21/4/08

Δυο Κείμενά μου στην Εφημερίδα Αυγή

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ το πρώτο φύλο ενός νέου ένθετου της εφημερίδας Αυγή, με τίτλο Μαχητό Τεκμήριο. Πρόκειται για μια αξιόλογη προσπάθεια ανάλυσης σημαντικών ειδησεογραφικών θεμάτων με σοβαρότητα και εμβάθυνση –δυο χαρακτηριστικών που δυστυχώς απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό από την ελληνική έντυπη ειδησεογραφία. Όπως αναφέρεται και στο κείμενο της συντακτικής ομάδας, σκοπός του ένθετου «είναι να προσφέρει τεκμηρίωση για θέματα της ευρύτερης επικαιρότητας». Στο πρώτο τεύχος, που είναι αφιερωμένο στις αμερικανικές προκριματικές εκλογές στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών, φιλοξενούνται δυο άρθρα μου που επιχειρούν να αναλύσουν τις ουσιαστικές –και όχι εικονικές– πολιτικές διαφορές μεταξύ της Χίλαρι Κλίντον και του Μπαράκ Ομπάμα. Το πρώτο κείμενο, με τίτλο «Διαφέρουν Πολιτικά Κλίντον και Ομπάμα;», μπορείτε να το βρείτε εδώ. Το δεύτερο κείμενο, με τίτλο «Ποιες Τάσεις Εκπροσωπούν ο Ομπάμα και η Κλίντον;» βρίσκεται εδώ. Καλή ανάγνωση.

11/4/08

Μονομερές και Παράνομο το Ελληνικό Βέτο

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 919, 11 Απριλίου 2008, σελ.18-21.

ΠΡΙΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΤΑΛΑΓΙΑΣΕΙ Η ΣΚΟΝΗ από την περίφημη ενδο-ΝΑΤΟϊκή μάχη του Βουκουρεστίου, η προσοχή πολλών στρέφεται ήδη στις πιθανές επιπτώσεις του ελληνικού βέτο. Έτσι, καθώς τα Σκόπια προειδοποιούν για γενική αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων (ΑΠΕ 3/4/08)[01], η ελληνική αρθρογραφία κάνει λόγο για πιθανά αντίποινα από την Ουάσιγκτον (Ελευθεροτυπία 5/4/08)[02].

Ωστόσο η κυριότερη απειλή για την Ελλάδα στην μετα-βέτο εποχή δεν έχει να κάνει τόσο με «ξένους δάκτυλους» όσο με την επικίνδυνη ομοφωνία με την οποία ο ελληνικός πολιτικός κόσμος και τα μέσα ενημέρωσης υποδέχτηκαν την είδηση της άσκησης του ελληνικού βέτο στην πρόσφατη ΝΑΤΟϊκή σύνοδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι την επομένη του βέτο σχεδόν όποια εφημερίδα κι αν άνοιγε κανείς θα διάβαζε πως η ελληνική κυβέρνηση «πιστώθηκε στο Βουκουρέστι μια μεγάλη επιτυχία» (Τα Νέα 4/4/08)[03], ενεργώντας «με σύνεση και σοβαρότητα για χάρη της σταθερότητας στα Βαλκάνια» (Ελευθεροτυπία 3/4/08)[04]. Ο δε πρωθυπουργός «έμεινε σταθερός» (Καθημερινή 3/4/08)[05] στην «τολμηρή στρατηγική [του, στέλνοντας] μήνυμα αποφασιστικότητας» (Το Βήμα 4/4/08)[06] και σημειώνοντας παράλληλα «πλήρη επιτυχία για την ελληνική διπλωματία» (Έθνος, 3/4/08)[07]. Ο εκθειασμός από τον ελληνικό τύπο συνοδεύτηκε από παρόμοιου χαρακτήρα δηλώσεις στελεχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σύμφωνα με αυτές, «ο πρωθυπουργός[, που] είχε πίσω του μια ισχύ με εθνικά χαρακτηριστικά» (Άννα Διαμαντοπούλου)[08], «έπραξε αυτό που [...] περίμενε ο ελληνικός λαός» (Γιώργος Παπακνωσταντίνου)[09], κι έτσι «αποτρέψαμε μια αρνητική εξέλιξη για τα εθνικά μας συμφέροντα» (Γιώργος Παπανδρέου)[10].

Με τη φωτεινή εξαίρεση μερικών ενημερωτικών μέσων της αριστεράς, είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς μπορεί σε ένα κράτος απαλλαγμένο από πολιτική αστυνόμευση να εκφράζονται τόσο πανομοιότυπες απόψεις από τα κέντρα της «τέταρτης εξουσίας». Την εντυπωσιακή αυτή σύμπλευση αντιλήψεων πάνω σε ένα τόσο πολύπλοκο διεθνές θέμα όπως είναι το μακεδονικό θα τη ζήλευε οποιοδήποτε ολοκληρωτικό καθεστώς. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, προς όφελος της ελεύθερης έκφρασης, αλλά και των αξιών της δημοκρατίας, είμαστε υποχρεωμένοι να επισημάνουμε εδώ ορισμένες βασικές πτυχές της ελληνικής στάσης στο Βουκουρέστι, τις οποίες επιμένει να παραβλέπει η πλειονότητα των εγχώριων ενημερωτικών μέσων.

ΒΕΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΔΥΝΑΜΙΑ

Στις διεθνείς σχέσεις μεταξύ εθνών, η πολιτική χροιά του βέτο, που στα λατινικά σημαίνει «απαγορεύω», ενδείκνυται σε περιπτώσεις που ένα κράτος-μέλος κάποιου οργανισμού αδυνατεί να πείσει τα υπόλοιπα κράτη-μέλη για την ορθότητα της άποψής του. Συνεπώς επιλέγει να καταφύγει στο βέτο, δηλαδή στη μονομερή απαγόρευση, ακριβώς επειδή αδυνατεί να πείσει τα υπόλοιπα μέλη. Ορθά, λοιπόν, το βέτο θεωρείται κατά κανόνα επιλογή απελπισίας, η τεχνητή επιβολή στην πλειοψηφία μιας μειονοτικής άποψης.

Γνωρίζοντας αυτή την πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση έδωσε μέγιστη προτεραιότητα στη δημιουργία της αντίληψης πως «δεν απομονώθηκε από τους συμμάχους» (Ελευθεροτυπία 3/4/08)[11]. Φρόντισε επομένως να εφοδιάσει τα μέλη της ελληνικής δημοσιογραφικής αποστολής στο Βουκουρέστι με ελεγχόμενες διαρροές που ενίσχυαν την άποψη της αποδοχής των θέσεων της Αθήνας από τους ΝΑΤΟϊκούς εταίρους. Έτσι όλοι μάθαμε για την «αλληλεγγύη» (Τα Νέα 3/4/08)[12] προς την Ελλάδα από τον Γάλλο πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί, στον οποίο μάλιστα αποδίδεται η σουρεαλιστική δήλωση ότι «έχει ουγγρικές ρίζες αλλά και ελληνικές, τις οποίες αποδέχεται πλήρως» (Ημερησία 3/3/08)[13]. Παράλληλα, με την ουσιαστική συμμετοχή των περισσότερων διπλωματικών συντακτών, η κυβέρνηση κατάφερε να περάσει στην κοινή γνώμη την άποψη πως τα λίγα κράτη που έκαναν λόγο για «κατανόηση» των ελληνικών θέσεων εξέφραζαν ουσιαστικά την υποστήριξή τους στην Ελλάδα. Έτσι εξηγείται η παρερμήνευση στην ελληνική κοινή γνώμη των στάσεων της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας ως «θετικών για την Ελλάδα» (Ελευθεροτυπία 3/4/08)[11], παρότι και οι τρεις αυτές χώρες έχουν ταχθεί δημόσια υπέρ της ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Ακόμα και οι στάσεις χωρών που τάχθηκαν ανοιχτά στις συνομιλίες υπέρ της άμεσης ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ερμηνεύτηκαν ως θετικές, διότι αρκέστηκαν «στη στήριξη της ένταξης των Σκοπίων, χωρίς [...] να επιτίθενται στην Ελλάδα» (Ημερησία 3/3/08)[13]. Από την αποστείρωση της πραγματικότητας δεν γλίτωσε ούτε ο ίδιος ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Γιαπ ντε Χουπ Σέφερ, ο οποίος, σύμφωνα με την Ελευθεροτυπία (3/4/08)[11], «έδωσε ήπιο τόνο» στη συζήτηση. Το ότι στο πρόσφατο παρελθόν έχει «μεταφέρει [στην Αθήνα] το μήνυμα ότι το βέτο θα εκληφθεί ως μη φιλική ενέργεια» (Έθνος 29/2/08)[14] προφανώς θεωρείται άσχετο.

Ωστόσο, με αρκετή προσοχή, μπορεί κανείς να διακρίνει μερικά ψήγματα πραγματικότητας στις ανταποκρίσεις των ελλήνων συντακτών, όπως για παράδειγμα ότι «η Ελλάδα δέχθηκε ισχυρές πιέσεις από συμμάχους» (Ελευθεροτυπία 4/4/08)[15], ή ότι οι χώρες-μέλη που δεν έλαβαν ανοιχτά θέση στις συνομιλίες «φυσικά δεν σημαίνει [...] ότι [...] συμφώνησαν με τον κ. Καραμανλή. Απλώς υπήρξαν και κάποιοι που φρόντισαν να τηρήσουν αιδήμονα σιωπή για δικούς τους λόγους όπως η Βρετανία, ο Καναδάς και η Πορτογαλία, που συμφωνούν πλήρως με τους Αμερικανούς» (Τα Νέα 3/4/08)[12]. Ακόμα και στην φιλοκυβερνητική Καθημερινή διαβάζουμε πως «[α]ν και [...] ο εκνευρισμός των περισσοτέρων ηγετών για τη στάση της Ελλάδας δεν κατεγράφη στις δημόσιες δηλώσεις τους, στη συνείδηση πολλών η Ελλάδα χρεώνεται την παρεμπόδιση της πλήρους διεύρυνσης του ΝΑΤΟ. Με φωτεινή εξαίρεση τον Νικολά Σαρκοζί, οι υπόλοιποι ηγέτες δέχθηκαν με απογοήτευση την αναβολή της ένταξης των Σκοπίων» (4/4/08)[16].

Η «ΦΩΤΕΙΝΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗ» ΣΑΡΚΟΖΙ

Σε τι οφείλεται όμως η «φωτεινή εξαίρεση [του] Νικολά Σαρκοζί», όπως την ονομάζει η Καθημερινή; Πολλοί εύπιστοι συμπολίτες μας ίσως να αποδίδουν την «αλληλεγγύη» του στις θέσεις της Αθήνας στις «ελληνικές [ρίζες του], τις οποίες αποδέχεται πλήρως». Σ’ αυτούς πιθανότατα συγκαταλέγονται πολιτικοί παράγοντες της Βόρειας Ελλάδας που ετοιμάζονται να προσκαλέσουν τον πρόεδρο της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη για να «του απονεμηθεί το Χρυσό Κλειδί της πόλης» (Έθνος 3/4/08)[07] και για να «δοθεί το όνομά του [...] σε κεντρικό δρόμο» (Τα Νέα, 4/4/08)[17].

Ωστόσο οι πραγματικοί λόγοι της γαλλικής «αλληλεγγύης» ενδέχεται να μην είναι και τόσο ρομαντικοί. Ενδεικτικά, όσοι παρακολουθούν προσεκτικά τους χειρισμούς του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών πιθανόν να γνωρίζουν πως μερικές εβδομάδες πριν από την σύνοδο του ΝΑΤΟ η Ντόρα Μπακογιάννη επισκέφτηκε το Παρίσι «με πλήρες πρόγραμμα», όπως ανέφερε σχετικό δημοσίευμα (Τα Νέα 27/2/08). Ακόμα σημαντικότερο ίσως αποδειχτεί πρόσφατο άρθρο που αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «πόντους κερδίζει η Γαλλία στα εξοπλιστικά προγράμματα της Ελλάδας μετά τη στάση του κ. Σαρκοζί στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ» και ότι «το Παρίσι, η Ρώμη, η Μαδρίτη αλλά και το Βερολίνο, που την τελευταία στιγμή έκανε μικρή στροφή κατανοώντας την ελληνική θέση, ίσως να έχουν προβάδισμα σε κάποιες προμήθειες» (Τα Νέα 5/4/08)[18]. Εικάζεται μάλιστα πως «το δέλεαρ [...] της [...] ελληνικής εξοπλιστικής πίτας, και ο γαλλογερμανικός ανταγωνισμός επ’ αυτού, ήταν που τελικά οδήγησε την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ στη ‘στροφή’» (ό.π.)[19].

Φυσικά αυτά είναι «ψιλά γράμματα», που αποδίδονται σε «συνωμοσιολογούντες [που επιμένουν πως] υπάρχουν συμφωνίες κάτω από το τραπέζι» (ό.π.)[18]. Η κ. Μπακογιάννη έχει ήδη διαψεύσει δημόσια ότι υπήρξαν ανταλλάγματα για τη στήριξη των εταίρων[19], οπότε ίσως οι «συνωμοσιολογούντες» θα έπρεπε να επανεξετάσουν την άποψη ότι η «φωτεινή εξαίρεση» Σαρκοζί συσχετίζεται με τις «ελληνικές [ρίζες του], τις οποίες αποδέχεται πλήρως». Άλλωστε αυτή η εξήγηση ακούγεται λογική, σε αντίθεση με την προσφορά στη Γαλλία αμυντικών προμηθειών ύψους πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.

ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗ

Όποια κι αν είναι η εξήγηση της Γαλλικής σύμπλευσης, το γεγονός παραμένει πως, πέραν του κ. Σαρκοζί, «οι υπόλοιποι ηγέτες δέχθηκαν με απογοήτευση την αναβολή της ένταξης των Σκοπίων» (Καθημερινή[16]. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η ελληνική θέση επιβλήθηκε εκβιαστικά, όχι μέσω της πειθούς. Αυτό ομολογείται εμμέσως στα περισσότερα σχετικά δημοσιεύματα, όπου αναφέρεται ότι «οι 27 ηγέτες του ΝΑΤΟ υποχρεώθηκαν να δεχθούν πως τα Σκόπια δεν θα λάβουν πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ» (Τα Νέα 3/4/08)[12], ότι «[τ]ο ελληνικό βέτο στην ουσία επιβλήθηκε» (Ελευθεροτυπία 4/4/08)[15], ή ότι «η Ελλάδα [...] πέτυχε την πλήρη επιβολή των θέσεών της» (Έθνος 3/3/08)[07].

Κανείς δεν αρνείται ότι η Ελλάδα επέδειξε την μονομερή αποφασιστικότητα που απαιτείται ώστε να επιβάλλει το βέτο στους ΝΑΤΟϊκούς εταίρους. Αλλά σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει η μονομερής αυτή επιβολή, την οποία «οι υπόλοιποι ηγέτες δέχθηκαν με απογοήτευση», να συγχέεται με «διπλωματική νίκη», όπως συστηματικά την αποκαλεί η κ. Μπακογιάννη[19]. Το κάθε κράτος-μέλος, ακόμα και η Ισλανδία ή το Λουξεμβούργο, μπορεί να θέσει βέτο στη σύνοδο του ΝΑΤΟ. Νίκη είναι να καταφέρει να πείσει τις υπόλοιπες χώρες-μέλη να συμμεριστούν τις απόψεις του, ώστε να μη χρειαστεί να καταφύγει στη μονομερή επιβολή τους.

Λαμβάνοντας υπόψη το παραπάνω, η δήλωση της υπουργού των εξωτερικών πως «[σ]ήμερα η Ελλάδα δεν ήταν μόνη, μαζί με την Ελλάδα στάθηκε όλη η Συμμαχία» (Έθνος 3/3/08)[07] είναι συνειδητά προσβλητική για τη Συμμαχία και παραπλανητική για τους Έλληνες. Είναι σαν να διακήρυττε η Ουάσιγκτον πως «σήμερα οι ΗΠΑ δεν ήταν μόνες, μαζί με τις ΗΠΑ στάθηκε όλο το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ», όταν στις 7 Μαρτίου του 1997 έθεταν μόνες, μεταξύ 15 χωρών, βέτο, μπλοκάροντας κατηγορηματικό ψήφισμα του Συμβουλίου ενάντια στην παράνομη κατασκευή από το Ισραήλ οικισμών στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, που δεν διακρίνονται για τον φιλοαμερικανισμό τους, δεν θα ανεχόταν ποτέ μια τόσο προσβλητική δήλωση από τις ΗΠΑ. Γιατί τη δέχονται από το ΥΠΕΞ ουσιαστικά δίχως διαμαρτυρία;

ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΗ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ

Πέρα από μονομερές και απομονωτικό, το βέτο της Αθήνας στη σύνοδο του ΝΑΤΟ ήταν και παράνομο. Κι αυτό διότι παραβίασε κατάφορα την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ. Αυτό το έχουν ήδη επισημάνει τα δημόσια τα Σκόπια και η Ελληνική πλευρά δεν το έχει αρνηθεί, επαναπαυόμενη απλά στην αιτιολογία ότι την ίδια συμφωνία έχουν καταπατήσει τα Σκόπια στο παρελθόν (Τα Νέα 3/4/08)[12]. Η Ενδιάμεση Συμφωνία αναφέρει μεταξύ άλλων πως η Ελλάδα «δεσμεύεται να μην αντιταθεί στην αίτηση ένταξης ή στην ιδιότητα μέλους της [ΠΓΔΜ] σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμικά όργανα στα οποία [η Ελλάδα] είναι μέλος»[20], με την προϋπόθεση η ΠΓΔΜ να δεχθεί να αναφέρεται επίσημα σε αυτούς τους οργανισμούς ως «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας»[21].

Η συμφωνία αυτή αναφέρεται στην περίφημη Έκθεση Μέγιερ για την πρόοδο της ΠΓΔΜ, την οποία πέρσι υπερψήφισε η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με «συντριπτική πλειοψηφία 55 υπέρ και 5 κατά» (Έθνος 28/2/08)[22], με μοναδικούς καταψηφίσαντες τους Έλληνες ευρωβουλευτές (εκεί δεν έχει βέτο!). Μεταξύ άλλων, το κείμενο της Επιτροπής υπενθυμίζει στην Ελλάδα πως το θέμα της ονομασίας «σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνει εμπόδιο στην είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς όπως προβλέπει η ενδιάμεση συμφωνία του 1995» (ό.π.)[22]. Την ίδια υπενθύμιση απηύθυνε πρόσφατα στην ελληνική πλευρά ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζωρτζ Μπους, λέγοντας πως η «Ενδιάμεση Συμφωνία του [19]95 [...] ορίζει στο άρθρο 11 πως η Ελλάδα οφείλει να συναινεί στην ένταξη των Σκοπίων στους διεθνείς οργανισμούς με την προσωρινή τους ονομασία» (Τα Νέα 3/4/08)[12].

Θέτοντας το βέτο, η ελληνική πλευρά αγνόησε επιδεικτικά τις υποχρεώσεις της απέναντι στην ΠΓΔΜ και στη διεθνή κοινότητα βάσει της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Αυτό έγινε αμέσως αντιληπτό από τη Σκοπιανή πλευρά (Έθνος 4/4/08)[23], όμως τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης δεν έδωσαν την παραμικρή σημασία. Άλλωστε το άρθρο 11 της Συμφωνίας, που προβλέπει την ένταξη της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς με την προσωρινή της ονομασία, έχει παραγραφεί από την επίσημη ελληνική ιστορία και δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ, ακόμα και σε άρθρα που ασχολούνται αποκλειστικά με τη διπλωματική ιστορία της σχέσης Αθηνών-Σκοπίων[24]. Ο μοναδικός πολιτικός που έχει αναφερθεί δημόσια στο ζήτημα της Ενδιάμεσης Συμφωνίας είναι ο Αλέκος Αλαβάνος, ο οποίος πρόσφατα παραδέχτηκε πως η Συμφωνία δίνει στην ΠΓΔΜ «κάποια πατήματα για να επικαλεστούν τη δυνατότητά τους να μπουν σε διεθνείς Οργανισμούς με την ονομασία FYROM, [οπότε] ξέρουμε ότι είναι δύσκολα τα πράγματα»[25]. Μερικοί άλλοι παρατηρητές δέχονται πως η ΠΓΔΜ «θα σπεύσει πιθανότατα να κατηγορήσει την Ελλάδα για παραβίαση της ενδιάμεσης συμφωνίας», ελπίζουν όμως πως «αυτό δεν σημαίνει ότι θα την καταγγείλει κιόλας» (Καθημερινή 30/3/08)[26]. Με άλλα λόγια η Ελλάδα παραβίασε μεν τη Συμφωνία και μπορεί να κατηγορηθεί γι’ αυτό, αλλά δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας, εκτός κι αν καταγγελθεί σε διεθνείς οργανισμούς.

Το παραπάνω παράδειγμα είναι ενδεικτικό της κάλυψης του ΥΠΕΞ από την «τέταρτη εξουσία» της χώρας μας. Αυτή η κάλυψη δίνει τη δυνατότητα στον πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή «με αυστηρό ύφος προς τα Σκόπια [να] ξεκαθαρίζει ότι οι κανόνες πρέπει να γίνονται σεβαστοί από όλους» (Ημερησία 4/4/08)[27], δίχως να ανησυχεί μήπως εντοπιστεί η απροκάλυπτη ασυνέπειά του από τους εγχώριους πολιτικούς παρατηρητές.

«ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΥΣΤΕΡΙΑ»

Οι ίδιοι παρατηρητές επιμένουν να παραβλέπουν την ιδιαίτερη πολιτική δυναμική στην ΠΓΔΜ. Είναι γεγονός, αν και σπάνια αναγνωρίζεται από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, πως ο πυρήνας των στελεχών της κυβέρνησης της ΠΓΔΜ αποτελείται από εξαιρετικά δραστήριους και νέους πολιτικούς με συχνά αξιοσημείωτες περγαμηνές. Ο υπουργός εξωτερικών, Αντόνιο Μιλοσόσκι, είναι 30 ετών, όσο και η υπουργός εσωτερικών, Γκορντάνα Γιανκουλόσκα, αλλά και ο Χρίστο Ιβανόφσκι, υπουργός πληροφορικής. Ο Μίλιε Γιανακίεφσκι, υπουργός μεταφορών, που σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, είναι μόλις 29 ετών, ενώ ο 38χρονος σήμερα πρωθυπουργός Νίκολα Γκρούεφσκι έγινε υπουργός σε ηλικία μόλις 28 ετών (Έθνος 2/3/08)[28]. Πολλοί από τους συμβούλους τους, όπως ο Βάσκο Ναουμόφσκι, που αν και μόλις 28 ετών έχει έδρα στις διεθνείς σχέσεις στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, είναι οξυδερκείς επιστήμονες με σύγχρονες πολιτικές απόψεις (Τα Νέα 4/4/08)[29].

Ωστόσο τα ελληνικά ενημερωτικά μέσα, που προφανώς πολύ καθυστερημένα, σε σχέση με τους γείτονες, ανακάλυψαν το «φαινόμενο Τσίπρα», κατά κανόνα τους υποτιμούν χαρακτηρίζοντάς τους ως «αμερικανάκια»[28] (λόγω των σπουδών πολλών από αυτών στις ΗΠΑ) που «πόνταραν στην αδιαλλαξία και στον εθνικισμό και κατάφεραν να πάρουν την εξουσία» (Έθνος 2/3/08)[28]. Συνεπώς όταν η ελληνική κυβέρνηση υπερασπίζεται το αποκαλούμενο «εθνικό συμφέρον», φτάνοντας στο σημείο να ασκήσει μονομερώς και παρανόμως βέτο στο ΝΑΤΟ, επιβραβεύεται ως ενεργούσα «με σύνεση και σοβαρότητα» (Ελευθεροτυπία 3/4/08)[04]. Όταν οι απογοητευμένοι αντιπρόσωποι και τα δημοσιογραφικά επιτελεία της ΠΓΔΜ αποχωρούν πρόωρα από τη σύνοδο του ΝΑΤΟ, κατηγορούνται για εθνικιστική «υστερία» (Ελευθεροτυπία 4/2/08)[30]. Συνήθως δε, η «εθνικιστική» ταμπέλα αποδίδεται στους πολιτικούς της ΠΓΔΜ άσχετα με το ποια στάση ακολουθούν. Έτσι, για παράδειγμα, μερικές ημέρες πριν από την πρόσφατη σύνοδο του ΝΑΤΟ, Τα Νέα καταδίκασαν τον πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ ως εθνικιστή ακόμα και στην περίπτωση που τελικά διαλέξει να συμβιβαστεί στο θέμα του ονόματος: «Εάν [ο πρωθυπουργός κ. Γκρούεφσκι] επιλέξει τον εθνικισμό στην εξωτερική πολιτική, τότε θα αρνηθεί κάθε προτεινόμενη λύση για την ονομασία. Εάν πάλι επιλέξει τον εσωτερικό εθνικισμό –έναντι των Αλβανών–, τότε θα δεχθεί τη συμβιβαστική πρόταση των Αμερικανών [σ.σ. για την αλλαγή του επίσημου ονόματος της ΠΓΔΜ] που θα οδηγήσει σε ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ» (19/3/08)[31].

Λαμβάνοντας υπόψη τη ζωτική σημασία που θεωρούν πως έχει για τη χώρα τους η ένταξη στο ΝΑΤΟ, είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το γεγονός πως τα «αμερικανάκια» των Σκοπίων προτίμησαν να μείνουν εκτός της συμμαχίας παρά να συναινέσουν στην συμβολική υιοθέτηση ενός ονόματος που δεν εκφράζει το λαό τους. Αυτό δείχνει επιμονή και αποφασιστικότητα, όχι υστερία. Αντίθετα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τριτοκοσμική και υστερική η άμεση πρόσκληση από έλληνες πολιτικούς παράγοντες του πρόεδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, Νικολά Σαρκοζί, για να «του απονεμηθεί το Χρυσό Κλειδί»[07] και για να «δοθεί το όνομά του [...] σε κεντρικό δρόμο»[17] της Θεσσαλονίκης.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ

Σε άλλο άρθρο μου, που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Αντί, εξηγώ αναλυτικά γιατί η παράνομη και κοντόφθαλμη στάση της Ελλάδας στην πρόσφατη σύνοδο του ΝΑΤΟ δεν ωφέλησε ούτε την ίδια, ούτε –φυσικά– την ΠΓΔΜ, αλλά μόνο τις ΗΠΑ. Οι διθύραμβοι της ελληνικής κυβέρνησης για το βέτο, με την έμπρακτη ιδεολογική σύμπλευση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είναι σημάδι προωθημένης πολιτικής ανοησίας στη χώρα που ο νομάρχης Θεσσαλονίκης, Παναγιώτης Ψωμιάδης, πρόσφατα αποκάλεσε «το μεγάλο αφεντικό στα Βαλκάνια» (Έθνος 3/4/08)[07]. Η ουσιαστική ταύτιση των εγχώριων μέσων ενημέρωσης με τους επικίνδυνους και καταστρεπτικούς πολιτικούς χειρισμούς της κυβέρνησης Καραμανλή είναι πολύ πιο σημαντική απειλή για την δημοκρατική σταθερότητα της Ελλάδας από οποιαδήποτε «σλαβομακεδονία». Για να παταχθεί, θα πρέπει τα κόμματα της αριστεράς να λάβουν άμεσες και σαφείς θέσεις ενάντια στην μονομερή, ασυνεπή και φανερά παράνομη εξωτερική πολιτική της Αθήνας.

Παραπομπές

[01] Ανών. (2008) «Μια Μέρα Νωρίτερα η Αναχώρηση των Σκοπίων από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ», Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, 3 Απριλίου.
[02] Τσιόδρας, Δ. (2008) «Πυρετός Αισιοδοξίας», Ελευθεροτυπία, 5 Απριλίου.
[03] Πολίτης, Γ.Λ. (2008) «Το Στοίχημα», Τα Νέα, 4 Απριλίου.
[04] Άρθρο της Σύνταξης (2008) «Αλληλοπαγιδεύτηκαν Ουάσιγκτον-Σκόπια», Ελευθεροτυπία, 3 Απριλίου.
[05] Έλλις, Α., και Αντωνίου, Δ. (2008) «Το Ελληνικό Βέτο Απέτρεψε την Ένταξη», Καθημερινή, 3 Απριλίου.
[06] Ανών. (2008) «Μαστίγιο και Καρότο Προς τα Σκόπια», Το Βήμα, 4 Απριλίου.
[07] Μελέτης, Ν. (2008) «Καμία Πρόσκληση», Έθνος, 3 Απριλίου.
[08] Διαμαντοπούλου, Α. (2008) Δηλώσεις στο Ρ/Σ Alpha, 3 Απριλίου.
[09] Ανών. (2008) «Ικανοποίηση στην Αθήνα για την Απόφαση του ΝΑΤΟ», Ναυτεμπορική, 3 Απριλίου.
[10] Ανών. (2008) «Σταθερή Ενίσχυση του Εθνικού Μετώπου», Ναυτεμπορική, 5 Απριλίου.
[11] Αδάμ, Κ. (2008) «Άρνηση, Χωρίς Χρονοδιάγραμμα και με Ήπιες Αντιδράσεις», Ελευθεροτυπία, 3 Απριλίου.
[12] Καρανασοπούλου, Ε.Δ. (2008) «Ραντεβού τον Δεκέμβριο Μετά το Ελληνικό Βέτο», Τα Νέα, 3 Απριλίου.
[13] Μελέτης, Ν. (2008) «Με Ελληνικό Βέτο, Εκτός ΝΑΤΟ τα Σκόπια Μέχρι Νεωτέρας», Ημερησία, 3 Απριλίου.
[14] Ιγνατίου, Μ. (2008) «Τελεσίγραφο από τις ΗΠΑ», Έθνος, 29 Φεβρουαρίου.
[15] Αδάμ, Κ. (2008) «Αγκάθι και το ΝΑΤΟ, Πλέον, για Σκόπια», Ελευθεροτυπία, 4 Απριλίου.
[16] Έλλις, Α. (2008) «Οι Χειρισμοί της Επόμενης Μέρας», Καθημερινή, 4 Απριλίου.
[17] Νασόπουλος, Δ. (2008) «Στήνει Γέφυρες Μετά το Μπλόκο», Τα Νέα, 4 Απριλίου.
[18] Δημακάς, Λ. (2008) «Γαλλικός Αέρας στο Ελληνικό Εξοπλιστικό Πρόγραμμα», Τα Νέα, 5 Απριλίου.
[19] Ανών. (2008) «Ντόρα: Χωρίς Ανταλλάγματα η Στήριξη των Εταίρων», Ναυτεμπορική, 5 Απριλίου.
[20] Ηνωμένα Έθνη (1995) Interim Resolution Between the Hellenic Republic and the FYROM, Document 95-27866, Νέα Υόρκη, 13 Σεπτεμβρίου. Το κείμενο της συμφωνίας έχει εκδοθεί σε ελληνικές πηγές, όπως π.χ. στο Βαληνάκης, Γ., και Ντάλης, Σ. (επιμ.) Το Ζήτημα των Σκοπίων, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα 1996, σελ. 361-370.
[21] Ηνωμένα Έθνη (1993) Security Council Resolution 817, Νέα Υόρκη, 7 Απριλίου.
[22] Μελέτης, Ν. (2008) «Πιέσεις και Παρέμβαση από τις ΗΠΑ», Έθνος, 28 Φεβρουαρίου.
[23] Μελέτης, Ν., και Τελίδης, Χ. (2008) «Βέρτιγκο στα Σκόπια», Έθνος, 4 Απριλίου.
[24] Βλ. για παράδειγμα Αθανασόπουλος, Α. (2007) «Το Παραμύθι με το Όνομα», Το Βήμα, 4 Νοεμβρίου.
και Πελώνη, Α. (2008) «Από τον Τίτο στον Νίμιτς», Τα Νέα, 23 Φεβρουαρίου.
[25] Αλαβάνος, Α. (2008) Ομιλία στη Βουλή των Ελλήνων, 2 Απριλίου.
[26] Τζίμας, Σ. (2008) «Αντίμετρα των Σκοπίων», Καθημερινή, 30 Μαρτίου.
[27] Μελέτης, Ν., και Μπενέκος, Η. (2008) «Βέτο και στην ΕΕ, αν δεν Βρεθεί Λύση», Ημερησία, 4 Απριλίου.
[28] Τελίδης, Χ. (2008) «Τα ‘Αμερικανάκια’ των Σκοπίων», Έθνος, 2 Μαρτίου.
[29] Καντούρης, Κ. (2008) «Σοκ για το Χαστούκι του Βουκουρεστίου», Τα Νέα, 4 Απριλίου.
[30] Αδάμ, Κ. (2008) «Και Επισήμως οι ΗΠΑ Υιοθέτησαν την ΠΓΔΜ», Ελευθεροτυπία, 4 Απριλίου.
[31] Καρανασοπούλου, Ε.Δ. (2008) «Ο Οδυνηρός Συμβιβασμός Διχάζει Αθήνα και Σκόπια», Τα Νέα, 19 Μαρτίου.

10/4/08

Μόνο τις ΗΠΑ Ωφελεί το Ελληνικό Βέτο

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού Αντί στις 10 Απριλίου 2008.

ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ στρατηγικών επιπτώσεων του ελληνικού βέτο στη ΝΑΤΟϊκή σύνοδο του Βουκουρεστίου είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε δυο σημαντικές επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση είναι ότι, όταν γίνεται λόγος περί ΝΑΤΟ, η αναφορά δεν είναι στο Βέλγιο, στη Δανία ή στη Νορβηγία, αλλά στις ΗΠΑ, καθώς ο Οργανισμός αποτελεί εδώ και 60 περίπου χρόνια το κύριο όχημα διεθνοποίησης των Αμερικανικών στρατηγικών επιδιώξεων ανά την υφήλιο. Η δεύτερη επισήμανση είναι ότι η ΝΑΤΟϊκή διεύρυνση προς τις χώρες του πρώην Σοβιετικού Μπλοκ είναι ζωτικής σημασίας για τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα (όπως έχω εξηγήσει στο Αντί τ916). Εξυπακούεται ότι η αντίδραση της Ελλάδας στην ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ εκλαμβάνεται από τις ΗΠΑ ως απροκάλυπτη ελληνική επίθεση ενάντια στα αμερικανικά συμφέροντα. Έτσι, από βράδυ της 2ας Απριλίου, το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ δεν αποτελεί πλέον ελληνοσκοπιανή, αλλά κυρίως ελληνοαμερικανική διένεξη. Την επισήμανση αυτή έχει κάνει και η Αθήνα, η οποία έχει εμμέσως αναγνωρίσει την στάση των ΗΠΑ «ως τον σημαντικότερο παράγοντα των διαπραγματεύσεων για το όνομα της ΠΓΔΜ» (Ημερησία 1/3/08)[001].

Τις δυο αυτές αλήθειες, που πιστοποιούν τον αμερικανικό άξονα επιρροής στη μεταψυχροπολεμική Ευρώπη, δεν παραβλέπουν οι ίδιοι οι ανατολικοευρωπαίοι ηγέτες. Συνειδητοποιούν πως η προσπάθεια για ένταξη των χωρών τους στο ΝΑΤΟ δεν έχει τίποτα να κάνει με «εγγύηση εδαφικής ανεξαρτησίας», όπως αναφέρει επιδεικτικά το καταστατικό του Οργανισμού. Αντίθετα αφορά την υπερίσχυση στις χώρες τους του αμερικανικού μοντέλου οικονομικής διαχείρισης, το οποίο αναμένεται να ενεργήσει προς όφελος της ίδιας πολιτικοοικονομικής ελίτ που ηγείται της προσπάθειας ένταξης. Η προσπάθεια αυτή τελείται συνήθως κατά παράβαση της επιθυμίας των ντόπιων πληθυσμών για πραγματική εθνική ανεξαρτησία. Ενδεικτική είναι η τρομοκρατική ατμόσφαιρα που κυριάρχησε στην πόλη του Βουκουρεστίου κατά τη διάρκεια της ΝΑΤΟϊκής συνόδου. Παραστρατιωτικές δυνάμεις εκκένωσαν για μια ολόκληρη εβδομάδα ένα μεγάλο μέρος της ρουμανικής πρωτεύουσας, ενώ για πρώτη φορά στην ιστορία σφραγίστηκε εντελώς το Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου, στο κέντρο της πόλης, που είχε μείνει ανοιχτό ακόμα και στην περίοδο 1989-1990. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής απλά εγκατέλειψαν την πόλη κατά την εβδομάδα της συνόδου.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ

Παρατηρώντας τις απόψεις των απλών ανθρώπων που ζουν στην πάμφτωχη χώρα που οι ίδιοι ονομάζουν Μακεδονία, είναι προφανές πως δεν τρέφουν αυταπάτες σχετικά με την οικονομική ή πολιτική χροιά μιας πιθανής ΝΑΤΟϊκής ένταξης[002]. Καταλαβαίνουν καλά γιατί «το ΝΑΤΟ χρειάζεται τη Μακεδονία περισσότερο απ’ όσο η Μακεδονία χρειάζεται το ΝΑΤΟ», όπως έχει δηλώσει στο παρελθόν αμερικανός αξιωματούχος (Christian Science Monitor 13/9/01)[003]. Ωστόσο, η πιθανή είσοδος στο ΝΑΤΟ αποτελεί γι’ αυτούς μια «τεράστιας σημασίας συμβολική κίνηση» αποδοχής από ομάδα κρατών τα οποία οι ίδιοι «θεωρούν ως τον ‘πολιτισμένο’ κόσμο» (Reuters 3/4/08)[004]. Συνεπώς «οι απλοί άνθρωποι [στην ΠΓΔΜ] έχουν επενδύσει τις ελπίδες τους στην ευρωπαϊκή προοπτική και στο ΝΑΤΟ και τρέμουν στην ιδέα ότι τώρα που έφτασαν στο προαύλιο μπορεί κάποιος –εν προκειμένω η Ελλάδα– να τους κλείσει την πόρτα» (Καθημερινή, 24/2/08)[005]. Ο φόβος αυτός ενισχύεται περιοδικά από την καταστροφολογία που καλλιεργεί η ντόπια πολιτικοοικονομική ελίτ. Χαρακτηριστική είναι πρόσφατη δήλωση του (παλαιότερα χαρακτηριζόμενου από τα ελληνικά ΜΜΕ ως «εθνικιστή») προέδρου της ΠΓΔΜ, Μπράνκο Τσερβενκόφσκι. Συνηγορώντας υπέρ μιας συμβιβαστικής λύσης με την Ελλάδα, ο Τσερβενκόφσκι απέρριψε την ανένδοτη στάση αρκετών συμπατριωτών του, λέγοντας πως «αυτός που θα μου πει ότι το αντίτιμο [σ.σ. της αλλαγής της ονομασίας] είναι πολύ ακριβό, είναι υποχρεωμένος να βγει ενώπιον της κοινής γνώμης και [να εξηγήσει με ποιο τρόπο] η Μακεδονία θα αναπτυχθεί τα επόμενα δέκα [με] δεκαπέντε χρόνια» εάν δεν μπει στο ΝΑΤΟ (Τα Νέα 24/3/08)[006].

ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΤΙΜΩΡΙΑ

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί το ελληνικό βέτο στην ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ εκλαμβάνεται από τον πληθυσμό της γείτονος ως συλλογική τιμωρία, επιβαλλόμενη στον λαό, όχι στους πολιτικούς. Αντιμετωπίζεται δηλαδή ως εκβιασμός του πληθυσμού της ΠΓΔΜ, ο οποίος αποκλείεται από τις υποτιθέμενες οικονομικές απολαβές μιας πιθανής ένταξης στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, έτσι ώστε να γονατίσει οικονομικά και να αποδεχτεί τον συμβιβασμό με την Ελλάδα στο ζήτημα της ονομασίας.


Η στρατηγική αυτή συχνά υποβόσκει πίσω από τις απειλητικές και υποτιμητικές δηλώσεις του ελληνικού ΥΠΕΞ, όπως π.χ. ότι το «να έρθει [η ΠΓΔΜ] σε μια κοινά αποδεκτή συμφωνία μαζί μας είναι επιτακτική ανάγκη γι’ αυτούς και [...] είναι για το δικό τους το καλό» (ΥΦΥΠΕΞ Π. Δούκας 13/3/08)[007]. Αντιμετωπίζεται δε ευνοϊκά και συχνά με χαιρεκακία από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το απόσπασμα άρθρου της διπλωματικής συντάκτριας των Νέων, Ειρήνης Καρανασοπούλου, που αναφέρει πως «αυτό που δεν έχουν υπολογίσει [...] οι Σκοπιανοί [...] είναι –λένε διπλωματικές πηγές στην Αθήνα– πως το βέτο της Ελλάδας στην τρέχουσα συγκυρία αφορά το ΝΑΤΟ. Αύριο όμως θα αφορά και την ένταξη των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εκεί τα συμφέροντα είναι και οικονομικά, σε μια χώρα που μαστίζεται από ανεργία της τάξεως του 35%, αν ληφθούν υπόψη τα επίσημα στοιχεία. Και η εύρεση εργασίας δια του εθνικισμού ουδέποτε επετεύχθη» (1/3/08)[008]. Με άλλα λόγια θα αναγκάσουμε τον πληθυσμό της γειτονικής χώρας να υποφέρει από την ανεργία έως ότου υποκύψει στις πιέσεις μας. Η είδηση αυτή, που προέρχεται, όπως αναφέρεται, από «διπλωματικές πηγές στην Αθήνα» και συνεπώς επιβεβαιώνει την ελληνική πολιτική συλλογικής τιμωρίας, μεταφέρεται από την αρθρογράφο των Νέων δίχως την παραμικρή ένσταση ή διαμαρτυρία από την ίδια.

Οι ασυνείδητοι και εκβιαστικοί αυτοί πολιτικοί χειρισμοί δεν εμποδίζουν υψηλόβαθμα ελληνικά κυβερνητικά στελέχη από το να αναφέρονται επιδεικτικά σε υποτιθέμενες προθέσεις φιλίας έναντι της ΠΓΔΜ. Έτσι πληροφορούμαστε, με αρκετή δόση υποκρισίας, πως «επίθεση φιλίας στα Σκόπια σχεδιάζει να κάνει το προσεχές διάστημα η κυβέρνηση [...] μετά τις αποφάσεις του Βουκουρεστίου» (Τα Νέα 4/4/08)[009]. Η ελληνίδα υπουργός των εξωτερικών, Ντόρα Μπακογιάννη, διαβεβαιώνει ότι «η Ελλάδα αντιμετωπίζει την ΠΓΔΜ ως ένα καλό φίλο» (Ελευθεροτυπία 20/2/08)[010], ότι «έχει ειλικρινή και φιλικά αισθήματα για το λαό της γειτονικής χώρας» (Έθνος 3/4/08)[011], και ότι «το βέτο δεν έχει [...] εκδικητικό χαρακτήρα» (Ημερησία 3/4/08)[012], καθώς «η Ελλάδα δεν θέλει να επιβάλλει ονομασία στα Σκόπια» (Έθνος 3/4/08)[011]. Ο δε πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής, διακηρύττει στους «γείτονές μας [...] ότι στόχος της Ελλάδας δεν είναι να τους ταπεινώσει, αλλά να τους ενισχύσει» (Τα Νέα 4/4/08)[009]. Η άποψη αυτή είναι φυσικά εντελώς ξεκομμένη από την πραγματικότητα στην ΠΓΔΜ. Σε πρόσφατο δημοσίευμά του στα ελληνικά, ο Μπράνκο Γκερόσκι, μετριοπαθής αρχισυντάκτης της εφημερίδας των Σκοπίων, Σπικ, που έχει κατηγορηθεί ως «προδότης του έθνους» στην ΠΓΔΜ, δηλώνει απευθυνόμενος στους Έλληνες πως «οι ηγέτες σας [...] ταπείνωσαν [τους πολίτες της χώρας μου] και ταυτόχρονα μείωσαν [...] τις μετριοπαθείς φωνές στα Σκόπια» (Ελευθεροτυπία 6//4/08)[013].

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΣΤΑ ΣΚΟΠΙΑ

Κανένας στην ΠΓΔΜ δεν συμμερίζεται τις υποκριτικές εκδηλώσεις φιλίας της ελληνικής κυβέρνησης. Αντίθετα, οι συνέπειες της μη ένταξης στο ΝΑΤΟ θεωρούνται από τον απλό λαό της ΠΓΔΜ ως «καταστροφικές», όπως δήλωσε πρόσφατα παλιός διπλωμάτης της γειτονικής χώρας (Καθημερινή, 24/2/08)[005]. Ελληνικά δημοσιεύματα αμέσως μετά την άσκηση του ελληνικού βέτο κάνουν λόγο για «τεράστια απογοήτευση» (Καθημερινή 3/4/08)[014], «δυστυχή συγκυρία» και «δραματικό κλίμα» (Έθνος 4/4/08)[015] στα Σκόπια. Ο ίδιος ο πρόεδρος Τσερβενκόφσκι «ξεκαθάρισε ότι στο Βουκουρέστι πραγματοποιήθηκε το χειρότερο δυνατό σενάριο για τη χώρα του» (ό.π.)[015]. Η απογοήτευση οξύνεται από την πεποίθηση ότι παρότι «έχουμε κάνει όλα όσα θα έπρεπε να είχαμε κάνει σε όρους μεταρρυθμίσεων και στρατιωτικής συνεισφοράς [ώστε να μπούμε στο ΝΑΤΟ], τιμωρούμαστε επειδή είμαστε Μακεδόνες», όπως δήλωσε εκπρόσωπος της ηγεσίας της ΠΓΔΜ (Καθημερινή 3/4/08)[014].

Οι συνέπειες του δραματικού αυτού κλίματος στη στάση της ΠΓΔΜ απέναντι στην Ελλάδα είναι σήμερα προφανείς. Ήταν δε απόλυτα προβλέψιμες πριν κατατεθεί το ελληνικό βέτο στο Βουκουρέστι. Η πρώτη άμεση συνέπεια είναι η ισχυροποίηση της κυβέρνησης του Νίκολα Γκρούεφσκι, η οποία αναμένεται να «θριαμβεύσει [στις ερχόμενες εκλογές] ύστερα από τη στάση που κράτησε το τελευταίο διάστημα» (Τα Νέα 4/4/08)[016]. Η συσπείρωση των ψηφοφόρων γύρω από τον ίδιο τον Γκρούεφσκι «θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τη δημοτικότητά του [καθώς] πολλοί τώρα τον θεωρούν ένα γενναίο άνθρωπο. Αυτό θα αποτελέσει το πλέον φορτισμένο συναισθηματικά θέμα στην προεκλογική του καμπάνια και θα του εξασφαλίσει μια μεγάλη νίκη» (Ελευθεροτυπία 6/4/08)[013].

Η δεύτερη άμεση συνέπεια είναι η εδραίωση της συλλογικής έχθρας του τοπικού πληθυσμού απέναντι στην Ελλάδα. Ενδεικτικό είναι το πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας Βεστ στις 3 Απριλίου, που διακήρυττε με μεγάλα γράμματα πως «Η Ελλάδα [είναι] ο μοναδικός μας εχθρός» (ΑΠΕ 3/4/08)[017]. Παράλληλα, ο Γκρούεφσκι δηλώνει πως «σίγουρα δεν θα [...] κοστίσει φτηνά [στους Έλληνες] αυτό που έκαναν» (Έθνος 4/4/08)[015], ενώ πολιτικοί αναλυτές στη γειτονική χώρα επισημαίνουν πως η διπλωματική αντιπαράθεση Αθήνας-Σκοπίων «κινδυνεύει να περάσει σε επίπεδο κοινωνιών» (ΑΠΕ 3/4/08)[017].

Η τρίτη και σημαντικότερη άμεση συνέπεια του ελληνικού βέτο στη στάση της ΠΓΔΜ είναι η αναπότρεπτη πλέον στροφή του κρατιδίου στην αγκάλη της Ουάσιγκτον. Τα πρόσφατα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της γειτονικής χώρας που κάνουν αναφορά στον «Μέγα Μπους [που] αγωνίζεται για τη Μακεδονία» (ό.π.)[017] έγιναν δεκτά με χλευαστικά σχόλια από τα ελληνικά ΜΜΕ. Είναι ωστόσο εξαιρετικής πολιτικής σημασίας το γεγονός πως την επομένη του ελληνικού βέτο «στις περισσότερες εφημερίδες [της γείτονος] υπήρχαν μεγάλες φωτογραφίες του Τζορτζ Μπους» (Έθνος 4/4/08)[015]. Η σημειολογική αυτή επισήμανση επιβεβαιώνει την άποψη του υπουργού εξωτερικών της ΠΓΔΜ, Αντόνιο Μιλοσόσκι, πως η σθεναρή αντίδραση του Προέδρου Μπους στο ελληνικό βέτο αποτελεί «το μεγαλύτερο κεφάλαιο στις στρατηγικές σχέσεις μεταξύ Μακεδονίας και ΗΠΑ» (ΑΠΕ 3/4/08)[018].

Η ΠΓΔΜ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΣΤΟ ΝΑΤΟ

Φυσικά λίγοι στην Ουάσιγκτον –και πιθανότατα στην Αθήνα– αμφιβάλουν πως η ΠΓΔΜ αργά η γρήγορα θα ενταχθεί και τυπικά στο ΝΑΤΟ, κάτι που φαίνεται και από τις δηλώσεις του ίδιου του Τζορτζ Μπους ότι «η Μακεδονία πρέπει να λάβει τη θέση της στο ΝΑΤΟ όσο πιο γρήγορα γίνεται» (International Herald Tribune, 5/4/08)[019]. Αυτό που ενδιαφέρει για την ώρα τους Αμερικανούς είναι να συνάψουν ουσιαστικές στρατιωτικοπολιτικές σχέσεις με τις χώρες του πρώην Σοβιετικού μπλοκ, συμπεριλαμβανομένης της ΠΓΔΜ. Με την πρόσφατη οριστική στροφή της τελευταίας στις αγκάλες των ΗΠΑ, ο στόχος αυτός επετεύχθη με τον πλέον καθοριστικό τρόπο. Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ουάσιγκτον για σύναψη Ειδικής Συμφωνίας Σταθερότητας με τα Σκόπια, είναι ενδεικτική. Με τη συμφωνία αυτή, η οποία περιέχει πολιτικά και στρατιωτικά σκέλη, θεωρείται πως «η Ουάσιγκτον δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι έχει ήδη θέσει υπό την προστασία της τα Σκόπια» (Ελευθεροτυπία 4/4/08)[020]. Παράλληλα, τηρουμένων των αναλογιών, η ένθερμη συμβολή της ΠΓΔΜ στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ ήδη ξεπερνάει κατά πολύ την αντίστοιχη ελληνική, καθώς τα Σκόπια προσφέρουν το 4% των δυνάμεών τους σε ΝΑΤΟϊκές αποστολές, έναντι μόλις του 0.1% που προφέρει η Αθήνα (Ημερησία 3/4/08)[012]. Με άλλα λόγια η ΠΓΔΜ δεν έχει εκπληρώσει μόνο τις αναγκαίες πολιτικοστρατιωτικές μεταρρυθμίσεις (όπως δηλώνει το σχετικό ΝΑΤΟϊκό συμφωνητικό), αλλά και τις αποδείξεις εθελοδουλίας, που απαιτούνται για ένταξη στη ΝΑΤΟϊκή συμμαχία. Στη βάση αυτή προσκλήθηκε από τις ΗΠΑ η ηγεσία της ΠΓΔΜ για να συμμετάσχει, μαζί με τις ηγεσίες της Αλβανίας και της Κροατίας, στο δείπνο προς τιμήν των χωρών που πήραν πρόσκληση για το ΝΑΤΟ στη σύνοδο του Βουκουρεστίου (Έθνος 5/4/08)[021]. Απομένει πλέον η τυπική ένταξη της χώρας στη συμμαχία, που δεν θ’ αργήσει να έρθει.

Συνεπώς η μεταφορά από την Αθήνα της διένεξης με την ΠΓΔΜ από «το φυσικό της χώρο» (Ελευθεροτυπία 4/4/08)[022], που είναι ο ΟΗΕ, στο ΝΑΤΟ, δεν ήταν μόνο αυθαίρετη και παράνομη (όπως εξηγώ σε άλλο κείμενό μου). Ήταν παράλληλα ένα δώρο προς τους Αμερικανούς, οι οποίοι το εκμεταλλεύτηκαν για να αποδείξουν στους νέους τους συμμάχους στην ΠΓΔΜ (αλλά και στους Γεωργιανούς και στους Ουκρανούς) πόσο αποφασισμένοι είναι να τους εντάξουν στα στρατηγικά τους σχέδια. Στην προκειμένη περίπτωση της ΠΓΔΜ οι Αμερικανοί επέμειναν στην πρόσκληση στο βαθμό που ανάγκασαν μια παραδοσιακή τους σύμμαχο, μέλος επί 50 έτη του ΝΑΤΟ, να ασκήσει βέτο για να διευθετήσει ένα διμερές ζήτημα με μια μικροσκοπική, πάμφτωχη χώρα, το οποίο οι ίδιοι οι Αμερικανοί χαρακτηρίζουν «αστεία και ανόητη απαίτηση» και ένα θέμα στο οποίο δεν αξίζει να αφιερώσει κανείς «ούτε πέντε λεπτά» (Λόρενς Ιγκλμπέργκερ, τ. υπουργός εξωτερικών, Καθημερινή 23/3/08)[023].

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ

Καθώς η εναντίωση της Ελλάδας στην ένταξη της ΠΓΔΜ εκλαμβάνεται από τις ΗΠΑ ως επίθεση ενάντια στα αμερικανικά συμφέροντα, προκύπτει το λογικό ερώτημα πώς θα αντιδράσει η Ουάσιγκτον; Προσωπικά συμφωνώ με την άποψη του Μ. Ιγνατίου πως, αν και οι επόμενοι μήνες αναμένονται δύσκολοι για τις σχέσεις Ελλάδας-ΗΠΑ, «η κρίση δεν [θα] διακρίνεται [απαραίτητα] δια γυμνού οφθαλμού» (Έθνος 5/5/08)[021]. Είναι γεγονός πως «οι ΗΠΑ έχουν στα χέρια τους πολλά ατού»(Τα Νέα 5/4/08)[024], όμως οι χειρισμοί τους θα είναι αναγκαστικά προσεκτικοί, συνυπολογίζοντας την επιθυμία της Ρωσίας να «σπάσει» τον φιλοαμερικανικό άξονα Αλβανίας-ΠΓΔΜ-Βουλγαρίας-Ρουμανίας-Τουρκίας, που έχει αρχίσει να ισχυροποιείται στα Βαλκάνια.

Στην πραγματικότητα ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Αθήνα επιθυμούν δραματική ισχυροποίηση των σχέσεων της τελευταίας με τη Μόσχα, η δυναμική της οποίας δεν θεωρείται ακόμα αξιόπιστη στο διεθνή χώρο. Η ελληνική κυβέρνηση θα ανταποκριθεί, κατά πάσα πιθανότητα, στην πρόσκληση των ΗΠΑ για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων με την ΠΓΔΜ, ενδεχομένως υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, αλλά σίγουρα υπό αμερικανική επίβλεψη. Τυχόν άρνηση της Αθήνας να δεχτεί τον διαιτητικό ρόλο των ΗΠΑ θα σημάνει επαναστατική ρήξη στην μεταπολεμική εξωτερική πολιτική της Αθήνας, με επακόλουθα που είναι επί του παρόντος δύσκολο να προβλεφθούν. Οπωσδήποτε μια ενδεχόμενη απόσχιση της Αθήνας από την αμερικανική τροχιά θα σημάνει πρωτοφανή αποστασία, η οποία δύσκολα νοείται στο σημερινό ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Για την ώρα, οι προσεκτικοί παρατηρητές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θα πρέπει να αντιμετωπίζουν με δυσπιστία την άποψη ότι οι παραδοσιακοί διακρατικοί διακανονισμοί μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ (βλ. Σούδα, εξοπλισμούς, κλπ) τίθενται αυτόματα υπό καθεστώς διαπραγμάτευσης, όπως διερωτήθηκε πρόσφατα στη Βουλή ο Αλέκος Αλαβάνος[025]. Θα πρέπει επίσης να αμφισβητείται το σκεπτικό ότι η κυβέρνηση ενδέχεται να ποντάρει στην «αυξημένη γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας» και πως «τα οφέλη της επιδιωκόμενης ΝΑΤΟϊκής διεύρυνσης [...] σε ουδεμία περίπτωση εξισορροπούν τα οφέλη της ελληνικής υπεραξίας» για τους Αμερικανούς (Ελευθεροτυπία 1/4/08)[026].

Αντίθετα, για να φανερωθούν μερικές από τις πολύπλοκες πτυχές των ελληνοαμερικανικών σχέσεων στη μετα-βέτο εποχή, θα πρέπει να εξεταστούν λεπτομερειακά στο άμεσο μέλλον κάποιες από τις λιγότερο εμπεδωμένες ελληνοαμερικανικές συνεργασίες. Τέτοιες είναι για παράδειγμα η στάση της Αθήνας στα πλάνα των ΗΠΑ για κατασκευή πυραυλικής αμυντικής ζώνης στην Ευρώπη (τα οποία για την ώρα δεν δείχνουν να αμφισβητούνται από το ΥΠΕΞ), όπως και η στρατιωτική συμμετοχή της Ελλάδας στη ΝΑΤΟϊκή εκστρατεία στο Αφγανιστάν. Εκεί τα πράγματα είναι πιο ασαφή. Αρκεί να σημειωθεί πως την ίδια ημέρα που η Ντόρα Μπακογιάννη δήλωνε σε ραδιοφωνική συνέντευξη ότι «δεν πρόκειται να αυξηθεί η ελληνική δύναμη στο Αφγανιστάν»[027], ο Κώστας Καραμανλής σημείωνε πως «η χώρα μας συμμετέχει στις δυνάμεις του ΝΑΤΟ [στο Αφγανιστάν] και μπορεί να αυξήσει τη συμβολή της στην προσπάθεια για την ανοικοδόμηση της χώρας αυτής» (Ναυτεμπορική 5/4/08)[028]. Πρόκειται για δείγμα του παραδοσιακού αλαλούμ της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ή για συνειδητή προσπάθεια σύγχυσης των αμερικανών; Η απάντηση δεν θ’ αργήσει να φανερωθεί.

Παραπομπές

[001] Καραβίτη, Φ. (2008) «Η Ουάσιγκτον Κρατά το Κλειδί για το Σκοπιανό», Ημερησία, 1 Μαρτίου.
[002] Άκρως κατατοπιστική είναι η συνέντευξη του Noam Chomsky στον Darko Cekerovski, με τίτλο «Macedonia: Balkan Democracy Experiment», NIJ Weekly Service, τ231, 20/7/01.
[003] Farnam, A. (2001) «Endgame for EU, NATO in Macedonia?», The Christian Science Monitor, 13 Σεπτεμβρίου.
[004] Casule, K. (2008) «Analysis: Fears of Balkan Instability After Macedonia Rebuff», Reuters, 3 Απριλίου.
[005] Τζίμας, Σ. (2008) «Αδιαλλαξία Παρά την Αγωνία στα Σκόπια», Καθημερινή, 24 Φεβρουαρίου.
[006] Καρανασοπούλου, Ε.Δ. (2008) «Δύο Γραμμές Από τα Σκόπια», Τα Νέα, 24 Μαρτίου.
[007] Δούκας, Π. (2008) Συνέντευξη στον Ρ/Σ Alpha Radio, 13 Μαρτίου.
[008] Καρανασοπούλου, Ει. (2008) «Βρώμικο Παιχνίδι από ΗΠΑ», Τα Νέα, 1 Μαρτίου.
[009] Νασόπουλος, Δ. (2008) «Στήνει Γέφυρες Μετά το Μπλόκο», Τα Νέα, 4 Απριλίου.
[010] Αδάμ, Κ. (2008) «Συγκεχυμένη Πρόταση Νίμιτς Κατ' Αρχήν Αποδεκτή από Αθήνα», Ελευθεροτυπία, 20 Φεβρουαρίου.
[011] Μελέτης, Ν. (2008) «Καμία Πρόσκληση», Έθνος, 3 Απριλίου.
[012] Μελέτης, Ν. (2008) «Με Ελληνικό Βέτο, Εκτός ΝΑΤΟ τα Σκόπια Μέχρι Νεωτέρας», Ημερησία, 3 Απριλίου.
[013] Γκέροσκι, Μπ. (2008) «Μια Πύρρειος Νίκη της Αθήνας», Ελευθεροτυπία, 6 Απριλίου.
[014] Ανών. (2008) «Πρόσκληση Εισόδου στην ΠΓΔΜ Μόλις Λυθεί η Ονομασία», Καθημερινή, 3 Απριλίου.
[015] Μελέτης, Ν., και Τελίδης, Χ. (2008) «Βέρτιγκο στα Σκόπια», Έθνος, 4 Απριλίου.
[016] Καντούρης, Κ. (2008) «Σοκ για το Χαστούκι του Βουκουρεστίου», Τα Νέα, 4 Απριλίου.
[017] Ανών. (2008) «Αιχμηρά Σχόλια του Σκοπιανού Τύπου για το Ελληνικό Βέτο», Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, 3 Απριλίου.
[018] Ανών. (2008) «Μια Μέρα Νωρίτερα η Αναχώρηση των Σκοπίων από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ», Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, 3 Απριλίου.
[019] Cornwell, S. (2008) «Bush Sees NATO Future for Macedonia», International Herald Tribune, 5 Απριλίου.
[020] Αδάμ, Κ. (2008) «Και Επισήμως οι ΗΠΑ Υιοθέτησαν την ΠΓΔΜ», Ελευθεροτυπία, 4 Απριλίου.
[021] Ιγνατίου, Μ. (2008) «Διγλωσσία ΗΠΑ Μετά το Σοκ», Έθνος, 5 Απριλίου.
[022] Αδάμ, Κ. (2008) «Αγκάθι και το ΝΑΤΟ, Πλέον, για Σκόπια», Ελευθεροτυπία, 4 Απριλίου.
[023] Έλλις, Α. (2008) «Απειλή η Μεγάλη Αλβανία, Όχι τα Σκόπια», Καθημερινή, 23 Μαρτίου.
[024] Δημακάς, Λ. (2008) «Γαλλικός Αέρας στο Ελληνικό Εξοπλιστικό Πρόγραμμα», Τα Νέα, 5 Απριλίου.
[025] Αλαβάνος, Α. (2008) Ομιλία στη Βουλή των Ελλήνων, 2 Απριλίου.
[026] Δήμας, Δ.Π. (2008) «Φωνές Κατά Φριντ-Μπους Υπέρ Ελλάδας», Ελευθεροτυπία, 1 Απριλίου.
[027] Ανών. (2008) «Ντόρα: Χωρίς Ανταλλάγματα η Στήριξη των Εταίρων», Ναυτεμπορική, 5 Απριλίου.
[028] Ανών. (2008) «Καραμανλής: Ετοιμότητα για Νέες Διαπραγματεύσεις», Ναυτεμπορική, 5 Απριλίου.

9/4/08

Διαφέρουν Πολιτικά Κλίντον και Ομπάμα;

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή, στις 19 Απριλίου 2008, στη σελ. 12, με τίτλο «Διαφέρουν Πολιτικά οι Δυο Μονομάχοι;».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΙΣΩΣ ΑΠΟ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΗ χώρα, στις ΗΠΑ η ορθή άσκηση του δικαιώματος της ψήφου είναι ολόκληρη επιστήμη. Κι αυτό διότι ο εντοπισμός ουσιαστικών πολιτικών διαφορών μεταξύ υποψήφιων απαιτεί κατά κανόνα επίπονη και συστηματική έρευνα [1]. Η επιστημονική προσέγγιση απαιτείται εκ των πραγμάτων, καθώς οι «δελφίνοι» των δυο μεγάλων κόμματων πολιτεύονται κατά κανόνα βασιζόμενοι στη δύναμη της εικόνας, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα τα πολιτικά τους προγράμματα [1]. Αυτός είναι άλλωστε ένας από τους κύριους λόγους που η συντριπτική πλειοψηφία των εν δυνάμει ψηφοφόρων είτε ψηφίζουν με βάση την εικόνα είτε επιλέγουν την αποχή [2]. Το ακριβές ποσοστό της αποχής, που συστηματικά ξεπερνάει το 50%, αποτελεί εξάλλου την σημαντικότερη –και γι’ αυτό την πλέον συγκαλυμμένη– είδηση των εκλογικών αναμετρήσεων στη χώρα.

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος το επιφαινόμενο, με ποιο τρόπο μπορούν να εντοπιστούν με σχετική ορθότητα οι ουσιώδεις πολιτικές διαφορές μεταξύ δυο Δημοκρατικών υποψήφιων όπως η Χίλαρι Κλίντον και ο Μπαράκ Ομπάμα; Ένας έγκυρος τρόπος, που έχω αναλύσει αλλού [3], είναι η εξέταση της πολιτικής ταυτότητας των συμβουλευτικών τους επιτελείων, τα οποία θα στελεχώσουν σε μεγάλο βαθμό την κυβέρνηση που θα σχηματίσει ο επόμενος ή η επόμενη «πλανητάρχης». Ένας άλλος τρόπος, εξίσου αποτελεσματικός, είναι η ανάλυση των πολιτικών τους διασυνδέσεων με τα εργατικά συνδικάτα, καθώς και με το οικονομικό κατεστημένο της χώρας. Κι αυτό διότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους ψηφοφόρους, τα οργανωμένα συμφέροντα στις ΗΠΑ, είτε εργατικά, είτε εργοδοτικά, διερευνούν λεπτομερειακά ακόμα και τις πλέον αδιόρατες διαφορές μεταξύ των υποψήφιων, πριν τους προσφέρουν την υποστήριξή τους.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

Εξετάζοντας κανείς τις χρηματικές συνεισφορές από διάφορα οργανωμένα συμφέροντα στις προεκλογικές εκστρατείες της Κλίντον και του Ομπάμα, παρατηρεί μόνο τρεις περιπτώσεις όπου σημειώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις στις οικονομικές τους απολαβές. Συγκεκριμένα στους τομείς των μεταφορών, των εργατικών συνδικάτων, καθώς και των αμυντικών εξοπλισμών [4]. Και στις τρεις αυτές κατηγορίες η εκστρατεία της Κλίντον έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να εξασφαλίσει από 31% έως και 70% υψηλότερη χρηματοδότηση από εκείνη του εσωκομματικού της αντίπαλου.

Ποιος ο λόγος της διαφοροποίησης στη χρηματοδότηση των Ομπάμα και Κλίντον; Στην περίπτωση των εταιρειών που επιδίδονται στον τομέα των αμυντικών εξοπλισμών, η αιτία έχει να κάνει με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Είναι δε προφανής: κατά την οκταετία της Προεδρίας του Μπιλ Κλίντον, παρά την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ και την σχεδόν παράλληλη εξαφάνιση του «εξ ανατολών κινδύνου», η κυβέρνησή του αρνήθηκε πεισματικά να ακολουθήσει την παγκόσμια πτωτική τάση στους εξοπλισμούς. Μεταξύ 1993 και 2001, όταν όλες σχεδόν οι σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις παγκοσμίως μείωναν δραστικά τους αμυντικούς τους προϋπολογισμούς, ο αντίστοιχος αμερικανικός αυξήθηκε από 292.4 δισ. σε 306 δισ. δολάρια, παραμένοντας σε γενικές γραμμές στα επίπεδα του Ψυχρού Πολέμου [5]. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις Μπιλ Κλίντον θεσμοθέτησαν την στρατοκρατική τάση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, επιθυμώντας να «διατηρήσουν με στρατιωτικά μέσα τη νεοαποκτηθείσα στρατηγική υπερίσχυση που επήλθε από τη σοβιετική κατάρρευση και [να επιδοθούν σε μια] μονόπλευρη [πολιτική, την οποία θεωρούσαν] ως την πλέον εύκολη και αξιόπιστη μέθοδο επιδίωξης του στρατηγικού αυτού στόχου», όπως αναφέρει μια εμπεριστατωμένη σχετική έρευνα [6].

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

Η τάση στρατοκρατίας της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ επί εποχής Μπιλ Κλίντον δεν εκδηλώθηκε μόνο με τις συνεχείς και παράνομες στρατιωτικές επεμβάσεις εκτός συνόρων (Βοσνία, Κροατία, Σερβία, Αλβανία, ΠΓΔΜ, Αϊτή, Σουδάν, Αφγανιστάν, Ιράκ, Ζαΐρ και αλλού). Εκδηλώθηκε επίσης μέσω της δραστικής αύξησης της διάθεσης στρατιωτικού υλικοτεχνικού εξοπλισμού σε συμμαχικές κυβερνήσεις ανά την υφήλιο που επιδιδόταν στην συστηματική εξολόθρευση μερίδας του πληθυσμού τους (Ισραήλ, Ινδονησία, Τουρκία, Κολομβία και άλλες). Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Τουρκίας, η οποία το 1997, την εποχή δηλαδή που εξολόθρευε μαζικά τον Κουρδικό της πληθυσμό στην Ανατολία, παρέλαβε από τις ΗΠΑ στρατιωτική βοήθεια υψηλότερη από εκείνη που έλαβε σε ολόκληρη την περίοδο μεταξύ 1950 και 1983 [7].

Συνεπώς οι κυβερνήσεις Κλίντον φρόντισαν ώστε να μην επαληθευθούν οι υπαρξιακοί φόβοι του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος των ΗΠΑ, που λογικά ανησυχούσε για την οικονομική του επιβίωσή μετά την εξάλειψη του «σοβιετικού κινδύνου». Φυσικά οι κολοσσιαίες εταιρίες ολιγοπωλιακού χαρακτήρα, που απαρτίζουν την αμερικανική βιομηχανία αμυντικών εξοπλισμών, προτιμούν κατά παράδοση Ρεπουμπλικάνους πολιτικούς. Ωστόσο διαλέγοντας μεταξύ δυο Δημοκρατικών υποψήφιων, όπως είναι η Κλίντον και ο Ομπάμα, επιλέγουν δικαιολογημένα την Κλίντον, ο σύζυγος της οποίας στάθηκε αταλάντευτα στο πλευρό τους επί οχτώ κρίσιμα χρόνια.

ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ

Οι περιπτώσεις των μεταφορών και των εργατικών συνδικάτων σχετίζονται με την οικονομική πολιτική. Είναι δε αλληλένδετες, καθώς οι μεταφορές αποτελούν έναν από τους ελάχιστους τομείς της αμερικανικής οικονομίας που ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από τα εργατικά συνδικάτα, από την εποχή του Τζίμι Χόφα. Εδώ και δεκαετίες, το περιβάλλον Κλίντον διατηρεί σημαντικές προσβάσεις στα αμερικανικά συνδικάτα, τα οποία, μετά τον καταποντισμό που υπέστησαν επί Ρόναλντ Ρήγκαν, γνώρισαν μερική ανάκαμψη κατά την οκταετία της Προεδρίας του Μπιλ Κλίντον. Είναι χαρακτηριστικό ότι έως τα μέσα του περασμένου Δεκέμβρη δέκα εργατικά συνδικάτα πανεθνικής εμβέλειας είχαν δηλώσει επίσημα την υποστήριξή τους στην Χίλαρι Κλίντον, τέσσερα στον Τζον Έντουαρντς (ο οποίος αργότερα απέσυρε την υποψηφιότητά του), ενώ κανένα στον Μπαράκ Ομπάμα [8]. Οι αναλογίες αυτές δεν έχουν μεταβληθεί σημαντικά από τότε [9].

Ο λόγος της συντριπτικής υποστήριξης της Χίλαρι Κλίντον από τα συνδικάτα δεν οφείλεται μόνο στην ευγνωμοσύνη τους για την υποστήριξη που τους δόθηκε επί κυβερνήσεων Μπιλ Κλίντον. Οφείλεται κυρίως στην αισθητή διαφοροποίηση του οικονομικού της προγράμματος από εκείνο του Μπαράκ Ομπάμα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός πως οι δυο εφημερίδες-αντιπρόσωποι του αμερικανικού κεφαλαίου, η Wall Street Journal [10] και η αμερικανική έκδοση των Financial Times, υποστηρίζουν επίσημα τον Τζον Μακέιν και τον Μπαράκ Ομπάμα. Σε πρόσφατο άρθρο της σύνταξης, οι Financial Times κατηγόρησαν και τους δυο Δημοκρατικούς υποψήφιους ως «υποκριτές», διότι πλασάρουν προεκλογικά τον οικονομικό προστατευτισμό (δηλαδή την προστασία της εγχώριας παραγωγής από τον ανταγωνισμό της ξένης) για να κερδίσουν την υποστήριξη των συνδικάτων, ενώ στην πραγματικότητα γνωρίζουν πως μετεκλογικά θα είναι δύσκολο να περιορίσουν το «ελεύθερο εμπόριο, [που αποτελεί] ζωτικό αμερικανικό συμφέρον»[11]. Για τους αντιδραστικούς Financial Times, το πρόβλημα με την Κλίντον είναι ότι πραγματικά πιστεύει στον οικονομικό προστατευτισμό. Αντίθετα, το συμβουλευτικό επιτελείο του Ομπάμα έχει εμμέσως αναγνωρίσει ότι η αντίθεσή του στο ελεύθερο εμπόριο είναι απλά «πολιτική δημαγωγία», την οποία δεν σκοπεύει να τηρήσει μετεκλογικά. Άρα, καταλήγει η εφημερίδα, ο Ομπάμα μπορεί να είναι «υποκριτής, αλλά –όσο άσχημα κι αν ακούγεται αυτό– υπάρχουν και χειρότερα πράγματα, ένα από τα οποία είναι ο προστατευτισμός» στον οποίο πιστεύει η Κλίντον, αλλά όχι ο Ομπάμα [12].

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΤΑ ΣΗΜΕΙΑ

Φυσικά η πολιτική και οικονομική υποστήριξη των εργατικών συνδικάτων προς την Χίλαρι Κλίντον δεν σημαίνει απαραίτητα την υπερίσχυση της υποψηφιότητάς της. Άλλωστε το 2004 ο Δημοκρατικός Τζον Κέρι κέρδισε το χρίσμα για την Προεδρία των ΗΠΑ έχοντας λάβει την υποστήριξη ενός μόνο πανεθνικού εργατικού συνδικάτου [8]. Ωστόσο η προτίμηση του οργανωμένου εργατικού κινήματος, όπως και του στρατιωτικο-βιομηχανικού τομέα, στην εκστρατεία της Κλίντον φανερώνει μερικές από τις σπάνιες πολιτικές διαφοροποιήσεις μεταξύ της συζύγου του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ και του Μπαράκ Ομπάμα.

Σε τελική ανάλυση, οι διαφορές μεταξύ της Κλίντον και του Ομπάμα, όπως διαφαίνονται από τη σύνδεση των υποστηρικτών τους, είναι πολιτικά σημαντικές ακριβώς επειδή είναι αριθμητικά ελάχιστες. Διότι εάν επιθυμεί κανείς να αποφασίσει ποιον υποψήφιο θα υποστηρίξει, όχι με βάση την εικόνα, αλλά με βάση πολιτικά κριτήρια, σε αυτές τις λίγες διαφορές θα πρέπει απαραίτητα να επικεντρωθεί.

Παραπομπές

[1] N. Chomsky «The Toothpaste Election», Counterpunch, 12/3/05.
[2] Δείτε την κατατοπιστικότατη μελέτη των F.F. Piven και R.A. Cloward «Why Americans Don’t Vote», Pantheon Books, Νέα Υόρκη, 1988.
[3] Σ. Φιτσανάκης, «Το Πικρό Δίλημμα των Αμερικανικών Εκλογών», Αντί, 15/2/08.
[4] Πλήρη στοιχεία παραθέτονται στο πρόγραμμα Open Secrets του Center for Responsive Politics (www.opensecrets.org).
[5] C. Johnson, The Sorrows of Empire, Macmillan, Νέα Υόρκη, σελ. 56.
[6] C. Knight, US Military-Strategic Ambitions: Expanding to Fill the Post-Soviet Vacuum, Commonwealth Institute, Κέιμπριτζ, Ιούνιος 2000.
[7] N. Chomsky, Middle East Illusions, Rowman & Littlefield Publishers, Νέα Υόρκη, 2004, σελ. 205.
[8] J.J. Holland, «Obama Comes Up Short on Union Support», USA Today, 18/12/07.
[9] Αν και ενδιαφέρον παρουσιάζει η πολιτική διάσπαση της μεγαλύτερης αμερικανικής ομοσπονδίας εργαζομένων του δημοσίου (AFSCME), η ανώτατη ηγεσία της οποίας υποστηρίζει επίσημα την Κλίντον, ενώ ένα σημαντικό κομμάτι του διοικητικού της συμβουλίου υποστηρίζει τον Ομπάμα (Α. Berman, «Labor Rebels Against Clinton», The Nation, 07/01/08).
[10] Άρθρο της σύνταξης, «The Wages of HillaryCare», The Wall Street Journal, 7/2/08.
[11] Άρθρο της σύνταξης, «Primary Politics and Protectionism», The Financial Times, 10/3/08.
[12] Δείτε επίσης J. Bhagwati «Obama’s Free-Trade Credentials Top Clinton’s», The Financial Times, 3/3/08, καθώς και C. Cook, «Why Democrats Must Choose Obama», The Financial Times, 10/2/08.

8/4/08

Ποιες Τάσεις Εκπροσωπούν ο Ομπάμα και η Κλίντον;

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή, στις 19 Απριλίου 2008, στις σελ. 13-14, με τίτλο «Ποιες Τάσεις Εκπροσωπούν ο Ομπάμα και η Χίλαρι;».

ΈΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΑΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ πολιτικής σκηνής είναι αυτό του μεγέθους. Η κολοσσιαία γεωγραφική έκταση των ΗΠΑ συνήθως παραβλέπεται από τους ξένους αναλυτές που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πολιτικά τεκταινόμενα στην υπερδύναμη. Αγνοείται για παράδειγμα η πολιτική σημασία του γεγονότος πως οι εθνικές εκλογές στις ΗΠΑ διεξάγονται σε οχτώ τοπικές ζώνες ώρας στις οποίες κατοικούν γεωγραφικά διάσπαρτοι πληθυσμοί που συχνά έχουν ελάχιστη σχέση ή επαφή μεταξύ τους.

Συνεπώς είναι πολλαπλά εσφαλμένη η άποψη πως η πολιτική ποικιλομορφία, που αναγκαστικά διέπει την πολυπρόσωπη πληθυσμιακή σύνδεση της γιγαντιαίας αυτής χώρας, εξαντλείται στην απλοϊκή δικομματική αντιπαράθεση μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων. Αντίθετα, τα δυο αυτά κόμματα αποτελούν ουσιαστικά συνασπισμούς συγγενών πολιτικών τάσεων, που συχνά έχουν γεωγραφικές καταβολές. Στο Δημοκρατικό κόμμα, για παράδειγμα, συνυπάρχουν πολιτικές τάσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν από κεντροδεξιές με ρατσιστικές ρίζες (Νότος), έως ευρωσοσιαλιστικές (στις πολιτείες της Νέας Αγγλίας) και ριζοσπαστικές με στοιχεία αγροτοσυνδικαλισμού (Μεσοδυτικές πολιτείες). Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως εδώ και 15 περίπου χρόνια το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ προσφέρει την εκλογική του υποστήριξη –και ενεργεί κατά βάση μέσα– στο Δημοκρατικό κόμμα. Παρόμοια δεδομένα ισχύουν και στην περίπτωση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, που ενεργεί ως ευρεία πολιτική ομπρέλα υπό την οποία συζούν τάσεις, συχνά αντιμαχόμενες, που ξεκινούν από τον αναρχοφιλελευθερισμό και καταλήγουν στον απροκάλυπτο φασισμό.

Τα παραπάνω στοιχεία συγκροτούν το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει απαραίτητα να αξιολογηθεί η κοινωνική δυναμική των πολιτικών στρατοπέδων της Χίλαρι Κλίντον και του Μπαράκ Ομπάμα. Παρατηρώντας κανείς την σύνθεση της βάσης των ψηφοφόρων του κάθε στρατοπέδου, μπορεί να διακρίνει αυτήν ακριβώς την πολιτική ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει το Δημοκρατικό κόμμα.

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΝΤΟΚΡΕΜΑΣ

Κατά παράδοση, η εκλογική διαδικασία στις ΗΠΑ βασίζεται στις προδιαγραφές της αγοράς. Συγκεκριμένα, κατά την εύστοχη ρήση του Νόαμ Τσόμσκι, «οι [αμερικανικές] εκλογές διεξάγονται υπό την εποπτεία των ίδιων ανθρώπων που [μας] πουλάνε οδοντόκρεμα [...]. Συνεπώς, η βιομηχανία [δημοσίων σχέσεων] χρησιμοποιεί την ίδια τακτική για να πουλήσει υποψήφιους μ’ εκείνη που χρησιμοποιεί για να πουλήσει οδοντόκρεμα»[01]. Αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων πως οι image makers των πολιτικών αναλύουν το εκλογικό σώμα πάνω σε καταναλωτικές βάσεις. Για παράδειγμα, γνωρίζουν πως ο Μπαράκ Ομπάμα χαίρει της υποστήριξης περίπου του 70% των Δημοκρατικών ψηφοφόρων κάτω των 29 ετών [02]. Το ακριβώς αντίστροφο συμβαίνει με τους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους άνω των 65 ετών, σχεδόν τα τρία τέταρτα των οποίων προτιμούν την Χίλαρι Κλίντον [02]. Γνωρίζουν επίσης πως ο Ομπάμα χαίρει της υποστήριξης 12% περισσότερων αρσενικών ψηφοφόρων από την Κλίντον, η οποία όμως υπερτερεί του Ομπάμα κατά 21% στις γυναίκες [03]. Ξέρουν ακόμα πως η Κλίντον προηγείται με 30% στις προτιμήσεις των Δημοκρατικών ψηφοφόρων που προέρχονται από λατινοαμερικανικές [04] και ασιατικές μειονότητες [01], ενώ λαμβάνει μόνο το 10% των ψήφων των αφροαμερικανών, οι οποίοι υποστηρίζουν μαζικά την υποψηφιότητα Ομπάμα [01].

Αξίζει να σημειωθεί πως τα παραπάνω δεδομένα είναι γενικευμένα. Οι περισσότερες έρευνες του είδους κυριολεκτικά διυλίζουν τον κώνωπα περιέχοντας στοιχεία όπως πρόθεση ψήφου γονέων με ένα, δύο ή τρία παιδιά, με ένα ή περισσότερα αυτοκίνητα, ανάλογα με το είδος ή την αξία του αυτοκινήτου, με σπίτι που διαθέτει ή δε διαθέτει πισίνα, και πάει λέγοντας. Γνωρίζοντας αυτές τις λεπτομέρειες, οι πολιτικοί μπορούν να ρυθμίσουν την προεκλογική τους τακτική, την εξωτερική τους εικόνα, ακόμα και το περιεχόμενο των ομιλιών τους, ώστε να προσελκύσουν τις ψήφους συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Φυσικά κατηγοριοποιήσεις του εκλογικού σώματος με βάση φυλετικά, ηλικιακά, ή ευρύτερα καταναλωτικά κριτήρια, ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στις ανάγκες των «εκλογών της οδοντόκρεμας», όπως τις ονομάζει ο Τσόμσκι. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, σύμφωνα με μια πρόσφατη σχετική δημοσκόπηση, μόνο ένας στους τρεις Δημοκρατικούς ψηφοφόρους επιλέγει την Κλίντον ή τον Ομπάμα με γνώμονα τις ιδέες τους και τα πολιτικά τους προγράμματα. Οι περισσότεροι τους ψηφίζουν βασιζόμενοι στο «αρχηγικό στιλ και στην εμπιστοσύνη που εμπνέουν»[05], δηλαδή με βάση καθαρά μή-πολιτικά κριτήρια.

Ωστόσο, για μια αυστηρά πολιτική αξιολόγηση των δυο υποψήφιων, τα στοιχεία των παραπάνω ερευνών δεν είναι εντελώς άχρηστα. Κι αυτό διότι δείχνουν πως, σε γενικές γραμμές, η πολιτική βάση της Χίλαρι Κλίντον αποτελείται από ψηφοφόρους που ανήκουν στην εργατική τάξη, με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται. Δηλαδή κατά κανόνα δίχως πανεπιστημιακή μόρφωση, με χειρονακτικού τύπου επαγγελματική απασχόληση (ή συνταξιούχοι), και με χαμηλότερο εισόδημα [06]. Αντίθετα, η πολιτική βάση του Μπαράκ Ομπάμα απαρτίζεται από εύπορους ψηφοφόρους της ανώτερης και μικροαστικής τάξης, με προπτυχιακή ή μεταπτυχιακή μόρφωση και με σχετικά ανεξαρτητοποιημένη πολιτική ταυτότητα [01]. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι αφροαμερικανοί, οι οποίοι ψηφίζουν μαζικά Ομπάμα προφανώς με βάση φυλετικά κριτήρια.

Σε πρόσφατο άρθρο της η επιθεώρηση The Economist περιγράφει την ταξική διαφοροποίηση μεταξύ της πολιτικής βάσης του Μπαράκ Ομπάμα και της Χίλαρι Κλίντον ως «πολιτικό διαχωρισμό μεταξύ [Δημοκρατικών] ψηφοφόρων που προτιμούν κρασί ή μπύρα με το φαγητό τους»[07] (στις ΗΠΑ το κρασί, σε αντίθεση με τη μπύρα, θεωρείται ποτό πολυτελείας). Φυσικά, ανάμεσα στους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους που, κατά την αναλογία του Economist, προτιμούν «μπύρα με το φαγητό τους» συγκαταλέγονται τα περισσότερα μέλη των εργατικών συνδικάτων. Οι σφυγμομετρήσεις δείχνουν πως η Κλίντον προηγείται πανεθνικά έναντι του Ομπάμα κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες στις προτιμήσεις συνδικαλισμένων εργατών. Η διαφορά αυτή είναι κατά πολύ μεγαλύτερη σε βιομηχανικές πολιτείες με δυναμική συνδικαλιστική παρουσία, όπως είναι το Οχάιο, το Ιλινόι, ή το Μίσιγκαν [03].

ΤΑΞΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ

Γιατί αυτή η βαθιά ταξική διαφοροποίηση μεταξύ των δυο στρατοπέδων; Οι λόγοι σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις πολιτικές κατευθύνσεις των δυο διεκδικητών του χρίσματος. Οι πολιτικές προτεραιότητες της Χίλαρι Κλίντον (δυνατή οικονομία, προστατευτισμός, ισχυροποίηση της δημόσιας ασφάλισης, ίδρυση εθνικού συστήματος υγείας) χαίρουν ιδιαίτερης απήχησης στις τάξεις των μικρομεσαίων, των ανέργων και των συνταξιούχων. Οι τελευταίες, όπως παραδέχονται ακόμα και δεξιά έντυπα όπως ο Economist, «βλέπουν το επίπεδο διαβίωσής τους να παραμένει στάσιμο εδώ και χρόνια και ανησυχούν [πρωτίστως] εάν θα καταφέρουν να πληρώσουν τους λογαριασμούς του μήνα»[07].

Αντίθετα, οι πολιτικές προτεραιότητες του Μπαράκ Ομπάμα (παγκόσμια ειρήνη, αποκατάσταση της φήμης των ΗΠΑ στο εξωτερικό, φυλετική ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, οικολογία) βρίσκουν απήχηση στις τάξεις των Δημοκρατικών ψηφοφόρων που έχουν λύσει τις άμεσες βιοποριστικές τους ανάγκες, έχοντας έτσι την πολυτέλεια να προσανατολιστούν πολιτικά με γνώμονα ευρύτερα ηθικά ζητήματα. Παράλληλα, λόγω της ανώτερης εκπαιδευτικής τους στάθμης, οι τάξεις αυτές των ψηφοφόρων έχουν μάθει να επιβραβεύουν τη διανοητική δεινότητα, την ευρυμάθεια, την πρωτοτυπία και τη ρητορική επιδεξιότητα, ικανότητες δηλαδή στις οποίες ο Μπαράκ Ομπάμα υπερτερεί άνετα έναντι της αντιπάλου του.

Σε γενικές γραμμές, οι διαφορετικές τάσεις που εκπροσωπούν η Κλίντον και ο Ομπάμα έχουν μεν ταξικό προσανατολισμό, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που χαρακτηρίζει σε βάθος την πολιτική ταυτότητα της προεκλογικής τους διαμάχης. Άλλωστε οι δυο κατεξοχήν εκπρόσωποι του αριστερού ρεύματος του Δημοκρατικού κόμματος, ο βουλευτής Ντένις Κουσίνιτς και ο γερουσιαστής Τζον Έντουαρντς, αποσύρθηκαν από τη διεκδίκηση του Προεδρικού χρίσματος από πολύ νωρίς. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οποιοσδήποτε από τους Κλίντον ή Ομπάμα κερδίσει το Προεδρικό χρίσμα θα λάβει παράλληλα την ολική και άνευ όρων υποστήριξη ολόκληρου του Δημοκρατικού εκλογικού σώματος. Τότε είναι που θα ξεκινήσει η προσπάθεια μέχρι τελικής πτώσης για να αποφευχθεί η διαιώνιση της Ρεπουμπλικανικής εξουσίας στην Ουάσιγκτον.

Παραπομπές

[01] E. Luce, «Democratic Struggle Stresses Faultlines», The Financial Times, 6/2/08.
[02] Exit polls για όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ βρίσκονται στη σελίδα του MSNBC.
[03] A. Fram, «Candidates' Backers Not As Predictable», Associated Press, 29/2/08.
[04] Ανών., «The Exit Polls: What Was Behind Tuesday's Vote», CQ Politics, 4/3/08.
[05] C. Todd, M. Murray και D. Montanaro, «First Thoughts: The Great ’08 Paradox», MSNBC, 13/3/08.
[06] Διάφοροι, «Who Voted and Why? A Roundtable Discussion on the Ethnic, Religious and Social Makeup of Voters in the Elections», Democracy Now!, 10/11/06.
[07] Ανών., «Obamaworld Versus Hillaryland», The Economist, 5/3/08.