28/7/09

Η Ελεύθερη Πτώση των ΗΠΑ και οι Συνέπειές της για την Ελλάδα

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε σε μια νέα τριμηνιαία πολιτική επιθεώρηση με τίτλο Κωπηλάτες («περιοδικό συζήτησης και προβληματισμού»). Πρόκειται για μια εξαιρετικά προσεγμένη δουλειά από μια πεπειραμένη συντακτική ομάδα, που ενεργεί υπό την τεχνική επίβλεψη των εκδόσεων Γαβριηλίδη. Στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων (Μαυρομιχάλη 18, Αθήνα, τηλ. 210-3636514) μπορείτε να προμηθευτείτε τα τεύχη του περιοδικού. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο εναρκτήριο τεύχος (Άνοιξη 2009) στις σελίδες 33-45. Μπορείτε επίσης να κατεβάσετε το κείμενο σε μορφή .pdf πατώντας εδώ.

ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ Η ΚΡΑΤΙΚΗ ραδιοτηλεόραση της Βενεζουέλας μεταδίδει ζωντανά την εκπομπή Aló Presidente με κεντρικό παρουσιαστή τον πρόεδρο της χώρας Ούγκο Τσάβες. Τον Μάρτιο του 2006 ο Τσάβες απευθύνθηκε από την εκπομπή του στον αμερικανό πρόεδρο Τζορτζ Μπους με την ακόλουθη δήλωση: «Είστε ανίδεος [...], είστε γάιδαρος κύριε Τζορτζ Μπους. Είστε ένας δειλός, δολοφόνος, γενοκτόνος [sic], αλκοολικός, μεθύστακας, ψεύτης, ένα ανήθικο άτομο [...], ένας ψυχολογικά άρρωστος άνθρωπος. Είστε ό,τι χειρότερο σ’ αυτό τον πλανήτη [...]. Εάν ποτέ σας έρθει η τρελή ιδέα να εισβάλετε στη Βενεζουέλα, ελάτε, θα σας περιμένω εδώ»[01].

Πέρα από την προφανή δόση αστείου που περιέχει, η παραπάνω δήλωση του προέδρου Τσάβες προτάσσει ένα άκρως σοβαρό πολιτικό ερώτημα: πως γίνεται ο αρχηγός ενός λατινοαμερικανικού έθνους, πέραν φυσικά της Κούβας, να αμφισβητεί τόσο ρητά την ιστορικά ακλόνητη ηγεμονία της υπερδύναμης στη λατινική ήπειρο δίχως να ανησυχεί για άμεσα και σοβαρά αντίποινα; Εκσφενδονίζοντας τις εριστικές δηλώσεις του για τον πλανητάρχη, ο Τσάβες γνωρίζει ότι η Λατινική Αμερική έχει υποστεί περισσότερες από 100 στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ στα τελευταία 200 χρόνια[02], έχοντας γνωρίσει μερικές από τις πιο βάναυσες πτυχές του Αμερικανικού imperium. Έως και πριν από λίγα χρόνια παρόμοιοι αφορισμοί από οποιονδήποτε λατινοαμερικανό ηγέτη θα σήμαιναν έως και απευθείας στρατιωτική εισβολή των ΗΠΑ στη χώρα του (Γρανάδα, Παναμάς, Αϊτή, κλπ).

Είναι γεγονός ότι οι αιχμηρές απόψεις του Ούγκο Τσάβες δεν αποτελούν παρά άκομψη εκδοχή της γενικότερης αντίληψης των Λατινοαμερικανών για την μέχρι πρόσφατα ρεπουμπλικανική ηγεσία των ΗΠΑ[03]. Αλλεπάλληλες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η εικόνα των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική έχει κατακρημνιστεί σε πρωτοφανή επίπεδα τα τελευταία χρόνια[04]. Δυο μόλις δεκαετίες από την εποχή που ο Ρόναλντ Ρέιγκαν προειδοποιούσε σε έκτακτο τηλεοπτικό του διάγγελμα ότι «Νικαραγουανοί τρομοκράτες Σαντινίστας» απειλούσαν (!) τα σύνορα του Τέξας[05], η επιρροή των ΗΠΑ στον παραδοσιακό τους «λαχανόκηπο»[06] έχει συρρικνωθεί δραστικά. Σχεδόν ολόκληρη η Κεντρική και Νότια Αμερική έχει μετατοπιστεί πολιτικά προς σοσιαλιστική κατεύθυνση. Στη Νικαράγουα ο πρώην αντάρτης Ντανιέλ Ορτέγκα, άλλοτε καταζητούμενος από την Ουάσιγκτον, είναι σήμερα ξανά πρόεδρος της χώρας, δηλώνοντας μάλιστα πρόσφατα ότι η οικονομική κρίση αποτελεί «θεϊκή τιμωρία» των ΗΠΑ για την επιβολή του καπιταλισμού στους φτωχούς[07]. Μέχρι και η μαρξιστική Κούβα, αντί να εξαφανιστεί, όπως αναμενόταν[08], από τον μετα-Σοβιετικό πολιτικό χάρτη, έχει βρει στρατηγικούς εταίρους στην επαναστατική Βενεζουέλα, στη Βολιβία του Ίβο Μοράλες, αλλά και την Ονδούρα, η οποία έως και την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές[09] αρνείται να δεχτεί τα διαπιστευτήρια του νέου υποψήφιου πρέσβη των ΗΠΑ στη χώρα. Ακόμα και κεντρο-αριστεροί συνασπισμοί, όπως αυτός του Ινάσιο Λούλα που σήμερα κυβερνά τη Βραζιλία, άλλοτε θεωρούνταν από τις ΗΠΑ ως θανάσιμοι κίνδυνοι και εν ανάγκη άμεσης εξαφάνισης. Ωστόσο όχι μόνο στη Βραζιλία αλλά και σε άλλα πρώην απόρθητα φιλο-αμερικανικά κάστρα, όπως εκείνα του Παναμά, του Μεξικού και της Κολομβίας, παρατηρείται θεαματική άνοδος αριστερών πολιτικών σχηματισμών, συνήθως δε με τη συμμετοχή παραδοσιακών αριστερών κομμάτων[10].

Η άνευ προηγουμένου υποχώρηση της αμερικανικής πολιτικής επιρροής στη Λατινική Αμερική δεν περνάει απαρατήρητη στα κέντρα των ανερχόμενων δυνάμεων ανά την υφήλιο, που ήδη σπεύδουν να καλύψουν το κενό. Η Βενεζουέλα πρόσφατα υποδέχτηκε ρωσικά πολεμικά πλοία, τα οποία προσάραξαν σε λατινοαμερικανικό λιμάνι για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ταυτόχρονα η Μόσχα έχει ήδη προσφερθεί να βοηθήσει τον πρόεδρο Τσάβες να υλοποιήσει την κατασκευή στη χώρα του αντιδραστήρων για την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας. Παράλληλα, ενώ πριν από λίγα χρόνια το Ιράν δε διέθετε καν διπλωματική αντιπροσωπία στη Βολιβία, σήμερα, σε μια συμβολική συμμαχική κίνηση, η Ιρανική πρεσβεία στη Λα Παζ ετοιμάζεται να ιδρύσει δυο νέα νοσοκομεία για τους άπορους. Τέλος η εμπορική διείσδυση της Κίνας στην περιοχή έχει ήδη ξεπεράσει κάθε προηγούμενο σκαρφαλώνοντας πρόπερσι στα 102.6 δισεκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγές έναντι μόλις 10 δισεκατομμυρίων το 2000[11].

ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΗΣ;

Τα παραπάνω στοιχεία βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο των συζητήσεων για το μέλλον των παγκόσμιων στρατηγικών επιδιώξεων των ΗΠΑ. Το βασικό ερώτημα έχει ως εξής: πως γίνεται το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να τρέφει πολιτικές φιλοδοξίες στην Ασία, στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και αλλού, τη στιγμή που δε δείχνει να μπορεί πλέον να ελέγξει τις πολιτικές εξελίξεις στον παραδοσιακό χώρο επιρροής του, που δεν είναι άλλος από τη Λατινική Αμερική; Πιο συγκεκριμένα, γιατί συρρικνώνεται η αμερικανική επιρροή στη Λατινική Αμερική; Επειδή η Ουάσιγκτον είναι πια ανήμπορη να ελέγξει τον γεωστρατηγικό της περίγυρο, ή μήπως επειδή έχει στρέψει τις στρατηγικές της βλέψεις αλλού (βλ. Μέση Ανατολή, Ευρώπη, Κεντρική Ασία, κλπ);

Η πολυπλοκότητα του ερωτήματος αυτού απαιτεί διεξοδική ανάλυση. Καταρχήν ο όρος «υπερδύναμη» υποδηλώνει τη δυνατότητα ενός κράτους να ασκεί στρατηγική επιρροή πολλαπλά εκτενέστερη του άμεσου γεωγραφικού του χώρου. Προδιαθέτει δηλαδή ως δεδομένη τη δεσπόζουσα θέση του στον γεωστρατηγικό του περίγυρο. Αυτή άλλωστε είναι η διαφορά μεταξύ μιας υπερδύναμης και μιας περιφερειακής δύναμης. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο ακμάζουσας υπερδύναμης άξιας του όρου και συγχρόνως ανήμπορης να επιβληθεί αποφασιστικά στον άμεσο περίγυρό της. Υπό αυτή την έννοια είναι προφανώς αδύνατο να αμφισβητηθεί σοβαρά η απαράμιλλη περιφερειακή εμβέλεια της αμερικανικής ισχύος. Στη Λατινική Αμερική, αν και αποκηρύττεται ρητορικά, συχνά δε και εμπράκτως, η αμερικανική επιρροή παραμένει ηγεμονική. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τις ραγδαίες εξελίξεις στην περιοχή, είναι το ίδιο δύσκολο να αμφισβητηθεί η αυξανόμενη φθορά της αμερικανικής κυριαρχίας στον παραδοσιακό «λαχανόκηπο» των ΗΠΑ. Κανείς δε μπορεί να μιλήσει για «ανατροπή». Μπορεί όμως να μιλήσει για ολοένα αυξανόμενη αντίσταση στα αμερικανικά γεωστρατηγικά σχέδια.

Το ζήτημα διογκώνεται εξεταζόμενο υπό το πρίσμα της πρόσφατης —και όχι μόνο— ιστορίας. Έχει παρατηρηθεί ότι συνήθως οι αυτοκρατορίες αμφισβητούνται πρώτα, όχι από τις απομακρυσμένες τους αποικίες, αλλά από τις κτήσεις τους εκείνες που βρίσκονται πέριξ του μητροπολιτικού πυρήνα. Η πρώτη καθοριστική αντίσταση ενάντια στην παντοδύναμη Βρετανική Αυτοκρατορία του 20ου αιώνα δεν προήλθε από τα απελευθερωτικά κινήματα στις εξωτικές αποικίες των Ινδιών ή της Αφρικής, αλλά από τη γειτονική Ιρλανδία. Η τελευταία κατάφερε, έξι χρόνια μετά την εξέγερση του 1916, να γίνει η πρώτη ελεύθερη πρώην βρετανική κτήση στη σύγχρονη ιστορία. Η Δεύτερη Γαλλική Αυτοκρατορία μπορεί να ηττήθηκε ολοσχερώς το 1954 από τους αντάρτες του Χο Τσι Μινχ στο Βιετνάμ. Όμως το αποφασιστικό πλήγμα επήλθε από την άνοδο το ίδιο έτος ενός εξίσου σθεναρού απελευθερωτικού κινήματος σε απόσταση αναπνοής από τις Γαλλικές ακτές, συγκεκριμένα στην Αλγερία. Η οικονομική παρακμή της Σοβιετικής αυτοκρατορίας μετεξελίχθηκε σε χιονοστιβάδα όταν η Ρωσική κάθοδος προς το ενεργειακά ανεκτίμητο Ιράν και τη Μέση Ανατολή[12] ανακόπηκε απρόσμενα στα σοβιετικά σύνορα. Εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι Αφγανοί μουτζαχεντίν (και οι δυτικοί σύμμαχοί τους) ανάγκασαν τον Κόκκινό Στρατό να υποστεί την πρώτη ήττα της ιστορίας του.

Οι αιτίες της ικανότητας παραπλήσιων κτήσεων να καταφέρνουν κύρια πλήγματα στους αυτοκρατορικούς δυνάστες τους είναι πολλαπλές. Σχετίζονται δε σίγουρα με τη δυνατότητα που έχουν οι παρακείμενες αποικίες να αφουγκράζονται πρώτες τα συμπτώματα παρακμής που εκπέμπονται από τον αυτοκρατορικό θώκο. Πάντως κάποιοι οξυδερκείς παρατηρητές στις ΗΠΑ και αλλού έχουν ήδη αρχίσει να επισημαίνουν το ιστορικό δίδαγμα καθώς και τους ιστορικούς παραλληλισμούς της σταδιακής πολιτικής ανεξαρτητοποίησης της Λατινικής Αμερικής. Στα τέλη του περασμένου Σεπτέμβρη το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel έκανε λόγο σε κεντρικό του άρθρο για την αρχή του τέλους του «αμερικανικού αιώνα»[13]. Ο Φαρίντ Ζακάρια, αρχισυντάκτης της έγκυρης αμερικανικής επιθεώρησης Newsweek, έχει ήδη επινοήσει τη σχετική ορολογία κάνοντας λόγο για «μετα-αμερικανική εποχή»[14]. Αν η πρόσφατη οικονομική κρίση υποδείχνει κάτι, δήλωσε πρόσφατα ο Ζακάρια, είναι ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον στο περιθώριο της οικονομικής ζωής στον πλανήτη· και συνέχισε σημειώνοντας ότι «μακροπρόθεσμα [οι υπόλοιπες] χώρες θα αναζητήσουν περισσότερη ανεξαρτησία από μια υπερδύναμη [που εμφανίζεται] ασταθής»[15]. O Πολ Ρόμπερτς, υφυπουργός οικονομικών των ΗΠΑ επί Ρόναλντ Ρέιγκαν και μέχρι πρόσφατα συντάκτης της εφημερίδας του αμερικανικού κεφαλαίου, της Wall Street Journal, είναι πεπεισμένος ότι «στην πραγματικότητα η αμερικανική ισχύς έχει ήδη λυγίσει και η χώρα έχει ήδη χαθεί»[16]:

«Η χώρα έχει λυγίσει διότι αμερικανοί καπιταλιστές έχουν μεταφέρει στο εξωτερικό τόσες πολλές βιομηχανικές, κατασκευαστικές και ερευνητικές θέσεις εργασίας που πλέον οι εισαγωγές στις ΗΠΑ υπερβαίνουν [ολόκληρη] τη βιομηχανική παραγωγή της χώρας. Η [οικονομική] εξάρτηση των ΗΠΑ από εισαγόμενα βιομηχανικά αγαθά, αγαθά προηγμένης τεχνολογίας και ενεργειακές εισαγωγές προκαλεί κατάπληξη. Δεν υπάρχει πλέον πιθανότητα να αμβλυνθεί το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ. Η χώρα καταφέρνει [μέχρι τώρα] και επιβιώνει [παρά] το γιγαντιαίο της έλλειμμα μόνο επειδή το δολάριο αποτελεί τη βάση των παγκόσμιων νομισματικών αποθεμάτων. Όμως η λειτουργία αυτή του δολαρίου έρχεται στο τέλος της, καθώς η υφήλιος αναζητεί περισσότερο αξιόπιστες νομισματικές βάσεις. [Είναι χαρακτηριστικό ότι] παρότι το πετρέλαιο διακινείται εικονικά ακόμα σε δολάρια, στην πραγματικότητα τιμολογείται [με βάση το] ευρώ [.... Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που τελευταία] οι πετρελαιοπαραγωγοί ανεβάζουν τις τιμές του πετρελαίου [σε δολάρια], ώστε να διατηρούν την αγοραστική δύναμη του εισοδήματός τους [σταθερή] σε [σχέση με το] ευρώ[17]».

Οικονομική εξασθένιση σημαίνει αναπόφευκτα στρατηγική και πολιτική εξασθένιση. Όπως σωστά δήλωσε τον περασμένο Σεπτέμβριο ο Μπαράκ Ομπάμα στον πρώτο του τηλεοπτικό διάλογο με τον πολιτικό του αντίπαλο, Τζον Μακέιν, «ποτέ δεν υπήρξε χώρα στην υφήλιο που, έχοντας υποστεί οικονομική παρακμή, κατάφερε να διατηρήσει τη στρατιωτική της υπεροχή». Που σημαίνει, συνέχισε ο Ομπάμα, ότι η σημερινή οικονομική κρίση των ΗΠΑ «αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφάλειας»"[18]. Συνεπάγεται ότι το «πιστωτικό τσουνάμι»[19] που ξεκίνησε από —και πλήττει κυρίως— τις ΗΠΑ δεν αποτελεί μόνο σύμπτωμα μιας μακροχρόνιας πτωτικής τάσης της αμερικανικής οικονομίας, αλλά και πιθανό προοίμιο μιας γενικότερης στρατηγικής παρακμής της υπερδύναμης.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ

Η συνεχιζόμενη φθορά της αμερικανικής επιρροής στην Ασία είναι χαρακτηριστική. Η υπεροχή των ΗΠΑ στη Νοτιοανατολική Ασία, την οποία η Ουάσιγκτον χτίζει επιμελώς από τις αρχές του 20ου αιώνα, και που κορυφώθηκε στη μεταπολεμική εποχή, βρίσκεται πλέον υπό καθεστώς ανοιχτής αμφισβήτησης από την Κίνα. Έως και το πιο πιστό προτεκτοράτο των ΗΠΑ στην περιοχή, η Ιαπωνία, στρέφει πλέον την προσοχή της προς το κινεζικό μεγαθήριο. Το 2007 η Κίνα αποτέλεσε τον κορυφαίο προορισμό των ιαπωνικών εξαγωγών για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, ξεπερνώντας τις ΗΠΑ[20]. Είναι γνωστό ότι η άμεση οικονομική ανάγκη της Ιαπωνίας να ανοιχτεί εμπορικά προς την Κίνα ήταν ο κύριος λόγος της επίθεσης του Ιαπωνικού Ναυτικού στο Περλ Χάρμπορ το 1941, καθώς και της αμερικανο-ιαπωνικής σύρραξης που ακολούθησε[21]. Είναι επίσης γνωστό ότι η Ιαπωνία καταλήφθηκε μεταπολεμικά από τις ΗΠΑ και μετατράπηκε σε αμερικανικό προτεκτοράτο ακριβώς για να αποφευχθεί το ιαπωνικό εμπορικό άνοιγμα προς ανατολάς[22]. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, μπορεί κανείς να συλλάβει την κοσμοϊστορική σημασία της αυξανόμενης εδραίωσης της εμπορικής διασύνδεσης μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας, καθώς και ό,τι αυτή υποδηλώνει για την αμερικανική ηγεμονία στη Νοτιοανατολική Ασία.

Παρόμοια μηνύματα καταφθάνουν από την κορεατική χερσόνησο, όπου οι βορειοκορεάτες έχουν πλέον σταματήσει σχεδόν ολοσχερώς να λαμβάνουν υπόψη τους τον αμερικανικό παράγοντα. Αντίθετα το Πεκίνο δεν έχει μόνο αυξήσει την εμπορική του επιρροή νότια του ποταμού Γιαλού, εισάγοντας χιλιάδες τόνους πρώτων υλών ετησίως[23], αλλά έχει μετεξελιχθεί στον κυρίαρχο διαπραγματευτικό εταίρο των διμερών συνομιλιών μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας[24]. Πρόσφατα η Ουάσιγκτον προέβη σε μια απελπισμένη προσπάθεια να αποσπάσει την Πιονγκγιάνγκ από την κινεζική αγκάλη, διαγράφοντας τη Βόρεια Κορέα από τον αμερικανικό κατάλογο των «κρατών που υποθάλπουν την τρομοκρατία», για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια. Όμως η κίνηση αυτή χαρακτηρίστηκε από αμερικανούς κυβερνητικούς αξιωματούχους ως «πλασματική», διότι σε καμία περίπτωση δε διασφαλίζει τον πυρηνικό αφοπλισμό της Βόρειας Κορέας[25]. Η λύση για τον πυρηνικό αφοπλισμό της Βόρειας Κορέας, σημειώνουν οι παρατηρητές, συνεχίζει να περνάει από το Πεκίνο[26].

Παρόμοια είναι η κατάσταση στο τρίγωνο Κίνας-Ταϊβάν-ΗΠΑ, που για δεκαετίες παραμένει σε στρατηγική ακινησία. Η αποστομωτική αφύπνιση της κολοσσιαίας κινεζικής οικονομίας έχει αναγκάσει την Ταϊβάν να αψηφήσει την αμερικανική στρατιωτική προστασία και να προβεί σε πρωτοφανείς κινήσεις καλής θέλησης προς το Πεκίνο. Παρότι οι φωνές που ζητούν επανένωση της Ταϊβάν με την Κίνα παραμένον σχετικά αδύναμες, η νέα κυβέρνηση του πρόεδρου Μα Γινγκτζέου επιμένει ότι το νησιωτικό κράτος δεν πρόκειται να ζητήσει επίσημη ανεξαρτησία από την Κίνα. Δήλωσε μάλιστα, προς έκπληξη των αμερικανών, ότι «πρέπει να καταφέρουμε να μειώσουμε την [κινεζική] απειλή και να μετατρέψουμε [την Κίνα] από εχθρό σε φίλο [...]. Θα τολμήσω να δηλώσω ότι δεν πρόκειται να γίνει πόλεμος [...] στην επόμενη τετραετία»[27]. Ας σημειωθεί ότι ο Μα Γινγκτζέου εκπροσωπεί το Κουομιντάνγκ, που είναι το κατεξοχήν εθνικιστικό κόμμα της Ταϊβάν. Αυτές και άλλες παρόμοιες δηλώσεις, σε συνδυασμό με την οικονομική αποστασιοποίηση της Ταϊβάν από την Ουάσιγκτον μετά την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, ανάγκασαν πρόσφατα την αμερικανική οικονομική επιθεώρηση Barron’s, που εκδίδεται από την υπερσυντηρητική Wall Street Journal, να αναρωτηθεί: «Όταν ο Μάο εκδίωξε τους εθνικιστές από την ηπειρωτική Κίνα το 1949, η αμερικανική δεξιά ρώτησε με μια φωνή “ποιος φταίει που χάθηκε η Κίνα;”. Σήμερα η Ουάσιγκτον καλά θα κάνει ν’ ανησυχεί για το ποιος φταίει που χάθηκε η Ταϊβάν [...]. Εάν [πράγματι] η Ταϊβάν υπαινίσσεται ότι δεν εμπιστεύεται πλέον την χρηματοπιστωτική δύναμη των ΗΠΑ, τότε τι υποδηλώνει αυτό για την [γενικότερη στρατηγική] εμπιστοσύνη που εμπνέει η Ουάσιγκτον;»[28].

Τα πράγματα στην αφγανο-πακιστανική μεθόριο είναι ακόμα πιο αποθαρρυντικά για τους αμερικανούς. Έχοντας πλέον απολέσει οριστικά τον σημαντικότερο περιφερειακό τους σύμμαχο, τον πρώην δικτάτορα του Πακιστάν, στρατηγό Περβέζ Μουσάραφ, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε γενική υποχώρηση στη χαώδη σύρραξη στο Αφγανιστάν. Κατά την πρόσφατη αποχώρησή του από τη χώρα, ο πρώην διοικητής των εκεί Βρετανικών δυνάμεων δήλωσε ότι οι αντάρτες Ταλιμπάν δεν πρόκειται ποτέ να ηττηθούν και πως μια στρατιωτική νίκη έναντι των Ταλιμπάν δεν είναι «ούτε πιθανή ούτε εφικτή»[29]. Σχεδόν ταυτόχρονα οι New York Times ανέφεραν ότι σε μια επίσημη έκθεσή τους —η οποία δεν έχει ακόμα αποχαρακτηριστεί— οι αμερικανικές υπηρεσίες κατασκοπείας έχουν προειδοποιήσει το Λευκό Οίκο ότι το Αφγανιστάν βρίσκεται σε «καθοδική τροχιά προς το χάος», ενώ «αμφισβητούν σοβαρά την ικανότητα της αφγανικής κυβέρνησης να ανακόψει την εξάπλωση της επιρροής των Ταλιμπάν» στη χώρα[30]. Η αιφνιδιαστική αυτή κρίση ανάγκασε την ίδια την αφγανική κυβέρνηση, που ηγείται ενός καθεστώτος-μαριονέτας εγκατεστημένου από την Ουάσιγκτον, να αψηφήσει τις αμερικανικές ντιρεκτίβες και να ζητήσει από τους Σαουδάραβες να μεσολαβήσουν σε μια σειρά μυστικών συναντήσεων με τους Ταλιμπάν[31]. Παρατηρείται έτσι μια ολική αναστροφή της αμερικανικής στάσης στο Αφγανιστάν, στα πλαίσια της οποίας οι παλαιότερες δηλώσεις του «νταή» πρώην υπουργού άμυνας των ΗΠΑ, Ντόναλντ Ράμσφελντ, ότι η νίκη των αμερικανών στο Αφγανιστάν θα ήταν «ολική και αδιαπραγμάτευτη»[32], έχουν πλέον παραγραφεί από τα δεδομένα. Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο της Washington Post, η υποφαινόμενη συνθηκολόγηση της αφγανικής κυβέρνησης με τους Ταλιμπάν αντιπροσωπεύει «το αδιανόητο» για τις ΗΠΑ[33].

Η στρατηγική απόγνωση έχει οδηγήσει το Πεντάγωνο σε μια αυτοκτονική τακτική που δεν είναι άλλη από τη βαθμιαία επέκταση του αφγανικού πολέμου στο Πακιστάν. Οι όλο και συχνότερες επιθέσεις αμερικανικών στρατευμάτων εντός των πακιστανικών συνόρων έχουν πλέον αρχίσει να θυμίζουν την κρυφή —και σαφώς παράνομη— επέκταση του πολέμου του Βιετνάμ στο Λάος και στην Καμπότζη, επί προεδρίας Νίξον. Η προφανής διαφορά είναι ότι, αντί για ανυπεράσπιστους χωρικούς, αυτή τη φορά οι αμερικανοί αντιμετωπίζουν τα οργανωμένα στρατεύματα μιας πυρηνικής δύναμης. Στις 25 Σεπτεμβρίου αμερικανικές ειδικές δυνάμεις επιβαίνουσες σε δυο ελικόπτερα αναγκάστηκαν να αποσυρθούν έξω από τα πακιστανικά σύνορα όταν δέχτηκαν πυκνά πυρά του Πακιστανικού Στρατού[34]. Φυσικά οι παράνομες αυτές ενέργειες κάθε άλλο παρά περιορίζουν την ισχύ των Ταλιμπάν, οι οποίοι μετατρέπονται σε ήρωες στα μάτια των αγανακτισμένων Πακιστανών που αντιδρούν μ’ αυτό τον τρόπο στην παράνομη παραβίαση της ανεξαρτησίας της χώρας τους από τις ΗΠΑ[35]. Αψηφώντας τις πιέσεις της Ουάσιγκτον, η Πακιστανική βουλή επικύρωσε σχεδόν παμψηφεί στις 23 Οκτωβρίου τον τερματισμό του αποκαλούμενου «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» και την έναρξη διαλόγου με τους Ταλιμπάν[36]. Λίγες ώρες νωρίτερα ο αμερικανός στρατηγός Ντέιβιντ Μακίερναν προειδοποιούσε ότι οι αντάρτες επί πακιστανικού εδάφους είναι πλέον τόσο ισχυροί που «απειλούν την ύπαρξη του Πακιστάν»[37].

ΑΔΙΕΞΟΔΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΣΕ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΑΦΡΙΚΗ

Έχω αναφερθεί αλλού στην ολική καταστροφή της χώρας που κάποτε ονομαζόταν Ιράκ[38]. Στη σημερινή του μορφή ο χώρος του πρώην Ιράκ αποτελεί ένα κατακερματισμένο συνονθύλευμα εθνοτικά διαιρεμένων περιοχών, διοικούμενων από ένοπλες συμμορίες ποικίλων θρησκευτικοπολιτικών αποχρώσεων, οι οποίες ελέγχουν τον περίγυρό τους με τρομοκρατικές μεθόδους, αδιαφορώντας παντελώς για τα υποτιθέμενα «δημοκρατικά ιδεώδη» των αμερικανών εισβολέων. Παράλληλα, όπως έχω ξαναγράψει, οι απομονωμένες αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις «σπάνια εξέρχονται από τα οχυρωμένα τους στρατόπεδά, ενώ ακόμα σπανιότερα επιδίδονται στην αστυνόμευση των αστικών κέντρων, τα οποία έχουν πλέον εγκαταλείψει στο έλεος των παραστρατιωτικών οργανώσεων»[39]. Η ντόπια αντίδραση στη συνεχιζόμενη παρουσία των ξένων εισβολέων είναι τέτοια που ακόμα και ο ίδιος ο ιρακινός πρωθυπουργός, που οφείλει το αξίωμά του στην Ουάσιγκτον, δεν δεχόταν έως και την τελευταία στιγμή να παρατείνει τη συμφωνία παραμονής των αμερικανών στη χώρα δίχως έγγραφες διαβεβαιώσεις ότι οι τελευταίοι θα υποταχθούν πλήρως στη θεσμική κυριαρχία της επίσημης ιρακινής κυβέρνησης. Παρότι η συμφωνία τελικά επιτεύχθηκε, οι Αμερικανοί συνεχίζουν να αρνούνται να παραδώσουν τη στρατιωτική εξουσία στους Ιρακινούς και κανείς δε γνωρίζει τι θα συμβεί στο άμεσο μέλλον[40].

Το μόνο σίγουρο είναι ότι το Ιράν —μέλος της αμερικανικής μαύρης λίστας των «κρατών που υποθάλπουν την τρομοκρατία» και εκ των μισητών αντιπάλων της Ουάσιγκτον— αποτελεί μέχρι στιγμής τον αδιαφιλονίκητο θριαμβευτή του πολέμου στο Ιράκ. Κι αυτό διότι το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε από την πτώση της δικτατορίας του Σαντάμ Χουσεΐν δεν καλύφθηκε φυσικά από τους Αμερικανούς μισθοφόρους, αλλά από τους θρησκευτικά συγγενείς Ιρανούς μουλάδες, οι οποίοι σήμερα ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα του Ιράκ, όπως και ολόκληρη τη Βαγδάτη[41]. Μετά την αιματηρή εθνοκάθαρση της τελευταίας πενταετίας, η πρωτεύουσα του πάλαι ποτέ Ιράκ έχει πλέον μετατραπεί σε αμιγώς Σιιτική πόλη για πρώτη φορά στην ιστορία της. Η πρωτοφανής ενίσχυση του Σιιτικού παράγοντα στο Ιράκ υποδηλώνει την σημαντική περιφερειακή ισχυροποίηση του Ιράν, που είναι ταυτόχρονα η πληθυσμιακή και πολιτική έδρα του παγκόσμιου Σιιτισμού. Στον στρατηγικό τομέα, η ισχυροποίηση αυτή αντικατοπτρίζεται στην αποφασιστικότητα με την οποία οι Ιρανοί επιδιώκουν να ολοκληρώσουν το ενεργειακό πυρηνικό τους πρόγραμμα που άρχισαν τη δεκαετία του 1950 με αμερικανική βοήθεια[42]. Τον Φεβρουάριο του 2007 ο πρόεδρος της χώρας, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, δήλωσε ανοιχτά ότι όχι μόνο δεν πρόκειται η κυβέρνησή του «να έρθει σε σύγκρουση με τη βούληση του ιρανικού έθνους να επιτύχει την ειρηνική χρήση της πυρηνικής τεχνολογίας», αλλά και ότι για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος «αξίζει να διακοπούν όλα τα υπόλοιπα αναπτυξιακά έργα στη χώρα για τα επόμενα δέκα χρόνια»[43]. Παράλληλα ο ηθικός ξεπεσμός και η απομόνωση από τη διεθνή κοινότητα, στην οποία επέπεσε η Ουάσιγκτον μετά το στρατηγικό ατόπημα του πολέμου στο Ιράκ, δεν επιτρέπει στους Αμερικανούς να αναλογιστούν σοβαρά την πιθανότητα εισβολής τους και στο Ιράν. Από την πλευρά τους οι Ιρανοί —εκ των σημαντικότερων προμηθευτών της παγκόσμιας πετρελαϊκής αγοράς— δηλώνουν έτοιμοι να «ανταπεξέλθουν εναντίον οποιασδήποτε αμερικανικής επίθεσης» στη χώρα τους με κάθε απαραίτητο μέσο[44]. Ταυτόχρονα, για προφανείς λόγους, οι καταπτοημένοι στρατηγοί του αμερικανικού Πενταγώνου φέρονται «να απεχθάνονται [ακόμα] και την ιδέα μιας στρατιωτικής επίθεσης» στο Ιράν[45].

Παραδίπλα, στην Αφρική, οι ΗΠΑ πληρώνουν σήμερα το συσσωρεμένο τίμημα της επί δεκαετιών παραμέλησης της ηπείρου από τα αμερικανικά στρατηγικά επιτελεία. Έχοντας συνειδητοποιήσει καθυστερημένα την ανερχόμενη οικονομική σημασία μιας αγοράς πλούσιας σε πρώτες ύλες, με σχεδόν ένα δισεκατομμύριο κατοίκους, οι Αμερικανοί έχουν πλέον εκτοπιστεί από τη δυναμική διείσδυση της Κίνας σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο. Καθώς η ανάπτυξη της αχόρταγης κινεζικής οικονομίας δεν φαίνεται να έχει σταματημό (παρά την συνεχιζόμενη παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση) και καθώς τα ενεργειακά συμβόλαια στη Μέση Ανατολή παραδοσιακά μονοπωλούνται από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, οι Κινέζοι σπεύδουν μαζικά στην Αφρική για να ικανοποιήσουν τις ενεργειακές τους ανάγκες. Οι τελευταίες αναμένεται να διπλασιαστούν έως το 2020[46]. Σήμερα περίπου το 1/3 των κινεζικών πετρελαϊκών εισαγωγών προέρχεται από την Αφρική ενώ το ποσό των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Κίνας και Αφρικής διπλασιάζεται κάθε χρόνο[47]. Σε ακόμα υψηλότερους ρυθμούς κυμαίνεται η αύξηση της οικονομικής βοήθειας του Πεκίνου προς την Αφρική, η οποία έφτασε στα 2.7 δισεκατομμύρια δολάρια το 2006, έναντι μόλις 100 εκατομμυρίων το 1996[48]. Παράλληλα, το ποσό των δανείων που έχουν εκχωρηθεί προς κυβερνήσεις της Αφρικής από τις τέσσερις κεντρικές τράπεζες της Κίνας έχει ήδη υπερβεί το αντίστοιχο αμερικανικό και σύντομα αναμένεται να ξεπεράσει τον δανειοδοτικό όγκο ακόμα και αυτής της Παγκόσμιας Τράπεζας[49], χρίζοντας έτσι επίσημα την Κίνα κύριο δανειοδότη της αφρικανικής ηπείρου. Παρατηρητές επισημαίνουν ότι η ιστορική ανάπτυξη της αφρικανικής οικονομίας, η οποία το 2007 κυμάνθηκε για πρώτη φορά σχεδόν στο 6%, οφείλεται πρωταρχικά στην κινεζική εμπορική συμβολή[50].

ΟΙ ΒΛΕΨΕΙΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Έτσι φτάνουμε στη Δυτική Ευρώπη, την οποία πολλοί αναλυτές επιμένουν να αποκαλούν συμμαχικό εταίρο των ΗΠΑ[51]. Η άποψη αυτή ισχύει για ορισμένες πτυχές σε ορισμένα γεωγραφικά τμήματα της Δυτικής Ευρώπης, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της Βρετανίας, η οποία ουσιαστικά αποτελεί παραδοσιακό φορέα αμερικανικής επιρροής στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ)[52]. Όμως εάν κανείς παρατηρήσει τις συχνότατες εμπορικές διαμάχες μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης θα διαπιστώσει ότι η τελευταία αποτελεί στην πραγματικότητα τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο της αμερικανικής οικονομικής ηγεμονίας στον πλανήτη. Η αντιπαλότητα αυτή δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου όταν η Σοβιετική Ένωση μπορεί να ήταν ο κύριος ιδεολογικός και ενεργειακός αντίπαλος των ΗΠΑ, όμως η Δυτική Ευρώπη ήταν ο βασικός οικονομικός και εξαγωγικός της ανταγωνιστής. Αντιθέτως, ο ευρω-αμερικανικός ανταγωνισμός έχει εντατικοποιηθεί καθώς οι δυο ισχυρότερες εξαγωγικές οικονομίες στον πλανήτη ανταγωνίζονται για την εκμετάλλευση νέων αγορών. Η αδίστακτη οικονομική βεντέτα μεταξύ των δυο μπορεί μεν να διαδραματίζεται διαμέσου δικαστικών αψιμαχιών και της παράνομης επιβολής δασμών, έχει όμως φτάσει σε σημείο ανοιχτής πολιτικής σύγκρουσής. Ο πρώην Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Ζέλνικ (σήμερα Διευθυντής της Παγκόσμιας Τράπεζας) έχει δηλώσει χαρακτηριστικά ότι η επιβολή από την ΕΕ αυστηρών οικονομικών κυρώσεων στις αμερικανικές εξαγωγές «μοιάζουν με την απειλή χρήσης πυρηνικής βόμβας» εναντίον των ΗΠΑ[53].

Στη μετα-σοβιετική εποχή οι αμερικανικές βλέψεις στην Ευρώπη εστιάζονται κυρίως στη συστηματική προσπάθεια απόσπασης των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών από τη ρωσική σφαίρα επιρροής[54]. Κύριο όχημα της επίτευξης αυτού του φιλόδοξου στόχου είναι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς τις περιοχές του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Προφανώς η κίνηση αυτή παραβιάζει τις υποσχέσεις, που οι ίδιοι οι Αμερικανοί είχαν επανειλημμένα δώσει στην καταρρέουσα σοβιετική ηγεσία κατά τη διετία 1990-1991, ότι το ΝΑΤΟ δεν είχε βλέψεις να καλύψει το κενό εξουσίας που θα δημιουργούσε μια ενδεχόμενη εθελοντική διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας[55]. Μακροπρόθεσμα, η επίτευξη της προσάρτησης των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών (αυτών που οι αμερικανοί νέο-συντηρητικοί ονομάζουν «νέα Ευρώπη») στην αμερικανική σφαίρα επιρροής ενδέχεται επιφέρει στις ΗΠΑ δυο σημαντικά οφέλη. Σε πρώτο βαθμό, θα καταφέρουν να παγιώσουν τον στρατηγικό τους κλοιό γύρω από τη Ρωσία, απαγορεύοντας στην τελευταία να επεκτείνει την επιρροή της πέραν της Ασίας. Σε δεύτερο βαθμό, η ισχυροποίηση ενός φιλο-αμερικανικού γεωγραφικού τόξου στην Ανατολική Ευρώπη έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως διαχωριστική γραμμή μεταξύ Δυτικής Ευρώπης και Ρωσίας, εμποδίζοντας οποιαδήποτε ουσιαστική οικονομική ή πολιτική σύμπραξη μεταξύ των δυο.

Η ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Γεωργία το καλοκαίρι του 2008 αποσκοπούσε στο να αναχαιτίσει μερικώς αυτό ακριβώς το μεγαλόπνοο σχέδιο των Αμερικανών. Ο Ρωσικός Στρατός εισέβαλε στη Γεωργία και κατέλαβε το σύνολο σχεδόν της χώρας λίγο καιρό προτού η τελευταία ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Εάν περίμενε έως ότου η Γεωργία γινόταν επίσημα μέλος του ΝΑΤΟ, προτού την καταλάβει, η Μόσχα θα διακινδύνευε την αυτόματη εμπλοκή ολόκληρης της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, η οποία θα ήταν υποχρεωμένη βάσει του καταστατικού της να προστατεύσει την εδαφική ακεραιότητα της Γεωργίας. Στην παρούσα κατάσταση η διαδικασία εισόδου της Γεωργίας —αλλά και της Ουκρανίας— στο ΝΑΤΟ έχει πλέον παγιώσει, όχι μόνο διότι ένα μεγάλο κομμάτι της Γεωργίας παραμένει υπό ρωσική κατοχή, αλλά κι επειδή οι Ευρωπαίοι δικαιολογημένα ανησυχούν για περαιτέρω ρωσικές αντιδράσεις[56].

Δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί ποιος ευθύνεται για τη ρωσική επέμβαση στη Γεωργία. Πρόσφατες αποκαλύψεις, όπως εκείνη του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel[57], αναφέρουν ότι το ΝΑΤΟ έχει ανεπίσημα επιβεβαιώσει ότι οι γεωργιανές ένοπλες δυνάμεις ήταν εκείνες που άνοιξαν πρώτες πυρ εναντίον ρωσικών στρατευμάτων. Το σίγουρο είναι ότι μετά την οξεία αντίδραση της Ρωσίας στη Γεωργία, η ανατολική διεύρυνση του ΝΑΤΟ έχει πλέον προσκρούσει σ’ ένα σημαντικό εμπόδιο. Παράλληλα, η απότομη κατρακύλα της αμερικανικής οικονομίας έχει καταπονήσει την Ουάσιγκτον, η οποία δε φαίνεται να έχει το σθένος να προβεί σε ουσιαστικές ενέργειες ενάντια στη Μόσχα. Μάλιστα στις 20 Οκτωβρίου, δυο μόλις μήνες μετά τον τερματισμό των εχθροπραξιών στη Γεωργία, οι αρχηγοί των αμερικανικών και ρωσικών στρατιωτικών επιτελείων συναντήθηκαν μυστικά σ’ ένα αγρόκτημα έξω από το Ελσίνκι της Φιλανδίας, όπου «συζήτησαν [πάνω σε] ένα ευρύ φάσμα θεμάτων αμοιβαίου ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος περιβάλλοντος ασφάλειας στη Γεωργία, το μέλλον της συμμαχίας του ΝΑΤΟ και την τρέχουσα κατάσταση της αμερικανικής πυραυλικής άμυνας στην Ευρώπη»[58], όπως μετέδωσε το Ρόιτερ. Την επόμενη ημέρα το ρωσικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Νοβόστι μετέδωσε δηλώσεις του ρώσου στρατιωτικού επιτελάρχη, στρατηγού Νικολάι Μακάροφ, ο οποίος ανέφερε ότι οι υψηλόβαθμες επαφές μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ, που οι Αμερικανοί είχαν διακόψει μετά τη ρωσική επέμβαση στη Γεωργία, «μάλλον θα συνεχιστούν [κανονικά] κατά το τέλος του χρόνου»[59].

Η κίνηση αυτή προφανώς υποδηλώνει τάσεις σχετικής οπισθοχώρησης των Αμερικανών στην Ευρώπη, τις οποίες, σε συνδυασμό με την οικονομική εξασθένιση της Ουάσιγκτον, οι Ρώσοι αλλά και αρκετοί Δυτικοευρωπαίοι βλέπουν ως καταρχήν θετικές. Σε πρόσφατη συνάντησή του με τη γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, ο ρώσος πρόεδρος, Ντμίτρι Μεντβέντεβ, δήλωσε δίχως υπεκφυγές ότι «η αμερικανική οικονομική εξουσία έχει φτάσει στο τέλος της» και πως «η εποχή της επικυριαρχίας μίας [και μοναδικής] οικονομίας και ενός νομίσματος ανήκει πλέον μια για πάντα στο παρελθόν»[60]. Ειδησεογραφικές πηγές αναφέρουν ότι η γερμανίδα καγκελάριος συμφώνησε με την έκκληση του πρόεδρου Μεντβέντεβ «για ένα πιο δίκαιο σύστημα»[61].

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η πιο εντυπωσιακή παράμετρος των ελληνοαμερικανικών σχέσεων στα τελευταία χρόνια δεν είναι τόσο η αυξανόμενη διάσταση απόψεων μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον, όσο το γεγονός ότι η σημαντική αυτή διχογνωμία συντελέστηκε μεταξύ ιδεολογικά σύμμαχων συντηρητικών κυβερνήσεων. Όχι μόνο στην προδικτατορική Ελλάδα, αλλά και στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, οι παραδοσιακές αντι-κομμουνιστικές και φιλο-αμερικανικές τάσεις της ελληνικής δεξιάς αποτελούσαν το βασικό συστατικό της συχνά επικαλούμενης ελληνοαμερικανικής φιλίας[62]. Κι όμως, το παράδοξο είναι ότι δυο από τις δεξιότερες κυβερνήσεις στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας και των ΗΠΑ κατάεφεραν να κατακρημνίσουν τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις κυριολεκτικά «στο ναδίρ»[63], ενώ η συντηρητική ελληνική κυβέρνηση ανέμενε με ανυπομονησία (!) την άφιξη των Δημοκρατικών στο Λευκό Οίκο. Ακόμα και δεξιές ελληνικές εφημερίδες παραδεχόταν πριν τις πρόσφατες αμερικανικές προεδρικές εκλογές ότι μια «ενδεχόμενη νίκη του Μπαράκ Ομπάμα θα [προκαλέσει] στεναγμούς ανακούφισης σε πολιτικά και διπλωματικά γραφεία»[64] της ελληνικής κυβέρνησης.

Χαρακτηριστική στιγμή της γενικότερης προστριβής των ελληνοαμερικανικών σχέσεων υπήρξε το βέτο που προέβαλλε η Αθήνα στην απόπειρα ένταξης στο ΝΑΤΟ της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ), τον περασμένο Απρίλιο. Η κίνηση αυτή της ελληνικής κυβέρνησης εξέπληξε τους περισσότερους Έλληνες, συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος, ο οποίος είχε εκτιμήσει μερικές εβδομάδες πριν τη ΝΑΤΟϊκή σύνοδο κορυφής του Βουκουρεστίου ότι «η ελληνική κυβέρνηση δεν θα τολμήσει να ταράξει τα νερά»[65]. Εξέπληξε δε ακόμα περισσότερο τους Αμερικανούς, που ενεργούσαν βασιζόμενοι στην παραδοσιακή αμερικανική αντίληψη για την Ελλάδα, την οποία είχε εκφράσει ξεκάθαρα στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ο Ντάνιελ Φριντ, στέλεχος εκείνη την εποχή του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ: «η Ελλάδα δεν θα αντιδράσει [στο Σκοπιανό] γιατί δεν έχει το νεύρο [.... Είναι] χάρτινος τίγρης [και] δεν πρόκειται να κάνει τίποτε σε ό,τι και να [της] κάνουμε [...]. Άπαξ και σταματήσουν οι πολιτικές κραυγές, οι Έλληνες θα γίνουν συνετοί»[66].

Ωστόσο, παρά την επιφαινόμενη —και ομολογουμένως σπάνια— σθεναρότητα του ελληνικού βέτο στο Βουκουρέστι, η στάση της Αθήνας μπορεί κάλλιστα να ερμηνευτεί ορθολογικά στα πλαίσια της γενικότερης και αυξανόμενης αντίστασης στην ηγεμονία των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο. Με άλλα λόγια η Αθήνα δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να συμβαδίζει με τη διεθνή τάση αντίδρασης στα σχέδια της Ουάσιγκτον, η οποία αναλύθηκε προηγουμένως. Μάλιστα, εάν η Ελλάδα συνεχίσει να συμπλέει με το γενικότερο κύμα αντίστασης ενάντια στην παγκόσμια εξουσία της Ουάσιγκτον, τότε η σχετική ανεξαρτητοποίηση των ελληνικών πολιτικών χειρισμών από τις προσδοκίες του Λευκού Οίκου αναμένεται να ενταθεί. Κι αυτό διότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η οικονομική κρίση, που έχει ακινητοποιήσει κυρίως την αμερικανική οικονομία, θα ωθήσει μακροπρόθεσμα τις χώρες που παραδοσιακά ενεργούν υπό τη σκιά του αμερικανικού μεγαθήριου «να αναζητήσουν περισσότερη ανεξαρτησία από μια υπερδύναμη [που εμφανίζεται] ασταθής»[67].

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική επιλογή της άσκησης βέτο ενάντια στην ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ με το όνομα Μακεδονία ήταν απαραίτητα σωστή. Αντιθέτως, όπως έχω γράψει στο παρελθόν[68], η προσωπική μου άποψη είναι ότι το βέτο της Αθήνας στο Βουκουρέστι ευνόησε σε πρώτο πλάνο τα αμερικανικά σχέδια για τα Βαλκάνια, σπρώχνοντας τα Σκόπια ακόμη βαθύτερα στις αγκάλες της Ουάσιγκτον. Ωστόσο θα πρέπει να αναγνωριστεί το γεγονός ότι η εναντίωση στα σχέδια των ΗΠΑ μιας πολιτικά μικρής χώρας, όπως είναι η Ελλάδα, είναι στρατηγικά αξιομνημόνευτη. Όχι μόνο από άποψη σπανιότητας, αλλά και διότι με την κίνηση αυτή η Ελλάδα επιβεβαίωσε τις αμερικανικές υποψίες ότι φλερτάρει πλέον ανοιχτά με το Κρεμλίνο. Η πολυσυζητημένη ενεργειακή σύζευξη της Αθήνας με τη Μόσχα (με τον ενεργειακό αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης) την τελευταία οκταετία είναι απλά μία πτυχή ενός εκτεταμένου σχεδίου διμερούς συνεργασίας που περιέχει πολιτικές και στρατιωτικές πλευρές. Η Ελλάδα είναι ο σημαντικότερος αγοραστής ρωσικών οπλικών συστημάτων εντός του ΝΑΤΟ[69], ενώ πρόσφατα η Αθήνα αγόρασε 420 ρωσικά τεθωρακισμένα οχήματα[70], μια κίνηση που χαρακτηρίστηκε από ξένους παρατηρητές ως «ιδιαίτερα εύγλωττη νίκη για τη Ρωσία, [που δείχνει] ότι ακόμα και μέλη του υπό αμερικανικής ηγεσίας ΝΑΤΟ αναγκάζονται να στραφούν προς το Κρεμλίνο για να βρουν οπλικά συστήματα που να είναι ανώτερα ή κατά πολύ φθηνότερα των αντίστοιχων αμερικανικών συστημάτων»[71].

Το Σεπτέμβριο του 2006 ο Κώστας Καραμανλής χαρακτήρισε για πρώτη φορά τη Ρωσία «εταίρο στρατηγικής σημασίας [αναφορικά με τον οποίο] η Ελλάδα δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων σε όλους τους τομείς»[72]. Μερικούς μήνες αργότερα ο Βλάντιμιρ Πούτιν ανταπέδωσε τον χαρακτηρισμό αναφέροντας κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τον Κάρολο Παπούλια στο Κρεμλίνο ότι η Ελλάδα αποτελεί «σημαντικό στρατηγικό εταίρο της χώρας του»[73]. Στα πλαίσια αυτά εξηγείται η ρητορική επίθεση της Μόσχας εναντίον της Ουάσιγκτον, τον περασμένο Σεπτέμβρη, όταν ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ δήλωσε ότι «είναι απολύτως φυσικό [η ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας-Ρωσίας να μην] αρέσει σε όλους. Διαπιστώσαμε», για παράδειγμα, συνέχισε ο Λαβρόφ, «ότι η αμερικανική διοίκηση άσκησε τον τελευταίο καιρό απροκάλυπτη πίεση στην ελληνική ηγεσία, προσπαθώντας να εμποδίσει τη συνεργασία μας στην ενεργειακή σφαίρα. Προσπαθούν να τρομάξουν την Ελλάδα»[74].

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Είναι δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον ανησυχεί για τη συνεχιζόμενη σύσφιξη των σχέσεων Αθήνας-Μόσχας. Παρότι, όπως έχω γράψει στο παρελθόν[75], η δυναμική της Ρωσίας, αν και αυξάνουσα, δεν θεωρείται ακόμα αξιόπιστη στο διεθνή χώρο, η δραματική οικονομική κρίση που πλήττει κατά κύριο λόγο τις ΗΠΑ ενδέχεται να αλλάξει σταδιακά τα δεδομένα. Επιπλέον οι Αμερικανοί γνωρίζουν ότι η προοπτική της ελληνορωσικής συνεργασίας, σε συνδυασμό με τις πολιτικές επιλογές της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, μπορεί να συμβάλει στην υπονόμευση μερικών εκ των ζωτικότερων συμφερόντων των ΗΠΑ την Ευρώπη, όπως είναι η ΝΑΤΟϊκή διεύρυνση προς τις χώρες του πρώην Σοβιετικού Μπλοκ, όπως και η διαχωριστική αμερικανική ζώνη μεταξύ Ρωσίας και Δυτικής Ευρώπης. Παράλληλα, η εμβάθυνση των ελληνορωσικών σχέσεων συμπλέει με την απροκάλυπτη επιθυμία της Μόσχας να διασπάσει τον φιλοαμερικανικό άξονα Αλβανίας-Κοσόβου-ΠΓΔΜ-Βουλγαρίας-Ρουμανίας-Τουρκίας, που έχει αρχίσει να ισχυροποιείται στα Βαλκάνια[76].

Αυτό δε σημαίνει ότι η Αθήνα κινείται πλέον στη Ρωσική σφαίρα επιρροής, ούτε ότι κάτι τέτοιο πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον. Αντιθέτως, μια ενδεχόμενη άμεση απόσχιση της Αθήνας από την αμερικανική τροχιά θα σημάνει πρωτοφανή αποστασία, η οποία δύσκολα νοείται στο σημερινό ευρωπαϊκό πολιτικό πλαίσιο. Σημαίνει όμως ότι η ελληνορωσική σύμπραξη, καθώς και η αντίσταση της Αθήνας στις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες των ΗΠΑ, σίγουρα εκλαμβάνονται από την Ουάσιγκτον ως απροκάλυπτες ελληνικές επιθέσεις ενάντια στα αμερικανικά συμφέροντα. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι αμερικανοί θεωρούν την Ελλάδα ως τμήμα της στρατηγικά σημαντικής περιφερειακής ζώνης της Μέσης Ανατολής, η Αθήνα θα πρέπει να αναμένει εντατικοποίηση των αμερικανικών οικονομικών και διπλωματικών πιέσεων, οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει να υλοποιούνται[77].

Υπό μια σημαντική έννοια, η υλοποίηση των αμερικανικών πιέσεων εξαρτάται ελάχιστα από την πολιτική ταυτότητα του νέου προέδρου των ΗΠΑ. Αναλογιζόμενος κανείς την μεταπολεμική ιστορία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων είναι δύσκολο να κατανοήσει τη λογική της παραδοσιακής ελληνικής στήριξης στους Δημοκρατικούς. Ο Δημοκρατικός Χάρι Τρούμαν διέταξε την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στην Ελλάδα το 1947. Ένας επίσης Δημοκρατικός πρόεδρος, ο Λίντον Τζόνσον, υποστήριξε ρητορικά όπως και εμπράκτως τη χούντα των συνταγματαρχών κατά τους πρώτους κρίσιμους μήνες της παράνομης εξουσίας της (και πιθανότατα κατά την συνωμοτική προετοιμασία της προτού καταλύσει την ελληνική δημοκρατία[78]). Το 1978 ένας ακόμα Δημοκρατικός πρόεδρος, ο Τζίμι Κάρτερ, καλωσόρισε την Άγκυρα στις αγκάλες του ΝΑΤΟ και τερμάτισε το συμβολικό εμπάργκο όπλων εναντίον της Τουρκίας, παραγράφοντας ουσιαστικά τα εγκλήματα πολέμου του Αττίλα στην κατεχόμενη Κύπρο.

Παρά την ρητορική δεινότητα και τα αδιαμφισβήτητα χαρίσματα που διαθέτει ο Μπαράκ Ομπάμα τίποτα μέχρι στιγμής δε δείχνει ότι η εξωτερική του πολιτική πρόκειται να αποκλίνει αισθητά από τις αντίστοιχες των προκατόχων του. Αντιθέτως, όπως έχω αναλύσει εκτεταμένα στο παρελθόν[79], ο ίδιος αποτελεί τυπικό παράδειγμα κεντρώου πολιτικού που διστάζει ν’ αντιταχθεί στις ιστορικές σταθερές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής (άνευ όρων υποστήριξη στο Ισραήλ, συστηματική ενοχοποίηση της Ρωσίας, απροκάλυπτη παραβίαση του διεθνούς δικαίου όταν διακυβεύονται τα ζωτικά στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ, κλπ).

Σε τελική ανάλυση οι «στεναγμοί ανακούφισης» που προκάλεσε «σε [ελληνικά] πολιτικά και διπλωματικά γραφεία [η] νίκη του Μπαράκ Ομπάμα»[80] ήταν σίγουρα πρώιμοι και μάλλον άτοποι. Το μέλλον της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην Ευρώπη και αλλού θα εξαρτηθεί κυρίως από τις αντικειμενικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες και λιγότερο από εναλλαγές προσώπων στην Ουάσιγκτον. Η παγκόσμια υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος, η οποία επιδεινώνεται σημαδιακά από την χρηματοοικονομική κρίση στις ΗΠΑ, μπορεί να είναι πασιφανής, δεν έχει όμως παγιωθεί. Τα επόμενα χρόνια θα δείξουν κατά πόσο διανύουμε τον επίλογο του «αμερικανικού αιώνα». Εάν πράγματι οδεύει προς το τέλος της, η αμερικανική ηγεμονία θα υποχωρήσει μάλλον σταδιακά —σε διάστημα δεκαετιών και όχι ετών. Η στρατηγική βαρύτητα της Ελλάδας μπορεί να μη συγκρίνεται με την αντίστοιχη άλλων κρατών (Ιράν, Τουρκία, Νότια Κορέα, Αίγυπτος), της δίνει όμως τη δυνατότητα να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε μια ενδεχόμενη μεταβατική περίοδο προς μια «μετα-αμερικανική εποχή».


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[01] Αναφέρεται στο κείμενο του M. Albert (2006) «Chavez, the Devil, Chomsky, and Us», Z-Net, 26 Σεπτεμβρίου. Μπορείτε να δείτε αποσπάσματα της τηλεοπτικής δήλωσης του Ούγκο Τσάβες στα ισπανικά με αγγλικούς υπότιτλους εδώ.
[02] Δείτε την κατατοπιστική έρευνα του Ι. Musicant (1990) The Banana Wars: A History of United States Military Intervention in Latin America from the Spanish-American War to the Invasion of Panama, MacMillan Publishing Company.
[03] Τ. Padget (2005) «Why Latin America Bashes Bush», Time, 4 Νοεμβρίου.
[04] J. Rutenberg και L. Rohter (2007) «Bush Faces Clash of Agendas in Latin America», The New York Times, 8 Μαρτίου.
[05] W.H. Blanchard (1996) Neocolonialism American Style, 1960-2000, Greenwood Publishing Group, σελ. 105.
[06] Για μια συνοπτική επεξήγηση της παρομοίωσης της Λατινικής Αμερικής σε γεωπολιτικό «λαχανόκηπο» των ΗΠΑ δείτε D.W. Dent (1965) Historical Dictionary of US-Latin American Relations, University of Texas Press, σελ. 45-46.
[07] Ανών. (2008) «Nicaragua's Ortega says crisis is God punishing US», ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, 10 Οκτωβρίου.
[08] Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η έρευνα της E.A. Cardoso, Cuba After Communism, που κυκλοφόρησε το 1992 από τον εκδοτικό οίκο του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ Press).
[09] Αρχές Ιανουαρίου του 2009.
[10] Η περίπτωση της δεξιότατης Παραγουάης, της μοναδικής αμερικανικής χώρας που σκέφτηκε σοβαρά —και σχεδόν υλοποίησε την πρόθεσή της— να ενταχθεί στο ναζιστικό Άξονα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτελεί σχεδόν μοναδική εξαίρεση.
[11] Αυτά και άλλα στοιχεία παραθέτονται στο άρθρο του F. Bajak (2008) «Under Bush Administration, US Influence in Latin America Sinks to Lowest Point in Decades», The Chicago Tribune, 11 Οκτωβρίου.
[12] Δείτε την κλασική μελέτη του R.O. Freedman (1991) Moscow and the Middle East: Soviet Policy Since the Invasion of Afghanistan, Cambridge University Press.
[13] Β. Balzli κ.ά. (2008) «The End of Arrogance: America Loses its Dominant Economic Role», Der Spiegel, 30 Σεπτεμβρίου.
[14] Ό.π..
[15] F. Zakaria (2008) «There is a Silver Lining», Newsweek, 20 Οκτωβρίου.
[16] P.C. Roberts (2008) «How Empires Fall», Counterpunch, 13 Μαΐου.
[17] Ό.π.
[18] CQ Transcriptions (2008) «The First Presidential Debate», The New York Times, 26 Σεπτεμβρίου.
[19] Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε από τον πρώην διοικητή της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ σε κατάθεσή του ενώπιον του αμερικανικού Κογκρέσου στις 23 Οκτωβρίου. Βλ. Τ. Bawden (2008) «Alan Greenspan Admits to Some Mistakes», The London Times, 22 Οκτωβρίου.
[20] Ανών. (2008) «China Replaces US as Japan’s Biggest Export Market», ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, 23 Ιανουαρίου.
[21] Βλ. τη σχετική μελέτη του Ν. Chomsky (1969) «The Revolutionary Pacifism of A.J. Muste: On the Backgrounds of the Pacific War», στο βιβλίο του American Power and the New Mandarins, Pantheon Books, σελ. 170-208.
[22] Ό.π.
[23] J. Strother (2008) «North Korea-China Trade Increases», VOA, 7 Οκτωβρίου.
[24] R. Marquand (2005) «China Key to New North Korea Talks», The Christian Science Monitor, 12 Ιουλίου.
[25] Ανών (2008) «Delisting Concerns US Officials», ειδησεογραφικό πρακτορείο Associated Press, 22 Οκτωβρίου.
[26] Ό.π. 24.
[27] Ανών. (2008) «Taiwan President Says No War With China», International Herald Tribune, 21 Οκτωβρίου.
[28] Forsyth, R.W. (2008) «Taiwan Dumps Fannie, Freddie. And Uncle Sam?», Barron’s, 24 Οκτωβρίου.
[29] Τ. Coghlan και M. Evans (2008) «We Can't Defeat Taleban, Says Brigadier Mark Carleton-Smith», The London Times, 6 Οκτωβρίου.
[30] M. Mazzetti και E. Schmitt (2008) «US Study Is Said to Warn of Crisis in Afghanistan», The New York Times, 8 Οκτωβρίου.
[31] J.F. Burns (2008) «Karzai Sought Saudi Help with Taliban», The New York Times, 30 Σεπτεμβρίου.
[32] G. Bruno (2008) «Τhe Unthinkable in Afghanistan», The Washington Post, 23 Οκτωβρίου.
[33] Ό.π.
[34] S. Robinson (2008) «The US vs. Pakistan: With Friends Like These», Time, 22 Οκτωβρίου.
[35] Ό.π.
[36] S. Shah (2008) «Pakistan Rejects America's War on Extremists», The Guardian, 24 Οκτωβρίου.
[37] Ό.π. 34.
[38] Σ. Φιτσανάκης (2008) «Πέντε Χρόνια Πολέμου στο Ιράκ: Η Άγνοια και η Σιωπή Κυριαρχούν», Αντί, τ918, 28 Μαρτίου, σελ. 30-41.
[39] Σ. Φιτσανάκης (2006) «Τέσσερα (Άστοχα) Ερωτήματα για το Ιράκ», Αντί, τ884, 15 Δεκεμβρίου, σελ. 30-32.
[40] R.H. Reid (2008) «Confusion in Iraq if Security Deal Fails», ειδησεογραφικό πρακτορείο Associated Press, 23 Οκτωβρίου.
[41] H. Hendawi (2007) «Baghdad at Night Shows Shiite Dominance», USA Today, 11 Δεκεμβρίου. Δείτε επίσης S. Tavernise (2006) «Iraqi Shiites Seize Sunni Neighborhoods in Baghdad», International Herald Tribune, 23 Δεκεμβρίου.
[42] S. Roe (2007) «An Atomic Threat Made in America», The Chicago Tribune, 28 Ιανουαρίου.
[43] Ανών. (2007) «Tehran Defiant Over Nuclear Ambitions», The Guardian, 21 Φεβρουαρίου.
[44] Ανών. (2007) «Iran Says Would Hit Back Against Any US Attack», ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, 27 Μαΐου.
[45] P. Baker (2006) «Iran's Defiance Narrows US Options for Response», The Washington Post, 13 Απριλίου.
[46] P.S. Goodman (2004) «China Invests Heavily in Sudan’s Oil Industry», The Washington Post, 23 Δεκεμβρίου.
[47] J. Kurlantzick (2006) «Continental Shift», The American Prospect, 9 Νοεμβρίου.
[48] Ό.π.
[49] Ό.π.
[50] S. Hanson (2008) «China, Africa, and Oil», έκθεση του Council on Foreign Relations, 6 Ιουνίου.
[51] Τυπικό είναι το παράδειγμα του J.W. Holmes (1997) o οποίος χαρακτηρίζει τη Δυτική Ευρώπη ως «τον πιο ταιριαστό και πολύτιμο σύμμαχο» των ΗΠΑ. Βλ. The United States and Europe After the Cold War: A New Alliance?, University of South Carolina Press, σελ. 2.
[52] Πολλοί βρετανοί «ευρωσκεπτικιστές», όπως αποκαλούνται, στην πλειοψηφία τους μέλη του Συντηρητικού Κόμματος, έχουν μάλιστα προτείνει να εγκαταλείψει η Βρετανία την ΕΕ και να ενταχθεί στη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βορείου Αμερικής (NAFTA). Βλ. C. Black (1998) «Britain’s Final Choice: Europe or America?», The Daily Telegraph, 10 Ιουλίου.
[53] E. Becker (2003) «Europe Warns US Is Facing Consequences Over Trade», The New York Times, 5 Νοεμβρίου.
[54] Σ. Φιτσανάκης (2008) «Πόλεμος Συμφερόντων στα Βαλκάνια», Αντί, τ916, 29 Φεβρουαρίου, σελ. 22-25.
[55] Βλ. G.A. Mattox και A.R. Rachwald (2001) Enlarging NATO: The National Debates, Rienner Publishers, σελ. 257-258, καθώς και S. Brown (1994) The Faces of Power: Constancy and Change in United States Foreign Policy from Truman to Clinton, Columbia University Press, σελ. 505-506.
[56] Ανών. (2008) «Difficult to See NATO Deal on Georgia by Year-End: Official», EU Business, 24 Οκτωβρίου.
[57] R. Beste κ.ά. (2008) «Did Saakashvili Lie? The West Begins to Doubt Georgian Leader», Der Spiegel, 15 Σεπτεμβρίου.
[58] D. Morgan κ.ά. (2008) «US, Russian Military Chiefs Meet in Helsinki», ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, 21 Οκτωβρίου.
[59] Ανών. (2008) «Russia-NATO Council May Resume Work by End of 2008», ειδησεογραφικό πρακτορείο Novosti, 21 Οκτωβρίου.
[60] Ανών. (2008) «Era of US Financial Dominance Over: Medvedev», ειδησεογραφικό πρακτορείο Agence France Presse, 2 Οκτωβρίου.
[61] Ό.π.
[62] Δείτε την εξαιρετική μελέτη του J.V. Kofas (2003) Under the Eagle's Claw: Exceptionalism in Postwar US-Greek Relations, Praeger Publishers.
[63] Αυτό αναφέρει μια εκ των δεξιότερων ελληνικών εφημερίδων, ο Ελεύθερος Τύπος, σε άρθρο του Ανών. (2008) «SOS, Αθήνα Καλεί Ομπάμα», 19 Οκτωβρίου.
[64] Ό.π.
[65] Ό.π. 54.
[66] Δ.Π. Δήμας (2008) «Χάρτινος Τίγρης Καλείται να μην Αποδειχτεί Χάρτινος», Ελευθεροτυπία, 12 Φεβρουαρίου.
[67] Ό.π. 15.
[68] Σ. Φιτσανάκης (2008) «Μόνο τις ΗΠΑ Ωφελεί το Ελληνικό Βέτο», ιστοσελίδα περιοδικού Αντί, 10 Απριλίου.
[69] Σ. Φιτσανάκης (2006) «Οι Δέκα πιο Παραμελημένες Ειδήσεις του 2006», Αντί, τ886, 12 Ιανουαρίου, σελ. 36-39.
[70] Ανών. (2008) «Η Ελλάδα Αγοράζει 420 Τεθωρακισμένα από τη Ρωσία», Ναυτεμπορική, 6 Οκτωβρίου.
[71] M. Sieff (2008) «Greece Wants to Buy 420 Russian Fighting Vehicles», ειδησεογραφικό πρακτορείο UPI, 16 Οκτωβρίου.
[72] Ανών. (2006) «Greece Considers Russia as Strategic Partner», ειδησεογραφικό πρακτορείο Xinhua, 5 Σεπτεμβρίου.
[73] Ανών. (2007) «Putin Calls Greece a Strategic Partner», Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, 1 Ιουνίου.
[74] Ανών. (2008) «Ικανοποίηση Λαβρόφ για την Ενεργειακή Συνεργασία Ελλάδας-Ρωσίας», Τα Νέα, 27 Σεπτεμβρίου.
[75] Ό.π. 68.
[76] Ό.π. 68.
[77] Ανών. (2008) «Ελληνική Δυσφορία για την Αμερικανική Βίζα», Greek Insight, 18 Οκτωβρίου.
[78] Ό.π. 62, σελ. 87-99.
[79] Σ. Φιτσανάκης (2008) «Οι Δομικοί Φραγμοί και η Ελπίδα της Πλάνης», Αυγή, 31 Αυγούστου.
[80] Ό.π. 63.
.

2 σχόλια:

Vassilika είπε...

Φοβερή ανάλυση Σήφη.Κανονική μελέτη.Θα κοιτάξω μήπως το αναδημοσιεύσουμε κάπου. Μήπως θα έπρεπε σε σχέση με τις Ελληνοαμερικανικές σχέσεις να προσέθετες κάτι και για τις Αμερικανοτουρκικές; Θυμάμαι βέβαια ότι έχεις γράψει κάποια πράγματα σε προηγούμενο άρθρο ιδιαίτερα για το κουρδικο.

omiros είπε...

Εξαιρετικό κείμενο!
Φιλικά
΄Ομηρος Φωτιάδης
http://spynews-gr.blogspot.com/