15/2/08

Το Πικρό Δίλημμα των Αμερικανικών Εκλογών

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 915, 15 Φεβρουαρίου 2008, σελ. 30-33.

ΚΑΘΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΚΑΤΑ ΤΗ διάρκεια των προκριματικών εκλογών για την αμερικανική προεδρία, ο ελληνικός τύπος φιλοξενεί τα καθιερωμένα συμβατικά κείμενα που αξιολογούν τους υποψήφιους. Τα περισσότερα από αυτά τους κατατάσσουν σύμφωνα με ένα και μοναδικό κριτήριο: την επιφαινόμενη στάση τους στα ελληνικά θέματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πρόσφατο άρθρο του Αθανάσιου Έλις στην εφημερίδα Καθημερινή (3/2/08) με τίτλο «Ο Ομπάμα για Ελλάδα, Κύπρο, Πατριαρχείο»[1]. Ο Έλις, κατά καιρούς ανταποκριτής στις ΗΠΑ, που στο παρελθόν έχει συνεργαστεί με Τα Νέα και τον Antenna, πλέκει το εγκώμιο του Μπαράκ Ομπάμα, αγνοώντας επιδεικτικά όχι μόνο τους Ρεπουμπλικάνους υποψήφιους, αλλά και την εσωκομματική αντίπαλο του Ομπάμα, Χίλαρι Κλίντον. Αποφαίνεται δε πως «η ευαισθησία του Μπαράκ Ομπάμα για την κοινωνική συνοχή [...] και ο σεβασμός που επιδεικνύει στις αρχές του δικαίου στη διεθνή σκηνή [...] ίσως οριοθετήσουν και τη στάση που θα τηρήσει ως πρόεδρος [στο] Κυπριακό, αλλά και στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις».

Αφορμή για το κείμενο φαίνεται να υπήρξε πρόσφατη εκδήλωση στην Ουάσιγκτον της «Συντονιστικής Προσπάθειας Ελλήνων» (Coordinated Effort of Hellenes), μιας συντηρητικής ελληνοχριστιανικής ένωσης που αποσκοπεί στην άσκηση πολιτικής επιρροής στο Κογκρέσο. Στην εκδήλωση παραβρέθηκε ο ίδιος ο Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο της Καθημερινής, «τάχθηκε ξεκάθαρα υπέρ μιας λύσης στην Κύπρο που θα είναι αποδεκτή από τις δύο κοινότητες και η οποία θα βασίζεται στις αρχές του δικαίου». Χαρακτήρισε δε την Ελλάδα ως «έναν από τους ισχυρότερους συμμάχους και στενότερους εταίρους των ΗΠΑ στη Μεσόγειο». Οι δύο αυτές επισημάνσεις ερμηνεύονται στο άρθρο ως «δείγμα[τα] των προθέσεων του [Μπαράκ Ομπάμα] στα θέματα που απασχολούν την Ελλάδα, τις οποίες ελπίζεται ότι θα υλοποιήσει εάν εκλεγεί πρόεδρος».

ΡΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΘΙΜΟΤΥΠΙΕΣ

Διαβάζοντας τα παραπάνω, θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να αναρωτηθεί εάν υπάρχει άραγε Αμερικανός πολιτικός που θα διαφωνούσε δημόσια με τη λογική άποψη πως η λύση στο θέμα της Κύπρου θα πρέπει «να είναι αποδεκτή από τις δύο κοινότητες» και να «βασίζεται στις αρχές του δικαίου» –πόσο μάλλον μιλώντας ενώπιον ελληνοαμερικανικού ακροατηρίου σε προεκλογική περίοδο! Θα μπορούσε επίσης να αναρωτηθεί εάν υπήρξε ποτέ στην πρόσφατη ιστορία Αμερικανός προεδρικός υποψήφιος που να μην αποκάλεσε την Ελλάδα «έναν από τους ισχυρότερους συμμάχους και στενότερους εταίρους των ΗΠΑ». Άλλωστε ο εθιμοτυπικός αυτός χαρακτηρισμός απευθύνεται απλόχερα από κάθε λογής Αμερικανούς πολιτικούς και διπλωμάτες προς κάθε κατεύθυνση, είτε αυτή είναι η Ελλάδα, είτε η Τουρκία, είτε το Τατζικιστάν.

Παράλληλα, είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι προεδρικοί υποψήφιοι σαν τον Μπαράκ Ομπάμα είναι απαραίτητα γνώστες των επί μέρους πτυχών των ελληνικών θεμάτων. Το προαναφερθέν άρθρο της Καθημερινής αναφέρει πως ο Ομπάμα «δεν δίστασε να ζητήσει από την Τουρκία να απελευθερώσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη και να επιτρέψει την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης». Καλούμαστε δηλαδή να πιστέψουμε πως ο Γερουσιαστής Ομπάμα, Αφροαμερικανός, με πατέρα Κενυάτη και μητέρα από το Κάνσας, είναι γνώστης των ελληνοτουρκικών θεμάτων σε βαθμό που να γνωρίζει την Θεολογική Σχολή της Χάλκης, αλλά και τις διενέξεις του ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου με την Τουρκία, οι οποίες σπανίως αφορούν κανέναν πέραν του στενού κύκλου των άμεσα ενδιαφερόμενων.

Αυτό που προφανώς συνέβη είναι πως ο Γερουσιαστής Ομπάμα προετοιμάστηκε για την ομιλία του στην εκδήλωση της «Συντονιστικής Προσπάθειας Ελλήνων», φροντίζοντας να συνομιλήσει προηγουμένως με επιλεγμένα άτομα της ελληνοαμερικανικής κοινότητας. Οι τελευταίοι πιθανότατα του εξήγησαν περιληπτικά τα σημαντικότερα ζητήματα που αφορούν την συντηρητική Ελληνική κοινότητα των ΗΠΑ (που δεν συμπίπτουν απαραίτητα με εκείνα της Ελλάδας), υποβοηθώντας τον έτσι να αντεπεξέλθει –ρητορικά και οπωσδήποτε αόριστα– στις προσδοκίες των παρευρισκόμενων. Αυτή είναι η συνήθης πρακτική όλων ανεξαιρέτως των Αμερικανών πολιτικών που αποζητούν τις ψήφους οποιουδήποτε εθνικού λόμπι στη «χώρα των μεταναστών».

ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ

Στην πραγματικότητα, για να γίνουν σοβαρές προβλέψεις των πολιτικών χειρισμών του επόμενου Πρόεδρου των ΗΠΑ είναι απαραίτητο να μελετηθούν στοιχεία πέραν των ρητορικών τεχνασμάτων των υποψήφιων. Η σημαντική αυτή προϋπόθεση ισχύει ιδιαίτερα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Κι αυτό διότι οι ΗΠΑ είναι μια χώρα της οποίας η εξωτερική πολιτική επεκτείνεται και επηρεάζει ακόμα και την πιο απομακρυσμένη γωνιά της υφηλίου. Είναι συνεπώς παράλογο να θεωρεί κανείς προφανείς τις προθέσεις οποιουδήποτε προεδρικού υποψήφιου πάνω σε θέματα σχετικά δευτερεύοντα, όπως π.χ. το αμπχαζικό ζήτημα στη Γεωργία, ή τη διένεξη Μαρόκου-Μαυριτανίας για τη Δυτική Σαχάρα. Κάτι παρόμοιο ισχύει και στην περίπτωση της Ελλάδας, διότι όσο και αν θέλουμε να πιστεύουμε πως τα εθνικά μας ζητήματα είναι κύριας διεθνούς σημασίας, στην πραγματικότητα θέματα όπως των Ιμίων, ή της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, βρίσκονται πάρα πολύ χαμηλά στον κατάλογο των πολιτικών προτεραιοτήτων της υπερδύναμης.

Για να επιχειρηθεί λοιπόν μια σχετικά τεκμηριωμένη πρόβλεψη των μελλοντικών πολιτικών επιλογών του επόμενου Προέδρου των ΗΠΑ, θα πρέπει κανείς να στρέψει την προσοχή του, όχι στους υποψήφιους καθαυτούς, αλλά στις τάξεις των πολιτικών τους συμβούλων. Οι τελευταίοι θα επανδρώσουν σε μεγάλο βαθμό το κυβερνητικό επιτελείο του επόμενου Πλανητάρχη. Ο πολιτικές προθέσεις αυτών των συμβούλων, που συνήθως είναι εξειδικευμένοι εμπειρογνώμονες, θα καθορίσουν αποφασιστικά τις επιλογές της επόμενης κυβέρνησης.

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΛΙΝΤΟΝ

Ας πάρουμε για παράδειγμα την προεκλογική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον. Όλα σχεδόν τα υψηλόβαθμα συμβουλευτικά της στελέχη είναι παλιοί σύντροφοι του συζύγου της και πολιτικοί πρωταγωνιστές της οκταετίας των κυβερνήσεών του. Πρόκειται για βετεράνους πολιτικούς όπως την Μαντλίν Όλμπραϊτ, υπουργό εξωτερικών της δεύτερης κυβέρνησης Κλίντον, 1997-2001. Η Όλμπραϊτ υπήρξε μανιώδης υποστηρίκτρια της χρήσης στρατιωτικής βίας με στόχο την επίτευξη αμερικανικών στρατηγικών στόχων, όπως ήταν η εισβολή στη Γιουγκοσλαβία. Το 1993, κατά τη διάρκεια υπουργικού συμβουλίου, παρότρυνε τους συναδέλφους της να συμμεριστούν τις μιλιταριστικές της απόψεις ρωτώντας ρητορικά: «ποιος είναι ο λόγος που διαθέτουμε τον έξοχο αυτό στρατό [...] εάν δεν μας δίνεται η δυνατότητα να τον χρησιμοποιούμε;» [2].

Την ίδια εποχή, ως πρέσβης των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, η Όλμπραϊτ είχε αρνηθεί οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή στις απεγνωσμένες διεθνείς προσπάθειες να τερματιστεί η τρομακτική γενοκτονία στη Ρουάντα, η οποία στοίχισε τη ζωή σε ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Παράλληλα, μετά την λήξη του πολέμου του Περσικού Κόλπου, το 1991, υπεραμύνθηκε μέχρι τελικής πτώσης την επιβολή από τις ΗΠΑ ενός εκτεταμένου εμπάργκο στο Ιράκ. Σύμφωνα με την UNICEF, το εμπάργκο αυτό ελάχιστα ενόχλησε την διοικητική ελίτ του Σαντάμ Χουσεΐν, στοίχισε όμως τη ζωή σε περισσότερα από 400.000 παιδιά του Ιράκ, λόγω έλλειψης τροφής και φαρμάκων [3]. Το 1996, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής της συνέντευξης στην αμερικανική εκπομπή 60 Minutes, η Όλμπραϊτ ρωτήθηκε από την δημοσιογράφο Λέσλι Σταλ: «Ακούσαμε πως μισό εκατομμύριο παιδιά έχουν πεθάνει [στο Ιράκ λόγω του εμπάργκο], περισσότερα παιδιά από όσα πέθαναν στη Χιροσίμα. Άξιζε το αποτέλεσμα;». Η απάντηση της Αμερικανίδας πολιτικού ήταν σαφής όσο και αποστομωτική: «Νομίζω πως πρόκειται για μια πολύ δύσκολη επιλογή, αλλά νομίζουμε πως το αποτέλεσμα αξίζει»[4].

Ένα άλλο κεντρικό πρόσωπο στο συμβουλευτικό επιτελείο της Χίλαρι Κλίντον είναι ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας και κατόπιν υφυπουργός εξωτερικών της κυβέρνησης Κάρτερ. Ως υπεύθυνος για θέματα νοτιοανατολικής Ασίας, ο Χόλμπρουκ υπήρξε πολιτικός σύμμαχος της στυγνής δικτατορίας του Σουχάρτο στην Ινδονησία, την οποία συνέχισε να υποστηρίζει ένθερμα ακόμα και μετά την εισβολή της τελευταίας στο Ανατολικό Τιμόρ το 1975, όπου Ινδονησιακά στρατεύματα εξολόθρευσαν το ένα τρίτο του πληθυσμού. Μάλιστα ο Χόλμπρουκ ηγήθηκε της αμερικανικής διπλωματικής εξόρμησης στα Ηνωμένα Έθνη με σκοπό την υπονόμευση οποιασδήποτε απόπειρας να τερματιστεί η εισβολή. Παράλληλα, ο Χόλμπρουκ ήταν από τους εμπνευστές της πολιτικής σύμπραξης των ΗΠΑ με τη δικτατορία του Φέρντιναντ Μάρκος στις Φιλιππίνες, καθώς και με τη νοτιοκορεάτικη χούντα που το 1980 κατακρεούργησε τη δημοκρατική φοιτητική εξέγερση του Γκουανγκζού. Ακόμα και σήμερα, ο Χόλμπρουκ είναι ένας από τους λίγους Δημοκρατικούς υποστηρικτές του πολέμου στο Ιράκ.

Άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της συμβουλευτικής ομάδας της Χίλαρι Κλίντον είναι ο Σάμουελ Μπέργκερ, σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Μπιλ Κλίντον και υποστηρικτής της εισβολής στη Γιουγκοσλαβία, καθώς και ο Στρατηγός Τζακ Κιν, που ηγήθηκε των αμερικανικών επεμβάσεων στην Αϊτή, τη Σομαλία και τη Γιουγκοσλαβία, και που σήμερα τελεί έμμισθος σύμβουλος της κατοχικής αμερικανικής δύναμης στο Ιράκ.

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΟΥ ΟΜΠΑΜΑ

Η πολιτική σύσταση της αντίστοιχης ομάδας συμβούλων του Μπαράκ Ομπάμα διαφέρει ελάχιστα από εκείνη της Κλίντον. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως το ηγετικό πρόσωπο του συμβουλευτικού του επιτελείου δεν είναι άλλο από τον γνωστό Αμερικανοπολωνό πολιτικό επιστήμονα Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, πρώην σύμβουλο εθνικής ασφάλειας στην κυβέρνηση Κάρτερ. Ο Μπρεζίνσκι διακρίθηκε για τις επιθετικές του απόψεις γύρω από την εξωτερική πολιτική, που τον έφεραν συχνά αντιμέτωπο με άλλα κυβερνητικά στελέχη. Έπαιξε δε ηγετικό ρόλο στην συστηματική χρηματοδότηση και προμήθεια αμερικανικού οπλισμού στους αντι-Σοβιετικούς μουτζαχεντίν του Πακιστάν και του Αφγανιστάν, οι οποίοι σταδιακά εξελίχθηκαν στους σημερινούς Ταλιμπάν.

Τον Μπαράκ Ομπάμα συμβουλεύει επίσης ο Άντονι Λέικ, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας επί Μπιλ Κλίντον. Ο Λέικ θήτευσε στο υπουργείο εξωτερικών υπό τον Χένρι Κίσινγκερ, τον οποίο αναγκάστηκε τελικά να αποκηρύξει το 1970, συνειδητοποιώντας σχετικά καθυστερημένα τον απάνθρωπο χαρακτήρα της εκστρατείας των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, το Λάος και την Καμπότζη. Αργότερα όμως έδειξε πιστός στο «δόγμα Κίσινγκερ» μέσω της ένθερμης υποστήριξής του της αμερικανικής πολιτικοστρατιωτικής επέμβασης στην Αϊτή, στα μέσα της δεκαετίας του 1990.

Μια άλλη σημαντική προσωπικότητα στο συμβουλευτικό επιτελείο του Γερουσιαστή Ομπάμα είναι ο Ντένις Ρος, πρώην αξιωματούχος του υπουργείου εξωτερικών και κατά καιρούς συνήγορος της Ισραηλινής κατοχής της Παλαιστίνης. Πρόσφατα, όταν ο Τζίμι Κάρτερ χαρακτήρισε το Ισραήλ ως κράτος-απαρτχάιντ, ο Ρος, εβραίος στην καταγωγή, υπήρξε ένας από τους εμφατικότερους δημόσιους επικριτές του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ. Ο στενός φίλος του Ρος, απόστρατος Στρατηγός Μέριλ Μακπίκ, συμβουλεύει τον Ομπάμα για αμυντικά θέματα. Ο Μακπίκ ήταν ηγετικό στρατιωτικό στέλεχος των επεμβάσεων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο κατά τη δεκαετία του 1990, ενώ υποστήριξε ενεργά την συμμαχική πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Ινδονησία έως την εποχή της ολοκλήρωσης της γενοκτονίας στο Ανατολικό Τιμόρ, το 1998.

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί η συμμετοχή στην συμβουλευτική ομάδα του Γερουσιαστή Ομπάμα της πανεπιστημιακού Σάρα Σιούαλ, που υπηρέτησε στο αμερικανικό υπουργείο άμυνας επί προεδρίας Κλίντον και είναι συγγραφέας των στρατιωτικών εγχειριδίων του Πεντάγωνου προς χρήση των αμερικανικών κατοχικών στρατευμάτων στο Ιράκ και αλλού.

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΕΙΝ

Σε αντίθεση με την αμφίρροπη αναμέτρηση Κλίντον-Ομπάμα στην παράταξη των Δημοκρατικών, ο Τζον Μακέιν δείχνει να είναι το αδιαφιλονίκητο φαβορί των Ρεπουμπλικάνων για το χρίσμα της Προεδρίας. Η δική του ομάδα πολιτικών συμβούλων δεν είναι απλά καταθλιπτική, όπως εκείνη των Δημοκρατικών υποψήφιων, αλλά εφιαλτική. Περιλαμβάνει ονόματα όπως του Χένρι Κίσινγκερ, ίσως του καταστροφικότερου υπουργού εξωτερικών στην ιστορία των ΗΠΑ. Ο αποκαλούμενος «χασάπης του Βιετνάμ», κύριος υπεύθυνος του αραβο-ισραηλινού πολέμου του Γιομ Κιπούρ (1973) και της παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης που επακολούθησε, δείχνει να μην είναι ακόμα κορεσμένος από τον εθισμό της εξουσίας. Λέγεται δε πως τον τελευταίο καιρό έχει περιορίσει τα ταξίδια του στο εξωτερικό, διότι φοβάται την πιθανή σύλληψή του για εγκλήματα πολέμου από αστυνομικές αρχές ξένων χωρών.

Ένα άλλο γνώριμο όνομα στην συμβουλευτική ομάδα του Μακέιν είναι ο Κόλιν Πάουελ, στρατιωτικός ηγήτορας του πολέμου του Περσικού και υπουργός εξωτερικών της πρώτης κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους. Αποσύρθηκε διακριτικά από την πολιτική στον απόηχο του φιάσκου της αλαζονικής εισήγησής του στα Ηνωμένα Έθνη, το 2003, όταν «αποκάλυψε» στον κόσμο τις «αποδείξεις» της υπερδύναμης για την «κατοχή» από το Ιράκ «όπλων μαζικής καταστροφής».

Μεταξύ των άλλων τρομακτικών ονομάτων στον κατάλογο συμβούλων του Μακέιν συμπεριλαμβάνονται εκείνα των ακροδεξιών Ουίλιαμ Κρίστολ, Ρόμπερτ Κέιγκαν και Γκάρι Σμιτ, πολιτικών εμπνευστών της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, καθώς και του Γερουσιαστή Τσακ Χέιγκελ, φανατικού υπέρμαχου της οριστικής αποχώρησης των ΗΠΑ από τα Ηνωμένα Έθνη....

Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΟΥ 1%

Τα παραπάνω δεν τα αναφέρω μόνο για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Τα αναφέρω κυρίως για να δείξω την αδιαφιλονίκητη σημασία της εμπεριστατωμένης διερευνητικής τεκμηρίωσης που απαιτείται πριν εκφραστεί κανείς δημόσια υπέρ οποιουδήποτε υποψήφιου Πλανητάρχη –κυρίως δε Δημοκρατικού. Ακούγεται ωραίο να εκθειάζει κανείς την «ευαισθησία του Μπάρακ Ομπάμα για την κοινωνική συνοχή [...] και [τον] σεβασμό [...] που επιδεικνύει στις αρχές του δικαίου στη διεθνή σκηνή» (Έλις στην Καθημερινή). Το θέμα είναι εάν αυτό διαφαίνεται από τις πολιτικές επιλογές του υποψήφιου, καθώς και από τις καταγεγραμμένες πολιτικές πρακτικές των προσωπικοτήτων που στελεχώνουν τον συμβουλευτικό του περίγυρο.

Ταυτόχρονα, είναι λαθεμένο για έναν Έλληνα ή Ελληνοαμερικανό να διαμορφώνει τις εκλογικές του προτιμήσεις με μοναδική συνιστώσα την επιφαινόμενη στάση των προεδρικών υποψήφιων γύρω από τα ελληνικά ζητήματα. Η Ελλάδα, όπως και όλες οι χώρες που ζουν υπό την επήρεια της υπερδύναμης, θα ευνοηθεί γεωστρατηγικά από την εκλογή μιας αμερικανικής κυβέρνησης που θα συμμεριστεί τις αρχές του διεθνούς δικαίου, θα αποκηρύξει τη βία και την στρατιωτική τρομοκρατία και θα παρουσιάσει ουσιαστικές ενδείξεις πολιτικής συνοχής που έχουμε να δούμε από την εποχή του Βενιαμίν Φραγκλίνου. Εξετάζοντας τη σύνθεση των συμβουλευτικών επιτελείων των τριών φαβορί για την Προεδρία των ΗΠΑ, είναι προφανές πως κανείς τους δεν διαθέτει τις ιδανικές προϋποθέσεις για μια τόσο ριζοσπαστική πολιτική αναδιάρθρωση.

Εντούτοις δε θέλω να δώσω την εντύπωση μιας ολικής πολιτικής ισοπέδωσης μεταξύ των τριών υποψηφίων. Είναι γεγονός πως στην συμβουλευτική ομάδα του Μπαράκ Ομπάμα συγκαταλέγονται, πέρα από τους αντιδραστικούς υπέρμαχους του αμερικανικού επεκτατισμού, ορισμένες σχετικά ελπιδοφόρες μορφές της αμερικανικής πολιτικής. Μεταξύ αυτών είναι η Σούζαν Ράις, πρώην υφυπουργός εξωτερικών για αφρικανικά θέματα, η οποία έχει σπουδάσει στην Ευρώπη και έχει ασχοληθεί εντατικά με τα προβλήματα της Αφρικής. Είναι επίσης ο Τζόζεφ Σιρινκιόνι, πολυγραφότατος πανεπιστημιακός και υπέρμαχος του πυρηνικού αφοπλισμού, ο Λόρενς Κορμπ, που έχει προτείνει την δραστική περικοπή του κολοσσιαίου αμυντικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ, και τέλος η Σαμάνθα Πάουερ, νομικός, γεννημένη στην Ιρλανδία, που έχει τοποθετηθεί υπέρ της παγκόσμιας αναγνώρισης ως γενοκτονίας της τουρκικής εξόντωσης των Αρμενίων.

Εν τέλει, η προσωπική μου άποψη είναι πως η πολιτική διαφορά μεταξύ του Μακέιν, από τη μια πλευρά, και των Δημοκρατικών Κλίντον και Ομπάμα, από την άλλη, είναι οφθαλμοφανής. Η διαφορά μεταξύ των δυο Δημοκρατικών υποψηφίων είναι σχεδόν μηδαμινή, αλλά με τη ζυγαριά να γέρνει ελάχιστα προς τη μεριά του Ομπάμα. Ωστόσο, ακόμα και η μικρή αυτή διαφορά έχει τη σημασία της. Σχετικά με αυτήν, ο Αμερικανός δημοσιογράφος και ερευνητής Άλαν Νερν δήλωσε πρόσφατα το εξής: «Η Αμερική είναι τόσο απέραντα ισχυρή, επηρεάζει και έχει τη δύναμη να εξολοθρεύσει τόσες εκατομμύρια ζωές σε ολόκληρο τον κόσμο, που αν υποτεθεί πως έχουμε [μπροστά μας] δυο [προεδρικούς] υποψήφιους που είναι κατά 99% όμοιοι [πολιτικά, αν] υπάρχει δηλαδή μόνο 1% διαφορά μεταξύ τους, και αν [υποτεθεί ότι] μιλάμε για αποφάσεις που επηρεάζουν ένα εκατομμύριο ζωές, τότε 1% του ενός εκατομμυρίου είναι 10.000 ζωές. Οπότε, έστω και αν είναι μια πικρή απόφαση, εάν διαλέξετε τον υποψήφιο που θα σκοτώσει 10.000 λιγότερους ανθρώπους, τότε βοηθήσετε να σωθούν 10.000 ανθρώπινες ζωές»[5]. Ίσως τελικά να είναι τυχεροί όσοι ζουν έξω από τις ΗΠΑ και δεν θ’ αναγκαστούν να υποστούν το ανατριχιαστικό δίλημμα που θέτει ο Νερν.

Παραπομπές

[1] Έλις, Α. (2008) «Ο Ομπάμα για Ελλάδα, Κύπρο, Πατριαρχείο», εφημερίδα Καθημερινή, 3 Φεβρουαρίου.
[2] Αναφέρεται στο βιβλίο του ιστορικού Andrew J. Bacevich (2005) The New American Militarism: How Americans Are Seduced by War, Oxford University Press, Νέα Υόρκη, σελ. 24.
[3] Ηλεκτρονικό αντίτυπο της έκθεσης της UNICEF φιλοξενείται στην ιστοσελίδα της Καμπάνιας Ενάντια στις Κυρώσεις στο Ιράκ.
[4] Δείτε την ανάλυση του Rahul Mahajan στο περιοδικό Extra!, τεύχος Νοεμβρίου / Δεκεμβρίου του 2001.
[5] Στην ραδιοφωνική εκπομπή Democracy Now, στις 3 Ιανουαρίου του 2008.

Δεν υπάρχουν σχόλια: