανού διπλωμάτη, με προϋπηρεσία στην Ελλάδα, στο Βήμα της 17ης Φεβρουαρίου: «Με την Ελλάδα διατηρούμε στενές συμμαχικές και ιστορικά καταξιωμένες σχέσεις [...]. Κατανοούμε τα προβλήματα [και] φροντίζουμε η [αμερικανική] πολιτική στην περιοχή να μη φέρνει εμπόδια στην Ελλάδα, αλλά η [αμερικανική] στρατηγική χαράσσεται με βάση ευρύτερα κριτήρια»[04] (η έμφαση δική μου).

Πιστεύω πως η ευκρινέστατη αυτή εξήγηση, όπως και πολλές άλλες παρόμοιες, πιστοποιούν την ουσιώδη διαφορά μεταξύ της σημερινής αμερικανικής αυτοκρατορίας και άλλων παλαιότερων. Συγκεκριμένα, οι Αμερικανοί δεν διστάζουν να ομολογήσουν δημόσια πως η αμερικανική στρατηγική δεν χαράσσεται ποτέ με γνώμονα τα συμφέροντα των συμμάχων τους.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ

Πως όμως εκδηλώνονται τα μονομερή συμφέροντα των ΗΠΑ στις εξελίξεις στο Κόσοβο και στην ΠΓΔΜ; Οι στρατηγικές βλέψεις της υπερδύναμης στη βαλκανική χερσόνησο δεν είναι καινούργιες. Από την εποχή του μεσοπολέμου οι ΗΠΑ θεωρούσαν τα Βαλκάνια ως σημαντική περιφερειακή ζώνη της Μέσης Ανατολής. Ταυτόχρονα, η σλαβική και Ορθόδοξη εθνοθρησκευτική σύνθεση των Βαλκανικών πληθυσμών λειτουργεί ανέκαθεν ως ευρωπαϊκή δίοδος επιρροής της αμερικανικής αντίζηλου Ρωσίας. Τα τελευταία δε χρόνια, το Μουσουλμανικό στοιχείο στα δυτικά Βαλκάνια (Αλβανία, Βοσνία, Κόσοβο, ΠΓΔΜ) τους έχει προσδώσει επιπρόσθετη στρατηγική σημασία, καθώς οι ΗΠΑ επιδιώκουν να αποτρέψουν οποιοδήποτε ενδεχόμενο σχηματισμού Σουνιτικού τόξου που θα επεκτείνεται προς την Ευρώπη.

Γεωστρατηγικό υπόβαθρο όλων αυτών των επιδιώξεων παραμένει η κατάρρευση του Κομμουνιστικού Μπλοκ, την οποία από το 1989 οι νεοσυντηρητικοί μέντορες της σημερινής κυβέρνησης Μπους χαρακτηρίζουν ως «μονοπολική στιγμή» (unipolar moment). Ο όρος υπονοεί πως η πτώση της ΕΣΣΔ αποτελεί την κατάλληλη ευκαιρία για να εξαλειφθεί δια παντός η διπολική παγκόσμια ισορροπία της ψυχροπολεμικής περιόδου. Εξυπακούεται πως κύριος στόχος των μονοπολικών σχεδίων των ΗΠΑ παραμένει η Ρωσία, που παρά τις αδυναμίες της, συνεχίζει να παρενοχλεί τους Αμερικανούς λόγω του γεωγραφικού της μεγέθους, του πυρηνικού της οπλοστασίου και του ενεργειακού της πλούτου.

ΔΥΟ ΓΡΑΜΜΕΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ

Η ισχυροποίηση του ΝΑΤΟ μέσω της επέκτασής του προς ανατολάς αποτελεί την πρώτη γραμμή επίθεσης των ΗΠΑ απέναντι στην μετα-κομμουνιστική Ρωσία. Συνεπώς η λεγόμενη «διεύρυνση της συμμαχίας» αποτελεί απόπειρα συστηματικής απόσπασης από την ρωσική επιρροή των χωρών του πάλαι ποτέ Ανατολικού Μπλοκ. Ήδη από το 1991 το ΝΑΤΟ δημιούργησε ένα Συμβούλιο Συνεργασίας «ως φόρουμ διαλόγου μεταξύ του ΝΑΤΟ και των χωρών του πρώην Κομμουνιστικού Μπλοκ»[11]. Κατά την πενταετία 1999-2004, δέκα χώρες πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισήλθαν σε δυο κύματα στο ΝΑΤΟ. Η επικείμενη ένταξη της ΠΓΔΜ, μαζί με εκείνες της Αλβανίας και της Κροατίας, θα αποτελέσει το τρίτο κύμα της ανατολικής επέκτασης του ΝΑΤΟ, που θα δημιουργήσει «μια νέα δυναμική στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης»[12], όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο Γιαπ ντε Χουπ Σέφερ, γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ.

Η δεύτερη γραμμή επίθεσης των ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία είναι το σχέδιο πυραυλικής αντιπυρηνικής άμυνας που οι ΗΠΑ προωθούν συστηματικά τα τελευταία χρόνια. Το σχέδιο αυτό, που αποτελεί την αναζωπύρωση του παρανοϊκού σχεδίου «Πόλεμος των Άστρων» του Ρόναλντ Ρέιγκαν, καταψηφίστηκε σύσσωμα το 1999 από την ολομέλεια του ΟΗΕ, με εξαίρεση τις ΗΠΑ, τη Μικρονησία και την Αλβανία (η οποία θα ανταμειφθεί τον Απρίλιο με την ένταξή της στο ΝΑΤΟ). Δυο χρόνια αργότερα, έχοντας αποτύχει να πείσουν ακόμα και στενούς συμμάχους τους για την ανάγκη δημιουργίας της πυραυλικής άμυνας, οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν μονομερώς από την Αντι-Βαλλιστική Πυραυλική Συνθήκη που είχαν συνυπογράψει με τους Σοβιετικούς το 1972. Από τότε προσπαθούν να πείσουν χώρες που συνορεύουν ή βρίσκονται σχετικά κοντά στη Ρωσία να φιλοξενήσουν τμήματα του γιγαντιαίου αμερικανικού αντιπυραυλικού συστήματος που θα περικυκλώνει τα εδάφη της Ρωσίας.

Με τις συνήθεις εξαιρέσεις της Βρετανίας και της Δανίας, οι Δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν απορρίψει τα αμερικανικά αντιπυραυλικά σχέδια ως «επικίνδυνα, που σίγουρα θα αναζωπυρώσουν τους εξοπλισμούς παγκοσμίως» (Ζακ Σιράκ, 2001 [13]). Το αντίθετο όμως ισχύει για τις ηγεσίες χωρών του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Πολιτικά συντηρητικές και ανυπόμονες να αποσπάσουν την εύνοια των ΗΠΑ, οι περισσότερες από αυτές υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τα αντιπυραυλικά σχέδια της κυβέρνησης Μπους. Η Τσεχία και η Πολωνία έχουν ήδη συνυπογράψει την σχετική συνθήκη, ενώ η Ουκρανία πρόσφατα απειλήθηκε από το Κρεμλίνο πως θα θεωρηθεί πυρηνικός στόχος εάν προσχωρήσει κι εκείνη στη συμφωνία. Η προθυμία των χωρών του πρώην Ανατολικού Μπλοκ να ενταχθούν στα γεωστρατηγικά σχέδια των ΗΠΑ βρίσκεται πίσω από την περίφημη διαίρεση της Ευρώπης σε «παλαιά» (Δυτική) και «νέα» (Ανατολική) από τον πρώην υπουργό άμυνας των ΗΠΑ Ντόναλντ Ράμσφελντ.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΓΔΜ

Το Κόσοβο, η ΠΓΔΜ και η Αλβανία βρίσκονται στο επίκεντρο των αμερικανικών στρατηγικών σχεδίων. Όχι φυσικά λόγω της στρατιωτικής τους δύναμης, η οποία είναι αμελητέα, αλλά λόγω των εδαφών τους, τα οποία οι ΗΠΑ φιλοδοξούν να μετατρέψουν σταδιακά σε τμήματα της αμερικανικής ΝΑΤΟϊκής και αντιπυραυλικής ζώνης στην ανατολική Ευρώπη. Εκεί εστιάζεται και το σημερινό ενδιαφέρον των ΗΠΑ στην περιοχή. Στην περίπτωση της ΠΓΔΜ, το ενδιαφέρον αυτό συστηματοποιήθηκε το 1995, όταν ο Τζέιμς Μπέικερ, υπουργός εξωτερικών επί κυβέρνησης πατρός Μπους, έγραφε πως «η στρατηγική σημασία της Μακεδονίας υπερβαίνει του [μικρού] μεγέθους της [...] και του πληθυσμού της»[14]. Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής επισήμανσης, το Νοέμβριο του 2004, η κυβέρνηση Μπους απέρριψε ασυζητητί τις ελληνικές ενστάσεις στο θέμα της ονομασίας και αναγνώρισε την ΠΓΔΜ ως Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Ακόμα και πριν από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, τα Σκόπια φρόντισαν να ανταποκριθούν άμεσα στο στρατηγικό ενδιαφέρον των Αμερικανών. Φιλοξένησαν στο έδαφός τους χιλιάδες ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα την περίοδο των επεμβάσεων στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ενώ συμμετείχαν στις στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ [10]. Η συμβολή αυτή, αν και μικρή, μετράει πολύ στα μάτια της Ουάσιγκτον. Άλλωστε μόλις πριν από μερικές εβδομάδες ο αμερικανός υπουργός άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς κατσάδιασε στην κυριολεξία τους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους κατηγορώντας τους πως αποφεύγουν να χύσουν το αίμα των πολιτών τους προς όφελος των αμερικανικών επιδιώξεων στο Αφγανιστάν. Επέπληξε δε τους ΝΑΤΟϊκούς υπουργούς άμυνας διότι «η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη είναι αρνητική απέναντι στην [αποστολή στο Αφγανιστάν], με αποτέλεσμα πολλοί Ευρωπαίοι να αμφιβάλουν εάν η αποστολή αξίζει τις ζωές των παιδιών τους»[15].

Η ανατολική διεύρυνση του ΝΑΤΟ αποσκοπεί στη λύση αυτού ακριβώς του προβλήματος, δηλαδή στην εξεύρεση κυβερνήσεων που δεν θα διστάσουν να θυσιάσουν τις ζωές των παιδιών τους προς όφελος των αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων. Η ΠΓΔΜ έχει καταστήσει σαφές προς την Ουάσιγκτον πως είναι διατεθειμένη να συνεισφέρει όσο της επιτρέπει ο μικρός πληθυσμός της. Τον Μάιο του 2003, ευχαριστώντας τον Λευκό Οίκο για την υποστήριξή του, ο τότε πρόεδρος της ΠΓΔΜ, Μπόρις Τραϊκόφσκι, ήταν σαφής πάνω σ’ αυτό το θέμα, τονίζοντας πως «εκατομμύρια Ιρακινοί έχουν απελευθερωθεί χάρη στο όραμα, την αρχηγική ικανότητα και το κουράγιο του Προέδρου Μπους [...]. Εκατομμύρια άνθρωποι θα θυμούνται [για πάντα] την απελευθέρωση του Ιράκ ως πράξη εκδημοκρατισμού. Για μια ακόμη φορά, θα ήθελα να χειροκροτήσω τον κ. Μπους και την κυβέρνησή του για τις προσπάθειές τους και για την υποστήριξή τους. Αυτό σημαίνει ότι η Μακεδονία θα συνεχίσει να υποστηρίζει την πολιτική και τις ενέργειες της αμερικανικής κυβέρνησης»[16].

ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΔΙΕΝΕΞΗ

Είναι προφανές πως η ακριβής ονομασία της ΠΓΔΜ δεν απασχολεί τους Αμερικανούς. Αυτό που τους απασχολεί είναι η ουσιαστική προάσπιση των στρατηγικών τους συμφερόντων, τα οποία προβλέπουν την άμεση ένταξη στο ΝΑΤΟ της Αλβανίας, της Κροατίας και της ΠΓΔΜ –είτε αυτή ονομάζεται «Μακεδονία», είτε «Βαρδάρης», είτε «Ελβετικό Τυρί». Εάν η Ελλάδα βρει άκρη με την ΠΓΔΜ πριν τη ΝΑΤΟϊκή Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου, στις αρχές του Απριλίου, έχει καλώς. Εάν όχι, οποιαδήποτε υποψία βέτο από την πλευρά της Ελλάδας θα εκληφθεί από τους Αμερικανούς ως απροκάλυπτη ελληνική επίθεση ενάντια στα αμερικανικά συμφέροντα. Άλλωστε η προειδοποίηση της κ. Ράις προς την κ. Μπακογιάννη, κατά την πρόσφατη συνάντησή τους, υπήρξε σαφέστατη: «η Ουάσιγκτον [δηλ. ΝΑΤΟ] δεν είναι μέρος της διαπραγμάτευσης»[17].

Από τη στιγμή, λοιπόν, που η Αθήνα σκέφτεται να θέσει βέτο στο ΝΑΤΟ, να σαμποτάρει δηλαδή τη διαδικασία της ΝΑΤΟϊκής διεύρυνσης, για να διευθετήσει τις διαφορές της με την ΠΓΔΜ, θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη όχι για μια ελληνοσκοπιανή, αλλά για μια ελληνοαμερικανική διπλωματική διένεξη. Με άλλα λόγια, εφόσον η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά και η ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου, εντάσσονται στα πλαίσια των άμεσων στρατηγικών επιδιώξεων των ΗΠΑ, οποιαδήποτε προσπάθεια της Αθήνας να εναντιωθεί στις επιδιώξεις αυτές θα τη φέρει αντιμέτωπη με τους Αμερικανούς.

Στα τέλη του περασμένου Ιουλίου, η Κύρα Αδάμ έγραφε στην Ελευθεροτυπία πως «το ζητούμενο [...] είναι αν η αμερικανική κυβέρνηση είναι έτοιμη να διαταράξει σοβαρά τις σχέσεις της με την Αθήνα για την ονομασία των Σκοπίων. Θα είναι ένα βαρόμετρο για το ποιος ‘ζυγίζει’ περισσότερο για την Ουάσιγκτον στην περιοχή» [18]. Το πιθανότερο είναι πως η Ουάσιγκτον δεν θα αναγκαστεί να επιλέξει μεταξύ Σκοπίων και Αθήνας, για τον απλούστατο λόγο πως η ελληνική κυβέρνηση δεν θα τολμήσει να ταράξει τα νερά. Θα δικαιώσει έτσι τον Ντάνιελ Φριντ, στέλεχος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, ο οποίος είχε συμβουλέψει τους συναδέλφους του στα μέσα της δεκαετίας του 1990 πως «η Ελλάδα δεν θα αντιδράσει [στο Σκοπιανό] γιατί δεν έχει το νεύρο [.... Είναι] χάρτινος τίγρης [και] δεν πρόκειται να κάνει τίποτε σε ό,τι και να [της] κάνουμε [...]. Άπαξ και σταματήσουν οι πολιτικές κραυγές, οι Έλληνες θα γίνουν συνετοί»[19].

ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΑΥΤΟΧΘΟΝΕΣ

Η Ουάσιγκτον βλέπει στα Σκόπια και στην Πρίστινα την ίδια προδιάθεση «σύνεσης» που διακρίνει στις ενέργειες της Αθήνας. Βλέπει δηλαδή στα νεοσύστατα αυτά κράτη την ίδια εθελοδουλία που παραδοσιακά χαρακτηρίζει την Ελληνική εξωτερική πολιτική. Κατά κύριο λόγο, η εθελοδουλία αυτή της επιτρέπει να εφαρμόσει, ουσιαστικά ανενόχλητη, τα στρατηγικά της συμφέροντα στην περιοχή, σε βάρος των ντόπιων πληθυσμών, όχι μόνο των Ελλήνων.

Στο πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Αμερικανική Ισχύς και Νέοι Μανδαρίνοι (1967), ο Νόαμ Τσόμσκι αναλύει τον όρο «στρατηγικό συμφέρον» παραθέτοντας τον εύστοχο ορισμό του πολιτικού επιστήμονα Τόμας Άνταμ. Σύμφωνα με τον Άνταμ, «τα στρατηγικά συμφέροντα [ενός έθνους] βασίζονται στο αξίωμα της υπερίσχυσης της εθνικής [του] άμυνας και της διατήρησης της παγκόσμιας τάξης απέναντι στις πολιτισμικές και πολιτικές ελευθερίες των [επιμέρους] αυτοχθόνων πληθυσμών»[05].

Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Κοσόβου, ο αυτόχθονος πληθυσμός της περιοχής είναι ο κυριότερος χαμένος των πρόσφατων εξελίξεων. Καταμεσής των έξαλλων πανηγυρισμών στο νεοσύστατο κρατίδιο, όπου φιγουράρουν αμέτρητες αμερικανικές σημαίες, κάποιοι έχουν ήδη αρχίσει να επισημαίνουν το πρόβλημα. Ο Αλμπίν Κούρτι, ηγέτης του κοσοβάρικου φοιτητικού κινήματος Vetëvendosje (Αυτοδιάθεση) δήλωσε δύο ημέρες πριν την επίσημη ανεξαρτητοποίηση πως «αυτή δεν είναι η αυτονομία για την οποία τόσοι [από μας] αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν. [Οι ξένοι] θα κουμαντάρουν τα πράγματα και η διοικητική τους ισχύ δε θα είναι υπόλογη στο λαό [μας]. Την πραγματική μας αυτοδιάθεση θα τη χώσουν μέσα σ’ ένα κουτί, θα το κλειδώσουν, θα βάλουν το κλειδί σ’ ένα χρηματοκιβώτιο και θα το κλειδώσουν κι αυτό»[06]. Μερικές ημέρες αργότερα, το Vetëvendosje δημοσίευσε μια αναλυτική καταδίκη της ανακοίνωσης ανεξαρτησίας της κοσοβάρικης ηγεσίας, στην οποία αναφέρει ότι η ξενόφερτη ανεξαρτησία «υποδουλώνει τη λαϊκή θέληση στους εξαρτημένους και διεφθαρμένους κρατικούς θεσμούς της κοσοβάρικης κυβέρνησης [...]. Η διακήρυξη [ανεξαρτησίας] δε θα μας δώσει ελευθερία. Στην πραγματικότητα, δεν αντιπροσωπεύει καν κάποια αλλαγή της κατάστασης, καθώς θα συνεχίσουμε να εξουσιαζόμαστε από μια αντιδημοκρατική, μη υπόλογη, ξενόφερτη [στρατιωτική] δύναμη»[07].

Παρόμοιο κόστος στις «ελευθερίες των [επιμέρους] αυτοχθόνων πληθυσμών» προκαλεί η αμερικανική ηγεμονία στην ΠΓΔΜ. Το 2000 η κυβέρνηση της βαλκανικής χώρας αποκάλυψε πως πάνω από το 20% του πληθυσμού ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχιας, δηλαδή με μηνιαίο εισόδημα χαμηλότερο των 75 δολαρίων [08]. Από τότε οι τάσεις επιδείνωσης, ιδιαίτερα στον αγροτικό πληθυσμό, παρουσιάζονται ανοδικές. Το 2006, το Διεθνές Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης του ΟΗΕ ανέφερε πως «η φτώχια στην επαρχία αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της οικονομικής μετάβασης [βλ. ιδιωτικοποιήσεις] που ακολούθησε την κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας», σημειώνοντας παράλληλα πως σχεδόν το 5% του πληθυσμού πασχίζει να επιβιώσει με λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα [09].

Όπως είναι φυσικό, οι τραγικοί δείκτες φτώχιας στην ΠΓΔΜ δεν έχουν θέση στις στρατηγικές προτεραιότητες των ΗΠΑ, οι οποίες αντιτάσσουν τη γνωστή συνταγή της κλιμάκωσης του κρατικού ξεπουλήματος, καθώς και την εντατικοποίηση πολυέξοδων εξοπλιστικών προγραμμάτων. Μάλιστα τον Φεβρουάριο του 2007, ο αμερικανός υφυπουργός άμυνας, Γκόρντον Ίνγκλαντ, δημοσιοποίησε έναν από τους βασικούς λόγους που οι ΗΠΑ θεωρούν την Αλβανία και την ΠΓΔΜ ως αξιόπιστους στρατηγικούς εταίρους. Απευθυνόμενους στους υπουργούς άμυνας των δυο βαλκανικών χωρών, ο Ίνγκλαντ χαρακτήρισε την Αλβανία και την ΠΓΔΜ ως «συντελεστές της παγκόσμιας ασφάλειας, [κάτι που] συμπεριλαμβάνει την λήψη σκληρών [σ.σ. αντιλαϊκών] αποφάσεων στο εσωτερικό, [όπως] και την [...] επένδυση ανεπαρκών πόρων σε εξοπλισμούς. Η Αλβανία έχει δεσμευτεί να αυξήσει τον στρατιωτικό της προϋπολογισμό στο 2% του ΑΕΠ της έως το 2008. Και η Μακεδονία βρίσκεται ήδη πολύ πάνω από το όριο του ΝΑΤΟ. Λίγοι από τους συμμάχους μας ικανοποιούν αυτά τα κριτήρια [σ.σ. των Αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων] και πραγματικά σας ευχαριστώ γι’ αυτό»[10]. Από τα συμφραζόμενα είναι προφανές πως ο αμερικανός υφυπουργός αναγνωρίζει πως οι οικονομικοί πόροι της Αλβανίας και της ΠΓΔΜ –εκ των φτωχότερων κρατών της Ευρώπης– είναι «ανεπαρκείς», καθώς και ότι η οικονομική υποβάθμιση της κοινωνικής πρόνοιας προς όφελος στρατιωτικών εξοπλισμών αποτελεί «σκληρή απόφαση» που θα ανεβάσει τους ρυθμούς φτώχιας. Τους ευχαριστεί όμως διότι, παρά τις εγχώριες δυσκολίες, εξακολουθούν να δίνουν προτεραιότητα στα αμερικανικά συμφέροντα.

ΑΝΑΓΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Σε τελική ανάλυση, η ισχυροποίηση της αμερικανικής διείσδυσης στα Βαλκάνια δεν υπονομεύει μόνο την Ελλάδα, αλλά όλες τις χώρες της περιοχής. Οι Έλληνες θα πρέπει να σταματήσουν να βλέπουν τους εαυτούς τους ως τα αιώνια και μοναδικά θύματα της πολιτικής των ΗΠΑ στην ανατολική Μεσόγειο. Οι απειλές κυβερνητικών στελεχών του στυλ «τα Σκόπια να ξέρουν ότι συνορεύουν με την Ελλάδα και όχι με τις ΗΠΑ» (Ντ. Μπακογιάννη [20]) δεν ωφελούν κανέναν. Αντίθετα, ωθούν την ΠΓΔΜ βαθύτερα στις αγκάλες της Ουάσιγκτον. Ταυτόχρονα, η λεονταρισμοί της Αθήνας αναφορικά με την διεύρυνση του ΝΑΤΟ δείχνουν έλλειψη στοιχειώδους διπλωματικής λογικής, όπως επίσης και επιπολαιότητας, διότι στην περίπτωση που οι απειλές για βέτο δεν πραγματοποιηθούν, θα ενισχυθεί η διεθνής εικόνα της Ελλάδας ως «χάρτινου τίγρη».

Είναι φυσικά παράλογο να κατηγορεί κανείς την ελληνική κυβέρνηση για την γενικότερη αποτυχία της να ανακόψει τον αμερικανικό επεκτατισμό στα Βαλκάνια. Για μια χώρα τόσο εξαρτημένη (στρατιωτικά, οικονομικά, πολιτισμικά) από τις ΗΠΑ, κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι μια γερή δόση πολιτικής δημιουργικότητας. Ας σταματήσει πια το «μακεδονικό» ζήτημα να αναμοχλεύεται από όλες τις κομματικές πτέρυγες προς όφελος μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων. Ας γίνει κατανοητό πως περισσότερες από 125 χώρες του κόσμου, καθώς και όλα τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ πλην της Γαλλίας, έχουν αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ ως Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ας σταματήσει η στείρα εμμονή στο όνομα. Είναι καιρός η Ελλάδα να ηγηθεί μιας προσπάθειας συσπείρωσης –και όχι εθνοτικού σεχταρισμού– των Βαλκανίων, με απώτερο στόχο την οικοδόμηση μιας διαβαλκανικής σύμπτυξης –με κοινές καταβολές, κοινές βλέψεις, και με τη δύναμη να υπερασπίζεται τις δικές της πολιτικές φιλοδοξίες.

Παραπομπές

[01] Ανών. (2008) «Afghanistan Recognizes Kosovo’s Independence», Associated Press, 18 Φεβρουαρίου.
[02] Μελέτης, Ν., και Ιγνατίου, Μ. (2007) «Νέο Σοκ από τις ΗΠΑ για το Σκοπιανό», Έθνος, 7 Μαΐου.
[03] Ιγνατίου, Μ. (2007) «Δυσφορία για τα ‘αδειάσματα’ της Ουάσιγκτον», Ημερησία, 7 Μαΐου.
[04] Ευσταθιάδης, Σ. (2008) «Η Ελλάδα Εμμένει στο Βέτο για τα Σκόπια», Το Βήμα, 17 Φεβρουαρίου.
[05] Chomsky, N. (1969) American Power and the New Mandarins, Pantheon Books, Νέα Υόρκη, σελ. 133, σημ. 35.
[06] Little, A. (2008) «High Hopes as Kosovo Goes it Alone», BBC, 15 Φεβρουαρίου.
[07] Ανών. (2008) «Deconstruction of the Declaration of Independence», ιστοσελίδα του κινήματος Vetëvendosje, 23 Φεβρουαρίου.
[08] Ανών. (2000) Poverty Reduction Strategy Paper (interim version), Government of the Republic of Macedonia, Σκόπια, Νοέμβριος.
[09] Ανών. (2006) Rural Poverty in the Republic of Macedonia, International Fund for Agricultural Development, Ρώμη.
[10] England, G.R. (2007) «NATO in the 21st Century: Albanian and Macedonian Perspectives», US Department of Defense, Ουάσιγκτον, 1 Φεβρουαρίου.
[11] Ανών. (1996) Report to the Chairman, Committee on International Relations, US House of Representatives, National Security and International Affairs Division, General Accounting Office, Ουάσιγκτον, Μάιος.
[12] Καρανασοπούλου, Ε.Δ. (2008) «Πόλωση και Σκληρά Παζάρια σε ΝΑΤΟ και ΗΠΑ», Τα Νέα, 11 Φεβρουαρίου.
[13] Brauch, H.G. (2003) Security and Environment in the Mediterranean, Springer, Κέιμπριτζ, σελ. 424.
[14] Baker, J.A. (1995) «Drawing the Line at Macedonia», The Los Angeles Times, 2 Μαΐου.
[15] Shanker, T., και Kulish, N. (2008) «U.S. Ties Europe’s Safety to Afghanistan», The New York Times, 11 Φεβρουαρίου.
[16] Trajkovski, B., και Wolfowitz, P. (2003) «Deputy Secretary Wolfowitz Joint Press Conference with Macedonian President Boris Trajkovski», Office of the Assistant Secretary of Defense, US Department of Defense, Ουάσιγκτον, 17 Μαΐου.
[17] Αδάμ, Κ. (2008) «Διάλογος Κουφών στις ΗΠΑ», Ελευθεροτυπία, 16 Φεβρουαρίου.
[18] Αδάμ, Κ. (2007) «ΝΑΤΟ το Αδιέξοδο στο Σκοπιανό», Ελευθεροτυπία, 27 Μαΐου.
[19] Δήμας, Δ.Π. (2008) «Χάρτινος Τίγρης Καλείται να μην Αποδειχτεί Χάρτινος», Ελευθεροτυπία, 12 Φεβρουαρίου.
[20] Χιώτης, Β., και Πελώνη, Α. (2007) «Θεατές στην Αναγνώριση», Τα Νέα, 21 Μαΐου.

15/2/08

Το Πικρό Δίλημμα των Αμερικανικών Εκλογών

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 915, 15 Φεβρουαρίου 2008, σελ. 30-33.

ΚΑΘΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΚΑΤΑ ΤΗ διάρκεια των προκριματικών εκλογών για την αμερικανική προεδρία, ο ελληνικός τύπος φιλοξενεί τα καθιερωμένα συμβατικά κείμενα που αξιολογούν τους υποψήφιους. Τα περισσότερα από αυτά τους κατατάσσουν σύμφωνα με ένα και μοναδικό κριτήριο: την επιφαινόμενη στάση τους στα ελληνικά θέματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πρόσφατο άρθρο του Αθανάσιου Έλις στην εφημερίδα Καθημερινή (3/2/08) με τίτλο «Ο Ομπάμα για Ελλάδα, Κύπρο, Πατριαρχείο»[1]. Ο Έλις, κατά καιρούς ανταποκριτής στις ΗΠΑ, που στο παρελθόν έχει συνεργαστεί με Τα Νέα και τον Antenna, πλέκει το εγκώμιο του Μπαράκ Ομπάμα, αγνοώντας επιδεικτικά όχι μόνο τους Ρεπουμπλικάνους υποψήφιους, αλλά και την εσωκομματική αντίπαλο του Ομπάμα, Χίλαρι Κλίντον. Αποφαίνεται δε πως «η ευαισθησία του Μπαράκ Ομπάμα για την κοινωνική συνοχή [...] και ο σεβασμός που επιδεικνύει στις αρχές του δικαίου στη διεθνή σκηνή [...] ίσως οριοθετήσουν και τη στάση που θα τηρήσει ως πρόεδρος [στο] Κυπριακό, αλλά και στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις».

Αφορμή για το κείμενο φαίνεται να υπήρξε πρόσφατη εκδήλωση στην Ουάσιγκτον της «Συντονιστικής Προσπάθειας Ελλήνων» (Coordinated Effort of Hellenes), μιας συντηρητικής ελληνοχριστιανικής ένωσης που αποσκοπεί στην άσκηση πολιτικής επιρροής στο Κογκρέσο. Στην εκδήλωση παραβρέθηκε ο ίδιος ο Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο της Καθημερινής, «τάχθηκε ξεκάθαρα υπέρ μιας λύσης στην Κύπρο που θα είναι αποδεκτή από τις δύο κοινότητες και η οποία θα βασίζεται στις αρχές του δικαίου». Χαρακτήρισε δε την Ελλάδα ως «έναν από τους ισχυρότερους συμμάχους και στενότερους εταίρους των ΗΠΑ στη Μεσόγειο». Οι δύο αυτές επισημάνσεις ερμηνεύονται στο άρθρο ως «δείγμα[τα] των προθέσεων του [Μπαράκ Ομπάμα] στα θέματα που απασχολούν την Ελλάδα, τις οποίες ελπίζεται ότι θα υλοποιήσει εάν εκλεγεί πρόεδρος».

ΡΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΘΙΜΟΤΥΠΙΕΣ

Διαβάζοντας τα παραπάνω, θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να αναρωτηθεί εάν υπάρχει άραγε Αμερικανός πολιτικός που θα διαφωνούσε δημόσια με τη λογική άποψη πως η λύση στο θέμα της Κύπρου θα πρέπει «να είναι αποδεκτή από τις δύο κοινότητες» και να «βασίζεται στις αρχές του δικαίου» –πόσο μάλλον μιλώντας ενώπιον ελληνοαμερικανικού ακροατηρίου σε προεκλογική περίοδο! Θα μπορούσε επίσης να αναρωτηθεί εάν υπήρξε ποτέ στην πρόσφατη ιστορία Αμερικανός προεδρικός υποψήφιος που να μην αποκάλεσε την Ελλάδα «έναν από τους ισχυρότερους συμμάχους και στενότερους εταίρους των ΗΠΑ». Άλλωστε ο εθιμοτυπικός αυτός χαρακτηρισμός απευθύνεται απλόχερα από κάθε λογής Αμερικανούς πολιτικούς και διπλωμάτες προς κάθε κατεύθυνση, είτε αυτή είναι η Ελλάδα, είτε η Τουρκία, είτε το Τατζικιστάν.

Παράλληλα, είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι προεδρικοί υποψήφιοι σαν τον Μπαράκ Ομπάμα είναι απαραίτητα γνώστες των επί μέρους πτυχών των ελληνικών θεμάτων. Το προαναφερθέν άρθρο της Καθημερινής αναφέρει πως ο Ομπάμα «δεν δίστασε να ζητήσει από την Τουρκία να απελευθερώσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη και να επιτρέψει την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης». Καλούμαστε δηλαδή να πιστέψουμε πως ο Γερουσιαστής Ομπάμα, Αφροαμερικανός, με πατέρα Κενυάτη και μητέρα από το Κάνσας, είναι γνώστης των ελληνοτουρκικών θεμάτων σε βαθμό που να γνωρίζει την Θεολογική Σχολή της Χάλκης, αλλά και τις διενέξεις του ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου με την Τουρκία, οι οποίες σπανίως αφορούν κανέναν πέραν του στενού κύκλου των άμεσα ενδιαφερόμενων.

Αυτό που προφανώς συνέβη είναι πως ο Γερουσιαστής Ομπάμα προετοιμάστηκε για την ομιλία του στην εκδήλωση της «Συντονιστικής Προσπάθειας Ελλήνων», φροντίζοντας να συνομιλήσει προηγουμένως με επιλεγμένα άτομα της ελληνοαμερικανικής κοινότητας. Οι τελευταίοι πιθανότατα του εξήγησαν περιληπτικά τα σημαντικότερα ζητήματα που αφορούν την συντηρητική Ελληνική κοινότητα των ΗΠΑ (που δεν συμπίπτουν απαραίτητα με εκείνα της Ελλάδας), υποβοηθώντας τον έτσι να αντεπεξέλθει –ρητορικά και οπωσδήποτε αόριστα– στις προσδοκίες των παρευρισκόμενων. Αυτή είναι η συνήθης πρακτική όλων ανεξαιρέτως των Αμερικανών πολιτικών που αποζητούν τις ψήφους οποιουδήποτε εθνικού λόμπι στη «χώρα των μεταναστών».

ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ

Στην πραγματικότητα, για να γίνουν σοβαρές προβλέψεις των πολιτικών χειρισμών του επόμενου Πρόεδρου των ΗΠΑ είναι απαραίτητο να μελετηθούν στοιχεία πέραν των ρητορικών τεχνασμάτων των υποψήφιων. Η σημαντική αυτή προϋπόθεση ισχύει ιδιαίτερα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Κι αυτό διότι οι ΗΠΑ είναι μια χώρα της οποίας η εξωτερική πολιτική επεκτείνεται και επηρεάζει ακόμα και την πιο απομακρυσμένη γωνιά της υφηλίου. Είναι συνεπώς παράλογο να θεωρεί κανείς προφανείς τις προθέσεις οποιουδήποτε προεδρικού υποψήφιου πάνω σε θέματα σχετικά δευτερεύοντα, όπως π.χ. το αμπχαζικό ζήτημα στη Γεωργία, ή τη διένεξη Μαρόκου-Μαυριτανίας για τη Δυτική Σαχάρα. Κάτι παρόμοιο ισχύει και στην περίπτωση της Ελλάδας, διότι όσο και αν θέλουμε να πιστεύουμε πως τα εθνικά μας ζητήματα είναι κύριας διεθνούς σημασίας, στην πραγματικότητα θέματα όπως των Ιμίων, ή της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, βρίσκονται πάρα πολύ χαμηλά στον κατάλογο των πολιτικών προτεραιοτήτων της υπερδύναμης.

Για να επιχειρηθεί λοιπόν μια σχετικά τεκμηριωμένη πρόβλεψη των μελλοντικών πολιτικών επιλογών του επόμενου Προέδρου των ΗΠΑ, θα πρέπει κανείς να στρέψει την προσοχή του, όχι στους υποψήφιους καθαυτούς, αλλά στις τάξεις των πολιτικών τους συμβούλων. Οι τελευταίοι θα επανδρώσουν σε μεγάλο βαθμό το κυβερνητικό επιτελείο του επόμενου Πλανητάρχη. Ο πολιτικές προθέσεις αυτών των συμβούλων, που συνήθως είναι εξειδικευμένοι εμπειρογνώμονες, θα καθορίσουν αποφασιστικά τις επιλογές της επόμενης κυβέρνησης.

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΛΙΝΤΟΝ

Ας πάρουμε για παράδειγμα την προεκλογική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον. Όλα σχεδόν τα υψηλόβαθμα συμβουλευτικά της στελέχη είναι παλιοί σύντροφοι του συζύγου της και πολιτικοί πρωταγωνιστές της οκταετίας των κυβερνήσεών του. Πρόκειται για βετεράνους πολιτικούς όπως την Μαντλίν Όλμπραϊτ, υπουργό εξωτερικών της δεύτερης κυβέρνησης Κλίντον, 1997-2001. Η Όλμπραϊτ υπήρξε μανιώδης υποστηρίκτρια της χρήσης στρατιωτικής βίας με στόχο την επίτευξη αμερικανικών στρατηγικών στόχων, όπως ήταν η εισβολή στη Γιουγκοσλαβία. Το 1993, κατά τη διάρκεια υπουργικού συμβουλίου, παρότρυνε τους συναδέλφους της να συμμεριστούν τις μιλιταριστικές της απόψεις ρωτώντας ρητορικά: «ποιος είναι ο λόγος που διαθέτουμε τον έξοχο αυτό στρατό [...] εάν δεν μας δίνεται η δυνατότητα να τον χρησιμοποιούμε;» [2].

Την ίδια εποχή, ως πρέσβης των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, η Όλμπραϊτ είχε αρνηθεί οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή στις απεγνωσμένες διεθνείς προσπάθειες να τερματιστεί η τρομακτική γενοκτονία στη Ρουάντα, η οποία στοίχισε τη ζωή σε ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Παράλληλα, μετά την λήξη του πολέμου του Περσικού Κόλπου, το 1991, υπεραμύνθηκε μέχρι τελικής πτώσης την επιβολή από τις ΗΠΑ ενός εκτεταμένου εμπάργκο στο Ιράκ. Σύμφωνα με την UNICEF, το εμπάργκο αυτό ελάχιστα ενόχλησε την διοικητική ελίτ του Σαντάμ Χουσεΐν, στοίχισε όμως τη ζωή σε περισσότερα από 400.000 παιδιά του Ιράκ, λόγω έλλειψης τροφής και φαρμάκων [3]. Το 1996, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής της συνέντευξης στην αμερικανική εκπομπή 60 Minutes, η Όλμπραϊτ ρωτήθηκε από την δημοσιογράφο Λέσλι Σταλ: «Ακούσαμε πως μισό εκατομμύριο παιδιά έχουν πεθάνει [στο Ιράκ λόγω του εμπάργκο], περισσότερα παιδιά από όσα πέθαναν στη Χιροσίμα. Άξιζε το αποτέλεσμα;». Η απάντηση της Αμερικανίδας πολιτικού ήταν σαφής όσο και αποστομωτική: «Νομίζω πως πρόκειται για μια πολύ δύσκολη επιλογή, αλλά νομίζουμε πως το αποτέλεσμα αξίζει»[4].

Ένα άλλο κεντρικό πρόσωπο στο συμβουλευτικό επιτελείο της Χίλαρι Κλίντον είναι ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας και κατόπιν υφυπουργός εξωτερικών της κυβέρνησης Κάρτερ. Ως υπεύθυνος για θέματα νοτιοανατολικής Ασίας, ο Χόλμπρουκ υπήρξε πολιτικός σύμμαχος της στυγνής δικτατορίας του Σουχάρτο στην Ινδονησία, την οποία συνέχισε να υποστηρίζει ένθερμα ακόμα και μετά την εισβολή της τελευταίας στο Ανατολικό Τιμόρ το 1975, όπου Ινδονησιακά στρατεύματα εξολόθρευσαν το ένα τρίτο του πληθυσμού. Μάλιστα ο Χόλμπρουκ ηγήθηκε της αμερικανικής διπλωματικής εξόρμησης στα Ηνωμένα Έθνη με σκοπό την υπονόμευση οποιασδήποτε απόπειρας να τερματιστεί η εισβολή. Παράλληλα, ο Χόλμπρουκ ήταν από τους εμπνευστές της πολιτικής σύμπραξης των ΗΠΑ με τη δικτατορία του Φέρντιναντ Μάρκος στις Φιλιππίνες, καθώς και με τη νοτιοκορεάτικη χούντα που το 1980 κατακρεούργησε τη δημοκρατική φοιτητική εξέγερση του Γκουανγκζού. Ακόμα και σήμερα, ο Χόλμπρουκ είναι ένας από τους λίγους Δημοκρατικούς υποστηρικτές του πολέμου στο Ιράκ.

Άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της συμβουλευτικής ομάδας της Χίλαρι Κλίντον είναι ο Σάμουελ Μπέργκερ, σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Μπιλ Κλίντον και υποστηρικτής της εισβολής στη Γιουγκοσλαβία, καθώς και ο Στρατηγός Τζακ Κιν, που ηγήθηκε των αμερικανικών επεμβάσεων στην Αϊτή, τη Σομαλία και τη Γιουγκοσλαβία, και που σήμερα τελεί έμμισθος σύμβουλος της κατοχικής αμερικανικής δύναμης στο Ιράκ.

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΟΥ ΟΜΠΑΜΑ

Η πολιτική σύσταση της αντίστοιχης ομάδας συμβούλων του Μπαράκ Ομπάμα διαφέρει ελάχιστα από εκείνη της Κλίντον. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως το ηγετικό πρόσωπο του συμβουλευτικού του επιτελείου δεν είναι άλλο από τον γνωστό Αμερικανοπολωνό πολιτικό επιστήμονα Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, πρώην σύμβουλο εθνικής ασφάλειας στην κυβέρνηση Κάρτερ. Ο Μπρεζίνσκι διακρίθηκε για τις επιθετικές του απόψεις γύρω από την εξωτερική πολιτική, που τον έφεραν συχνά αντιμέτωπο με άλλα κυβερνητικά στελέχη. Έπαιξε δε ηγετικό ρόλο στην συστηματική χρηματοδότηση και προμήθεια αμερικανικού οπλισμού στους αντι-Σοβιετικούς μουτζαχεντίν του Πακιστάν και του Αφγανιστάν, οι οποίοι σταδιακά εξελίχθηκαν στους σημερινούς Ταλιμπάν.

Τον Μπαράκ Ομπάμα συμβουλεύει επίσης ο Άντονι Λέικ, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας επί Μπιλ Κλίντον. Ο Λέικ θήτευσε στο υπουργείο εξωτερικών υπό τον Χένρι Κίσινγκερ, τον οποίο αναγκάστηκε τελικά να αποκηρύξει το 1970, συνειδητοποιώντας σχετικά καθυστερημένα τον απάνθρωπο χαρακτήρα της εκστρατείας των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, το Λάος και την Καμπότζη. Αργότερα όμως έδειξε πιστός στο «δόγμα Κίσινγκερ» μέσω της ένθερμης υποστήριξής του της αμερικανικής πολιτικοστρατιωτικής επέμβασης στην Αϊτή, στα μέσα της δεκαετίας του 1990.

Μια άλλη σημαντική προσωπικότητα στο συμβουλευτικό επιτελείο του Γερουσιαστή Ομπάμα είναι ο Ντένις Ρος, πρώην αξιωματούχος του υπουργείου εξωτερικών και κατά καιρούς συνήγορος της Ισραηλινής κατοχής της Παλαιστίνης. Πρόσφατα, όταν ο Τζίμι Κάρτερ χαρακτήρισε το Ισραήλ ως κράτος-απαρτχάιντ, ο Ρος, εβραίος στην καταγωγή, υπήρξε ένας από τους εμφατικότερους δημόσιους επικριτές του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ. Ο στενός φίλος του Ρος, απόστρατος Στρατηγός Μέριλ Μακπίκ, συμβουλεύει τον Ομπάμα για αμυντικά θέματα. Ο Μακπίκ ήταν ηγετικό στρατιωτικό στέλεχος των επεμβάσεων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο κατά τη δεκαετία του 1990, ενώ υποστήριξε ενεργά την συμμαχική πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Ινδονησία έως την εποχή της ολοκλήρωσης της γενοκτονίας στο Ανατολικό Τιμόρ, το 1998.

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί η συμμετοχή στην συμβουλευτική ομάδα του Γερουσιαστή Ομπάμα της πανεπιστημιακού Σάρα Σιούαλ, που υπηρέτησε στο αμερικανικό υπουργείο άμυνας επί προεδρίας Κλίντον και είναι συγγραφέας των στρατιωτικών εγχειριδίων του Πεντάγωνου προς χρήση των αμερικανικών κατοχικών στρατευμάτων στο Ιράκ και αλλού.

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΕΙΝ

Σε αντίθεση με την αμφίρροπη αναμέτρηση Κλίντον-Ομπάμα στην παράταξη των Δημοκρατικών, ο Τζον Μακέιν δείχνει να είναι το αδιαφιλονίκητο φαβορί των Ρεπουμπλικάνων για το χρίσμα της Προεδρίας. Η δική του ομάδα πολιτικών συμβούλων δεν είναι απλά καταθλιπτική, όπως εκείνη των Δημοκρατικών υποψήφιων, αλλά εφιαλτική. Περιλαμβάνει ονόματα όπως του Χένρι Κίσινγκερ, ίσως του καταστροφικότερου υπουργού εξωτερικών στην ιστορία των ΗΠΑ. Ο αποκαλούμενος «χασάπης του Βιετνάμ», κύριος υπεύθυνος του αραβο-ισραηλινού πολέμου του Γιομ Κιπούρ (1973) και της παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης που επακολούθησε, δείχνει να μην είναι ακόμα κορεσμένος από τον εθισμό της εξουσίας. Λέγεται δε πως τον τελευταίο καιρό έχει περιορίσει τα ταξίδια του στο εξωτερικό, διότι φοβάται την πιθανή σύλληψή του για εγκλήματα πολέμου από αστυνομικές αρχές ξένων χωρών.

Ένα άλλο γνώριμο όνομα στην συμβουλευτική ομάδα του Μακέιν είναι ο Κόλιν Πάουελ, στρατιωτικός ηγήτορας του πολέμου του Περσικού και υπουργός εξωτερικών της πρώτης κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους. Αποσύρθηκε διακριτικά από την πολιτική στον απόηχο του φιάσκου της αλαζονικής εισήγησής του στα Ηνωμένα Έθνη, το 2003, όταν «αποκάλυψε» στον κόσμο τις «αποδείξεις» της υπερδύναμης για την «κατοχή» από το Ιράκ «όπλων μαζικής καταστροφής».

Μεταξύ των άλλων τρομακτικών ονομάτων στον κατάλογο συμβούλων του Μακέιν συμπεριλαμβάνονται εκείνα των ακροδεξιών Ουίλιαμ Κρίστολ, Ρόμπερτ Κέιγκαν και Γκάρι Σμιτ, πολιτικών εμπνευστών της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, καθώς και του Γερουσιαστή Τσακ Χέιγκελ, φανατικού υπέρμαχου της οριστικής αποχώρησης των ΗΠΑ από τα Ηνωμένα Έθνη....

Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΟΥ 1%

Τα παραπάνω δεν τα αναφέρω μόνο για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Τα αναφέρω κυρίως για να δείξω την αδιαφιλονίκητη σημασία της εμπεριστατωμένης διερευνητικής τεκμηρίωσης που απαιτείται πριν εκφραστεί κανείς δημόσια υπέρ οποιουδήποτε υποψήφιου Πλανητάρχη –κυρίως δε Δημοκρατικού. Ακούγεται ωραίο να εκθειάζει κανείς την «ευαισθησία του Μπάρακ Ομπάμα για την κοινωνική συνοχή [...] και [τον] σεβασμό [...] που επιδεικνύει στις αρχές του δικαίου στη διεθνή σκηνή» (Έλις στην Καθημερινή). Το θέμα είναι εάν αυτό διαφαίνεται από τις πολιτικές επιλογές του υποψήφιου, καθώς και από τις καταγεγραμμένες πολιτικές πρακτικές των προσωπικοτήτων που στελεχώνουν τον συμβουλευτικό του περίγυρο.

Ταυτόχρονα, είναι λαθεμένο για έναν Έλληνα ή Ελληνοαμερικανό να διαμορφώνει τις εκλογικές του προτιμήσεις με μοναδική συνιστώσα την επιφαινόμενη στάση των προεδρικών υποψήφιων γύρω από τα ελληνικά ζητήματα. Η Ελλάδα, όπως και όλες οι χώρες που ζουν υπό την επήρεια της υπερδύναμης, θα ευνοηθεί γεωστρατηγικά από την εκλογή μιας αμερικανικής κυβέρνησης που θα συμμεριστεί τις αρχές του διεθνούς δικαίου, θα αποκηρύξει τη βία και την στρατιωτική τρομοκρατία και θα παρουσιάσει ουσιαστικές ενδείξεις πολιτικής συνοχής που έχουμε να δούμε από την εποχή του Βενιαμίν Φραγκλίνου. Εξετάζοντας τη σύνθεση των συμβουλευτικών επιτελείων των τριών φαβορί για την Προεδρία των ΗΠΑ, είναι προφανές πως κανείς τους δεν διαθέτει τις ιδανικές προϋποθέσεις για μια τόσο ριζοσπαστική πολιτική αναδιάρθρωση.

Εντούτοις δε θέλω να δώσω την εντύπωση μιας ολικής πολιτικής ισοπέδωσης μεταξύ των τριών υποψηφίων. Είναι γεγονός πως στην συμβουλευτική ομάδα του Μπαράκ Ομπάμα συγκαταλέγονται, πέρα από τους αντιδραστικούς υπέρμαχους του αμερικανικού επεκτατισμού, ορισμένες σχετικά ελπιδοφόρες μορφές της αμερικανικής πολιτικής. Μεταξύ αυτών είναι η Σούζαν Ράις, πρώην υφυπουργός εξωτερικών για αφρικανικά θέματα, η οποία έχει σπουδάσει στην Ευρώπη και έχει ασχοληθεί εντατικά με τα προβλήματα της Αφρικής. Είναι επίσης ο Τζόζεφ Σιρινκιόνι, πολυγραφότατος πανεπιστημιακός και υπέρμαχος του πυρηνικού αφοπλισμού, ο Λόρενς Κορμπ, που έχει προτείνει την δραστική περικοπή του κολοσσιαίου αμυντικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ, και τέλος η Σαμάνθα Πάουερ, νομικός, γεννημένη στην Ιρλανδία, που έχει τοποθετηθεί υπέρ της παγκόσμιας αναγνώρισης ως γενοκτονίας της τουρκικής εξόντωσης των Αρμενίων.

Εν τέλει, η προσωπική μου άποψη είναι πως η πολιτική διαφορά μεταξύ του Μακέιν, από τη μια πλευρά, και των Δημοκρατικών Κλίντον και Ομπάμα, από την άλλη, είναι οφθαλμοφανής. Η διαφορά μεταξύ των δυο Δημοκρατικών υποψηφίων είναι σχεδόν μηδαμινή, αλλά με τη ζυγαριά να γέρνει ελάχιστα προς τη μεριά του Ομπάμα. Ωστόσο, ακόμα και η μικρή αυτή διαφορά έχει τη σημασία της. Σχετικά με αυτήν, ο Αμερικανός δημοσιογράφος και ερευνητής Άλαν Νερν δήλωσε πρόσφατα το εξής: «Η Αμερική είναι τόσο απέραντα ισχυρή, επηρεάζει και έχει τη δύναμη να εξολοθρεύσει τόσες εκατομμύρια ζωές σε ολόκληρο τον κόσμο, που αν υποτεθεί πως έχουμε [μπροστά μας] δυο [προεδρικούς] υποψήφιους που είναι κατά 99% όμοιοι [πολιτικά, αν] υπάρχει δηλαδή μόνο 1% διαφορά μεταξύ τους, και αν [υποτεθεί ότι] μιλάμε για αποφάσεις που επηρεάζουν ένα εκατομμύριο ζωές, τότε 1% του ενός εκατομμυρίου είναι 10.000 ζωές. Οπότε, έστω και αν είναι μια πικρή απόφαση, εάν διαλέξετε τον υποψήφιο που θα σκοτώσει 10.000 λιγότερους ανθρώπους, τότε βοηθήσετε να σωθούν 10.000 ανθρώπινες ζωές»[5]. Ίσως τελικά να είναι τυχεροί όσοι ζουν έξω από τις ΗΠΑ και δεν θ’ αναγκαστούν να υποστούν το ανατριχιαστικό δίλημμα που θέτει ο Νερν.

Παραπομπές

[1] Έλις, Α. (2008) «Ο Ομπάμα για Ελλάδα, Κύπρο, Πατριαρχείο», εφημερίδα Καθημερινή, 3 Φεβρουαρίου.
[2] Αναφέρεται στο βιβλίο του ιστορικού Andrew J. Bacevich (2005) The New American Militarism: How Americans Are Seduced by War, Oxford University Press, Νέα Υόρκη, σελ. 24.
[3] Ηλεκτρονικό αντίτυπο της έκθεσης της UNICEF φιλοξενείται στην ιστοσελίδα της Καμπάνιας Ενάντια στις Κυρώσεις στο Ιράκ.
[4] Δείτε την ανάλυση του Rahul Mahajan στο περιοδικό Extra!, τεύχος Νοεμβρίου / Δεκεμβρίου του 2001.
[5] Στην ραδιοφωνική εκπομπή Democracy Now, στις 3 Ιανουαρίου του 2008.