29/3/08

Πέντε Χρόνια Πολέμου στο Ιράκ: Η Άγνοια και η Σιωπή Κυριαρχούν

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 918, 28 Μαρτίου 2008, σελ. 30-31.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΑΣΥΛΛΗΠΤΗΣ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗΣ που απαρτίζουν το καθημερινό πρόγραμμα της αμερικανικής τηλεόρασης, βρίσκεται και το πρόγραμμα Good Morning America. Πρόκειται για κουτσομπολίστικη παραγωγή της πρωινής ζώνης του δικτύου ABC, με ύφος και θεματολογία παρόμοια των αντίστοιχων ελληνικών προγραμμάτων. Στην εκπομπή αυτή επέλεξε να εμφανιστεί ο Αντιπρόεδρος της χώρας, Ντικ Τσένι, στις 18 Μαρτίου, δηλαδή μια ημέρα πριν από την πέμπτη επέτειο της εισβολής των ΗΠΑ στο Ιράκ. Ο σκοπός του ήταν να υπενθυμίσει στους «ανυπόμονους» Αμερικανούς, όπως τους έχει χαρακτηρίσει στο παρελθόν [01], ότι η νίκη στον πόλεμο είναι θέμα χρόνου.

Θα παραθέσω εδώ μια κατά λέξη μετάφραση ενός μονάχα αποσπάσματος από τον απίστευτο διάλογο μεταξύ του Αντιπρόεδρου Τσένι και της τηλεπαρουσιάστριας του Good Morning America, που δείχνει τον ανείπωτο πολιτικό μαρασμό που μαστίζει την «ηγέτιδα του δημοκρατικού κόσμου».

Τσένι: «Στο μέτωπο της ασφάλειας, νομίζω πως υπάρχει γενική ομοφωνία ότι έχουμε σημειώσει σημαντική πρόοδο, ότι η ενίσχυση [των αμερικανικών κατοχικών στρατευμάτων στο Ιράκ] έχει πετύχει. Αυτή είναι μια σημαντική επιτυχία».

Τηλεπαρουσιάστρια: «Δύο τρίτα των Αμερικανών λένε πως δεν αξίζει [να συνεχιστεί] αυτός ο πόλεμος».

Τσένι: «Και λοιπόν;»

Τηλεπαρουσιάστρια: «Τι [εννοείτε] “και λοιπόν;” Δε σας νοιάζει τι πιστεύει ο αμερικανικός λαός;»

Τσένι: «Όχι. Νομίζω πως δεν μπορεί κανείς να εκτροχιάζεται από τις διακυμάνσεις των δημοσκοπήσεων»[02].

Σημειώστε ότι στην ερώτηση της τηλεπαρουσιάστριας «δε σας νοιάζει τι πιστεύει ο αμερικανικός λαός;», ο εκλεγμένος από τον αμερικανικό λαό Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης απαντάει «όχι». Σημειώστε επίσης ότι ενώ, όπως αναφέρει η τηλεπαρουσιάστρια, «δύο τρίτα των Αμερικανών λένε πως δεν αξίζει [να συνεχιστεί] αυτός ο πόλεμος», ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναφέρει, φαινομενικά δίχως επιφυλάξεις, πως «υπάρχει γενική ομοφωνία ότι έχουμε σημειώσει σημαντική πρόοδο». Το μοναδικό λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι πως αυτή η «γενική ομοφωνία», την οποία επικαλείται ο Τσένι, ισχύει για τις τάξεις των ανθρώπων που ο ίδιος υπολογίζει, δηλαδή του οικονομικού κατεστημένου, ιδιαίτερα του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος και των ενεργειακών κολοσσών. Συνεπώς οι απόψεις των εκατοντάδων εκατομμυρίων Αμερικανών που βρίσκονται εκτός του οικονομικού κατεστημένου είναι ασήμαντες για τους υπολογισμούς του Ντικ Τσένι, και γι’ αυτό μπορεί να αναφέρει δίχως ίχνος επιφύλαξης πως «υπάρχει γενική ομοφωνία ότι έχουμε σημειώσει σημαντική πρόοδο».

Το εξ ίσου απίστευτο στοιχείο όλης αυτής της ιστορίας είναι πως, απ’ όσο γνωρίζω, τα βαθύτατα αντιδημοκρατικά σχόλια του Αντιπρόεδρου Τσένι μεταδόθηκαν δίχως κατόπιν να γίνει η παραμικρή αναφορά σε αυτά από τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης των ΗΠΑ. Το φαινόμενο αυτό απαιτεί πραγματικά αξιοθαύμαστη ολοκληρωτική συμμόρφωση των εγχώριων ενημερωτικών μέσων με τις υποδείξεις της αντιδημοκρατικής καθεστωτικής κλίκας που αυτή τη στιγμή κυβερνάει το ισχυρότερο κράτος του κόσμου.

«ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ» ΑΡΙΘΜΟΙ

Φυσικά η συμμόρφωση των αμερικανικών ΜΜΕ με τις υποδείξεις του καθεστώτος έχει άμεσες και απτές συνέπειες. Πρόσφατη δημοσκόπηση από το εγκυρότατο ερευνητικό κέντρο Pew Research Center for the People and the Press δείχνει πως το 72% των Αμερικανών δε γνωρίζουν πως 4.000 Αμερικανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί σε εχθροπραξίες στο Ιράκ από τον Μάρτη του 2003 μέχρι σήμερα [03]. Άλλες πρόσφατες έρευνες από το ίδιο κέντρο έχουν επισημάνει πως ο πόλεμος στο Ιράκ βρίσκεται σχεδόν στην τελευταία θέση του καταλόγου όλων των ειδησεογραφικών θεμάτων. Για παράδειγμα, την εβδομάδα μεταξύ 17 και 23 Φεβρουαρίου, μόνο το 1% της αμερικανικής ειδησεογραφίας αναφέρθηκε σον πόλεμο [03].

Ο διευθυντής των ερευνών του Pew Research Center δήλωσε στην εφημερίδα Washington Post πως «η κάλυψη του πολέμου είναι κυριολεκτικά μηδαμινή [...]. Προσπαθούμε να μην συνδέουμε αιτιολογικά τη σχέση μεταξύ της απουσίας ειδησεογραφικών θεμάτων και των γνώσεων του κοινού. Αλλά σίγουρα υπάρχει συσχέτιση μεταξύ των δύο. Το κοινό [απλά] δε λαμβάνει ειδήσεις για τις απώλειες [του πολέμου] και δεν υπάρχουν πολλές ειδήσεις για τον πόλεμο, είτε [μιλάμε] για στρατιωτικές ενέργειες, είτε ακόμα για την πολιτική συζήτηση γύρω από [στον πόλεμο]»[03].

ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

Η αμερικανική κυβέρνηση επιμένει πως η συνεχιζόμενη καταστροφή και βία στο Ιράκ είναι απαραίτητο να εξεταστεί μέσα στο πλαίσιο της «γενικότερης προόδου που έχει σημειωθεί το τελευταίο εξάμηνο»[04]. Στην πραγματικότητα το έτος που πέρασε υπήρξε το πλέον δολοφονικό για τα αμερικανικά στρατεύματα, με πάνω από 900 νεκρούς συνολικά [05]. Ωστόσο οι ρυθμοί των απωλειών παραμένουν χαμηλοί σε σχέση με την εμπειρία του πολέμου στο Βιετνάμ, όπου οι ΗΠΑ έχαναν σχεδόν 5.000 νέα παιδιά κάθε χρόνο μεταξύ 1963 και 1975 [05]. Παράλληλα, ενώ στην εποχή του Βιετνάμ τα περισσότερα στελέχη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων ήταν κληρωτοί, σήμερα οι ένοπλες δυνάμεις απαρτίζονται αποκλειστικά από εθελοντές και επαγγελματίες. Εξυπακούεται πως, ιδιαίτερα εν καιρώ πολέμου, τα κατώτερα στρώματα του στρατού ξηράς (όπου και σημειώνονται οι περισσότερες στρατιωτικές απώλειες) προέρχονται από τα οικονομικώς ασθενέστερα στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας. Τα τελευταία οδηγούνται μαζικά στις ένοπλες δυνάμεις ως λύση διεξόδου από τον οικονομικό μαρασμό. Οι γόνοι της αστικής τάξης, καθώς και των εύπορων κοινωνικών στρωμάτων, σπάνια επιλέγουν να υποστούν τη δύσκολη, πειθαρχημένη ζωή και τις θυσίες που απαιτεί η στρατιωτική καριέρα.

Ως αποτέλεσμα ελάχιστοι Αμερικανοί των μεσαίων και ανώτερων οικονομικών τάξεων έχουν οποιαδήποτε επαφή με το στρατό ή με τον πόλεμο. Υπό μια σημαντική έννοια, στο Ιράκ δεν πολεμάει η ίδια η Αμερική, αλλά μόνο ο στρατός της. Ταυτόχρονα, λόγω της ασύγκριτης δυναμικής της αμερικανικής οικονομίας, ακόμα και σε περίοδο κάμψης, όπως είναι η παρούσα, οι δημόσιες δαπάνες που απαιτεί η κατοχή του Ιράκ παραμένουν υποφερτές. Αξίζει να σημειωθεί πως σε ολόκληρη τη διάρκεια του πολέμου, που σήμερα στοιχίζει στο αμερικανικό κράτος πάνω από 700 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα, η φορολογία των αμερικανών μειώνεται κάθε χρόνο. Ο Μπους κρατάει έτσι την προεκλογική του υπόσχεση να μειώσει τους φόρους [06]. Αυτό σημαίνει πως οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν υπόκεινται άμεσες επώδυνες θυσίες, σε αίμα ή χρήμα, στο όνομα του πολέμου. Και όσο αυτό συνεχίζεται, τόσο θα παρατείνεται και ο πόλεμος.

ΤΟ ΙΡΑΚ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΤΑΙ

Εάν κανείς εξετάσει λεπτομερειακά τις δημοσκοπήσεις, θα δει πως στην πραγματικότητα η πλήρης ανηθικότητα που διέπει τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό των ΗΠΑ στο Ιράκ συγκινεί ελάχιστους Αμερικανούς. Το μεγαλύτερο κομμάτι των δύο τρίτων του αμερικανικού λαού που πιστεύει πως «δεν αξίζει [να συνεχιστεί] αυτός ο πόλεμος», αντιτίθεται σε αυτόν όχι επειδή είναι από τη φύση του ανήθικος και διεστραμμένος, αλλά επειδή οι ΗΠΑ δείχνουν ανήμπορες να τον κερδίσουν. Την αλήθεια αυτή επισήμανε πρόσφατα ο Τζέιμς Καραφάνο, στρατιωτικός αναλυτής στο ερευνητικό κέντρο Heritage Foundation, δηλώνοντας πως «οι Αμερικανοί δεν αντιτίθενται στο κόστος [του πολέμου] σε ανθρώπινες απώλειες. Αντιτίθενται στο κόστος της ήττας. Αυτό που τους δυσαρεστεί είναι η έλλειψη προόδου»[05].

Στο μεταξύ η τραγωδία του πολέμου συνεχίζει να εκτυλίσσεται σε βάρος του Ιρακινού λαού, ο οποίος ζει πλέον έναν «ανείπωτο εφιάλτη»[07], όπως τον χαρακτηρίζει ένα επίκαιρο πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας The Guardian. Πρόσφατη δημοσκόπηση στο Ιράκ υποστηρίζει πως ένας στους τέσσερις Ιρακινούς έχει χάσει ένα ή περισσότερα μέλη της οικογένειάς του από δολοφονία στην τελευταία πενταετία [02]. Όμως το Πεντάγωνο αρνείται πεισματικά να καταμετρήσει το ανθρώπινο κόστος του πολέμου πέρα από τις αμερικανικές απώλειες. Όπως έχει δηλώσει ο στρατηγός Τόμι Φρανκς, πρώην διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, «εμείς δε μετράμε πτώματα [αμάχων]»[08].

Στο μεταξύ το Ιράκ καταστρέφεται. Σε συνέντευξή του τον Μάρτη του 2007, ο ιρακινός πολιτικός αναλυτής Νιρ Ρόζεν δήλωσε πως «δεν υπάρχει πια θετική εκδοχή για το Ιράκ. Δεν υπάρχει κυβέρνηση στο Ιράκ, δεν υφίσταται [κυβέρνηση] έξω από την Πράσινη Ζώνη. Πρόκειται για πλήρη αναρχία τώρα. Καμία οικογένεια δεν έχει μείνει ανέπαφη από τις απαγωγές, τους φόνους, την εθνοκάθαρση –όλοι ζουν υπό συνεχή κατάσταση τρομοκρατίας. Αφήνοντας κατά μέρος το Κουρδιστάν, που είναι πολύ διαφορετικό, δεν υπάρχει κανείς στο Ιράκ που να είναι ασφαλής. Μπορείς να χάσεις τη ζωή σου επειδή είσαι σουνίτης, επειδή είσαι σιίτης, επειδή είσαι μορφωμένος, επειδή εργάστηκες για το προηγούμενο καθεστώς, επειδή εργάζεσαι για το τωρινό καθεστώς. Οι Αμερικανοί [...] σκοτώνουν Ιρακινούς πολίτες δεξιά κι αριστερά»[09].

Η αλήθεια είναι πως, με τη διαφορά του Κουρδιστάν, που και αυτό τώρα πια βρίσκεται στο έλεος των δολοφονικών τουρκικών επιδρομών, τίποτα δεν έχει αλλάξει στον ένα χρόνο που πέρασε από την δήλωση του Ρόζεν. Οι ΗΠΑ έχουν πλέον εισέλθει στην πιο μακροχρόνια πολεμική διαμάχη της ιστορίας τους από τον καιρό του Βιετνάμ. Και η παγκόσμια κοινότητα παρατηρεί σιωπηλά την φρικιαστική εξαφάνιση ενός ολόκληρου λαού.

Παραπομπές

[01] Beale, J. (2005) «Cheney Warns of Decades of War», BBC, 6 Οκτωβρίου.
[02] Μπορείτε να δείτε το βίντεο του συγκεκριμένου αποσπάσματος στην ιστοσελίδα του Democracy Now! που βρίσκεται εδώ.
[03] DeYoung, Κ. (2008) «Public Is Less Aware of Iraq Casualties, Study Finds», The Washington Post, 13 Μαρτίου.
[04] Ανών. (2008) «Βush Holds Firm on Iraq War», Day to Day, National Public Radio, 19 Μαρτίου.
[05] Brooks, B. (2007) «With Fewer Eyes on Iraq, US Deaths Near 4,000 Mark», The Boston Globe, 17 Μαρτίου.
[06] Kudlow, L. (2008) «My Interview with President Bush», National Review Online, 15 Μαρτίου.
[07] Abdul-Ahad, G. (2008) «We Live in a Nightmare: Death and Carnage is Everywhere», The Guardian, 20 Μαρτίου.
[08] Ανών. (2005) «Counting the Civilian Cost in Iraq», BBC, 6 Ιουνίου.
[09] Dickinson, T. (2007) «Back to Leaving Iraq: The Grim Truth», The Rolling Stone, 22 Μαρτίου.

14/3/08

Τι Σημαίνει το Φαινόμενο Ομπάμα;

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 917, 14 Μαρτίου 2008, σελ. 38-40.

ΤΟΝ ΜΑΡΤΗ ΤΟΥ 2007 ΕΙΧΑ συναντηθεί με τον Ίαν Μπάλμερ, βετεράνο πολιτικό αναλυτή και στενό συνεργάτη του νομπελίστα αμερικανού πολιτικού Αλ Γκορ. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Μπαράκ Ομπάμα είχε ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για το χρίσμα του προεδρικού υποψήφιου του Δημοκρατικού κόμματος. Δείχνοντάς μου το πρωτοσέλιδο άρθρο των New York Times για την υποψηφιότητα του Ομπάμα, ο Μπάλμερ με ρώτησε ποιον από τους Δημοκρατικούς υποψήφιους θεωρούσα φαβορί για το χρίσμα.

Απάντησα μονολεκτικά, «Κλίντον». Όχι μόνο διότι η σύζυγος του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, ανήκει σε μια από τις πολιτικά ισχυρότερες οικογένειες της χώρας. Αλλά κυρίως επειδή πίστευα πως η Χίλαρι Κλίντον θα κατάφερνε να συγκεντρώσει και να διαθέσει στην προεκλογική της εκστρατεία πολύ περισσότερους οικονομικούς πόρους από τους υπόλοιπους εσωκομματικούς της αντιπάλους. «Άλλωστε», συνέχισα, «ας μην ξεχνάμε πως ο Ομπάμα έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα: το πλήρες όνομά του είναι Μπαράκ Χουσεΐν Ομπάμα».

ΑΚΑΜΠΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Ας μη γελιόμαστε. Είναι πράγματι δύσκολο για κάποιον που ονομάζεται Χουσεΐν να διεκδικήσει με ελπίδες την προεδρία των ΗΠΑ, λίγα μόλις χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Η αμερικανική πολιτική κουλτούρα, παραδοσιακά συντηρητική και άκαμπτη, δεν είναι μαθημένη σε τέτοιου είδους καινοτομίες. Κατά κανόνα, η παραμικρή απόκλιση ενός υποψήφιου από τις καθιερωμένες παραμέτρους της κοινωνικής ζωής θεωρείται εκλογικά ολέθρια. Στα 219 χρόνια της ιστορίας της, η αμερικανική δημοκρατία έχει να επιδείξει 44 διαφορετικούς Προέδρους. Δεν είναι τυχαίο πως όλοι τους υπήρξαν άνδρες, λευκοί και προτεστάντες στο θρήσκευμα –με μία και μοναδική εξαίρεση: τον Τζον Κένεντι, ο οποίος ήταν καθολικός. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, ο Κένεντι είχε αναγκαστεί επανειλημμένα να διαψεύσει τους υστερικούς φόβους πολιτικών αναλυτών πως σε περίπτωση που εκλεγόταν Πρόεδρος «ο Λευκός Οίκος θα λάμβανε οδηγίες από το Βατικανό»[1]. Η θρησκεία του χαρισματικού Κένεντι ήταν από τους κύριους λόγους που παραλίγο να χάσει τις εκλογές της 8ης Νοεμβρίου του 1960, στις οποίες έλαβε τελικά το 49.7% των ψήφων, έναντι του 49.5% που έλαβε ο Ρεπουμπλικάνος Ρίτσαρντ Νίξον. Ο μοναδικός προεδρικός υποψήφιος των δυο μεγάλων κομμάτων που τόλμησε ποτέ να δηλώσει «μη θρησκευόμενος» ήταν ο Ελληνοαμερικανός Μάικ Δουκάκης, ο οποίος άλλωστε «κατακρημνίστηκε» στις εθνικές εκλογές του 1988, κερδίζοντας μόνο 111 εκλογικές έδρες, έναντι 426 του πατρός Τζορτζ Μπούς.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω δομικά συστατικά του αμερικανικού πολιτικού σκηνικού, κατανοεί κανείς το μέγεθος των πολιτικών αναπηριών που επισκιάζουν την προεκλογική εκστρατεία του Μπαράκ Ομπάμα. Με νωπές ακόμα τις μνήμες της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, ο πολιτικός αυτός δεν διστάζει να δηλώσει πως μαθήτευσε σε μουσουλμανικό σχολείο στην Ινδονησία. Στο Ίντερνετ κυκλοφορούν φωτογραφίες από πρόσφατο ταξίδι του στην Κένυα που τον δείχνουν να φορά μουσουλμανικό τουρμπάνι. Παράλληλα, ο Ομπάμα, μαύρος με πατέρα από την Κένυα, διεκδικεί την προεδρία ενός φυλετικά διαχωρισμένου έθνους με ισχυρές ρατσιστικές καταβολές.

ΑΛΛΑΖΕΙ Η ΑΜΕΡΙΚΗ;

Πρόσφατα ο Μπάλμερ μου έστειλε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα θυμίζοντάς μου την πρόβλεψη που είχα κάνει πριν από ένα χρόνο. «Έπεσες έξω», μου έγραψε μεταξύ άλλων, «η Αμερική αλλάζει μπροστά στα μάτια μας!». Όπως είναι φυσικό, το φαινόμενο Ομπάμα έχει ανατρέψει τις προεκλογικές τοποθετήσεις των περισσότερων αναλυτών, αναγκάζοντάς τους να ανατρέξουν στα λεξικά τους προς αναζήτηση κοσμητικών επιθέτων για να περιγράψουν την απίθανη αυτή πολιτική συγκυρία. Δεν είναι λίγο για την Αμερική, τη χώρα που πριν από λίγες μόνο δεκαετίες εξόντωνε τους μαύρους ηγέτες της (Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Μάλκολμ Εξ, Μέντγκαρ Έβερς, κ.α.) κατά συρροή, σήμερα να επενδύει πολιτικά στη μορφή του Μπαράκ Ομπάμα.

Αλλάζει όμως «μπροστά στα μάτια μας» η Αμερική, όπως μου έγραψε ο Μπάλμερ; Το ερώτημα είναι πολύπλοκο. Καταρχήν, ως γνωστόν, «τα πάντα ρει». Η ιστορία δείχνει πως τα έθνη που σταματούν να αλλάζουν παράλληλα με τις συνθήκες είναι καταδικασμένα σε αφανισμό. Δεν είναι τυχαίο πως τα δυο κεντρικά σλόγκαν της εκστρατείας του Ομπάμα είναι «yes, we can» και «change we can believe in», δηλαδή «ναι, μπορούμε» και «αλλαγή στην οποία μπορούμε να πιστέψουμε». Η «αλλαγή» αποτελεί την κεντρική θεματολογία της καμπάνιας του. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αλλαγή ή όχι, αλλά αλλαγή προς τα πού; Προς ποια πολιτική κατεύθυνση τείνει δηλαδή ο ιδεολογικός προσανατολισμός του Ομπάμα;

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΠΑΜΑ

Η κοινωνική πολιτική του γερουσιαστή Ομπάμα κινείται σε επίπεδα παρόμοια με εκείνα των περισσότερων δυτικοευρωπαίων πολιτικών. Ο ίδιος πιστεύει στο κράτος πρόνοιας, στην επιβολή σχετικά υψηλής φορολογίας στα ανώτερα οικονομικά στρώματα, στη διατήρηση του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους, στην υπεράσπιση των πολιτικών ελευθεριών, στον περιορισμό της χρήσης ή και στην κατάργηση της θανατικής ποινής, στα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, κ.τ.λ. Δεν υπάρχει δηλαδή αμφιβολία πως, εάν εκλεγεί Πρόεδρος, ο Ομπάμα θα ηγηθεί μιας συστηματικής απόπειρας «εξευρωπαϊσμού» των αμερικανικών κοινωνικών δομών.

Η ταυτότητα της οικονομικής του πολιτικής είναι πολύ πιο κεντρώα. Έχει μεν δηλώσει θαυμαστής του Προέδρου Φράνκλιν Ρούζβελτ, ο οποίος από το 1932 έως το 1940 εμφύτευσε στην Αμερικανική οικονομία αρκετά σοσιαλιστικά στοιχεία οικονομικής διαχείρισης [2] . Ταυτόχρονα όμως είναι θιασώτης της ελεύθερης αγοράς. Στο δεύτερο βιβλίο του με τίτλο «Το Θράσος της Ελπίδας: Σκέψεις για την Ανάκτηση του Αμερικανικού Ονείρου», που κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 2006, γράφει μεταξύ άλλων: «Θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποιος είναι ο [κατάλληλος] συνδυασμός που θα οδηγήσει σε μια δυναμική ελεύθερη αγορά και εκτεταμένη οικονομική ασφάλεια, επιχειρηματική καινοτομία και [οικονομική] άνοδο [...]. Πρέπει να καθοδηγούμαστε από λειτουργικές λύσεις» (σελ. 159) [3]. Ομολογουμένως ο επιφαινόμενος οικονομικός ρεαλισμός του Μπαράκ Ομπάμα δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ριζοσπαστικές προτάσεις απέναντι στα πολλαπλά αδιέξοδα της ελεύθερης αγοράς.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο γερουσιαστής Ομπάμα παρουσιάζει έντονες αντιφατικές τάσεις. Από τη μια πλευρά στηρίζει την επανένταξη της Αμερικής στην κοινωνία των εθνών, παροτρύνοντας την συμμόρφωση της Ουάσιγκτον με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα της διακρατικής χρήσης βίας. Όμως την ίδια στιγμή δηλώνει πως δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία για να εξουδετερώσει «τρομοκράτες σε εδάφη ξένων χωρών»[4]. Παράλληλα, ενώ υποστηρίζει τη σταδιακή αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ, προαναγγέλλει πως «ως Πρόεδρος θα παρατάξω τουλάχιστο δυο επιπλέον ταξιαρχίες [του αμερικανικού στρατού] στο Αφγανιστάν για να ενισχύσω τις αντιτρομοκρατικές μας επιχειρήσεις»[5].

Toν Ιανουάριο του 2006, ο Ομπάμα επαίνεσε τον Ισραηλινό στρατηγό Αριέλ Σαρόν, τον αποκαλούμενο σφαγέα των παλαιστινιακών προσφυγικών καταυλισμών Σάμπρα και Σατίλα, ως ηγέτη του οποίου «η παρουσία στην όλη πορεία [της αντιπαράθεσης με τους Παλαιστίνιους] υπήρξε απόλυτα σημαντική και εποικοδομητική»[6]. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, ο Ομπάμα υποστήριξε την εισβολή του Ισραήλ στο Λίβανο, λέγοντας πως «υποστηρίζω την αντίδραση του Ισραήλ που αποσκοπεί στην αυτοπροστασία [του]»[7]. Τον Μάρτιο του 2007, ερωτώμενος για την συμμαχία των ΗΠΑ με το Ισραήλ, δήλωσε κατά λέξη πως «πρέπει να διατηρήσουμε την πλήρη δέσμευσή μας στην απαράμιλλη αμυντική μας σχέση με το Ισραήλ, μέσω της πλήρους χρηματοδότησης της στρατιωτικής βοήθειας και συνεχίζοντας τη δουλειά στα [στρατιωτικά] προγράμματα»[8]. Από τα λεγόμενά του είναι προφανές πως, εάν ο γερουσιαστής Ομπάμα εκλεγεί Πρόεδρος, η εξωτερική του πολιτική δεν πρόκειται να παρεκκλίνει σημαντικά από την παραδοσιακή άνευ όρων υποστήριξη της Ουάσιγκτον προς το Ισραήλ (την οποία έχω αναλύσει εκτεταμένα στο Αντί, τ879, σ36-40).

ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΑΝΑΔΙΑΤΑΞΗ

Θα έλεγα πως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της προεκλογικής εκστρατείας του Μπαράκ Ομπάμα είναι η συστηματική αποφυγή από τον ίδιο και τους συνεργάτες του να αποκαλύψουν τις λεπτομέρειες της πολιτικής που θα ακολουθήσουν εάν βρεθούν στην εξουσία. Αντί για αναλυτικές προτάσεις, η καμπάνια του Ομπάμα στηρίζεται στην χαρισματική του προσωπικότητα, στην απαράμιλλη ρητορική του δεινότητα, καθώς και στην απελπισία του εκλογικού σώματος, που έχει κυριολεκτικά απηυδήσει μετά από 7.5 χρόνια αυτοκαταστροφικής διακυβέρνησης της χώρας από τον Τζορτζ Μπους και την παρέα του.

Φυσικά η μηντιοκρατία που διαφεντεύει την αμερικανική πολιτική ζωή είναι κυριολεκτικά ξετρελαμένη με την ελκυστική, νεανική και αξιόπιστη εικόνα που προβάλει ο Ομπάμα. Πριν από μερικές ημέρες παρακολούθησα δίωρη εκπομπή στην αμερικανική δημόσια τηλεόραση (πολιτικά κεντροαριστερίζουσα και η πλέον σοβαρή τηλεοπτική πηγή στις ΗΠΑ) για την υποψηφιότητα του Ομπάμα. Αμέτρητοι αναλυτές εκθείασαν την ρητορική αρτιότητα του γερουσιαστή από το Ιλινόις, την χαρισματική του προσωπικότητα, την ικανότητά του να συνδέεται συναισθηματικά με απλούς ανθρώπους, την εντυπωσιακή επαγγελματική του πορεία, τη δεμένη του οικογένεια. Άλλοι μίλησαν για τον ζηλευτό τρόπο που καταφέρνει να ξεπερνάει τις αντιξοότητες της υποψηφιότητάς του (το όνομά του και την φυλετική του καταβολή), καθώς και για το πόσο ριζοσπαστικό θα ήταν για την Αμερική να αποκτήσει επιτέλους έναν μαύρο Πρόεδρο. Ήταν μια αξιομνημόνευτη εκπομπή, την οποία παρακολούθησαν εκατομμύρια τηλεθεατών. Το μόνο που έλλειπε από αυτό το δίωρο αφιέρωμα ήταν οποιαδήποτε αναφορά στην ιδεολογική ταυτότητα και τα πολιτικά σχέδια του Μπαράκ Ομπάμα. Αναπόφευκτα, όταν η έμφαση δίδεται στην εξωτερική εικόνα και το προσωπικό χάρισμα, η πολιτική περνάει σε δεύτερη μοίρα.

Αναφέρω το παράδειγμα της τηλεοπτικής εκπομπής για να τονίσω πως, υπό μια σημαντική έννοια, η «αλλαγή της Αμερικής» που αντιπροσωπεύει η προέλαση του Μπαράκ Ομπάμα ενδεχομένως να είναι εικονική –με την κυριολεκτική και τη βαθύτερη έννοια. Κυριολεκτικά εικονική διότι εστιάζεται στην εικόνα και στο περίβλημα (μαύρου αντί λευκού, Χουσεΐν αντί Τζορτζ) και με τη βαθύτερη έννοια διότι, καθώς συντελείται δια της απουσίας πολιτικού προβληματισμού, δεν αντιπροσωπεύει απαραίτητα μια αναδιάρθρωση του συστήματος, αλλά αντίθετα έναν διακοσμητικό καλλωπισμό πάνω στις ίδιες προβληματικές πολιτικές βάσεις.

Σε τελική ανάλυση, ίσως τον Ιανουάριο του 2009 ο πλανητάρχης να είναι ένας μαύρος, η μια γυναίκα. Και λοιπόν; Το θέμα είναι τι θα αλλάξει στην ουσία. Όπως μου υπενθύμισε πρόσφατα ένας Βρετανός φίλος, «κι εμείς στην Αγγλία είχαμε φαγωθεί τόσα χρόνια να εκλέξουμε μια γυναίκα πρωθυπουργό. Στο τέλος βγάλαμε τη Μάργκαρετ Θάτσερ και ησυχάσαμε»! Ίσως να έχει δίκιο ο Αμερικανός κωμικός Κρις Ροκ, που πρόσφατα διατύπωσε το εξής σκωπτικό σχόλιο: «είναι υπέροχο που επιτέλους μια γυναίκα και ένας Αφρο-αμερικανός κατεβαίνουν ως δυνατοί υποψήφιοι για το Λευκό Οίκο. Αλλά γιατί έπρεπε σώνει και καλά να είναι αυτή η συγκεκριμένη γυναίκα και αυτός ο συγκεκριμένος Αφροαμερικανός;».

Παραπομπές

[1] Hunt, A.R. (2007) «The Race for President: Is it a Matter of Faith?», International Herald Tribune, 22 Ιουλίου.
[2] Δείτε την διεξοδική σπουδή πάνω στην πολιτική του Φράνκλιν Ρούζβελτ από τον William E. Leuchtenburg (1963) Franklin D. Roosevelt and the New Deal: 1932-1940, Harper & Row Publishers, Νέα Υόρκη, ιδιαίτερα σελ. 163-5.
[3] Obama, B. (2006) The Audacity of Hope: Thoughts on Reclaiming the American Dream, Crown Publishers, Νέα Υόρκη.
[4] Richter, P. (2007) «Obama Promises Aggressive Approach to Terrorists», The Los Angeles Times, 1 Αυγούστου.
[5] Holland, S. (2007) «Touch Talk on Pakistan from Obama», The Boston Globe, 1 Αυγούστου.
[6] Ανών. (2006) «Obama meets Shalom, Offers Support for Israel», Associated Press, 11 Ιανουαρίου.
[7] Ανών. (2007) «Up-Close Obama Urges Compassion in Mideast», The Des Moines Register, 12 Μαρτίου.
[8] Obama, B. (2007) «Transcript of Remarks at AIPAC Policy Forum», American Israel Public Affairs Committee, Σικάγο, 2 Μαρτίου.