16/12/11

Συνέντευξή μου στη Ρωσική τηλεόραση

ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΕΡΑΣΕ έδωσα μια συνέντευξη στο RT Television, που είναι ένα από τα δημοφιλέστερα ειδησεογραφικά κανάλια στον κόσμο, δεύτερο μετά το BBC World. Τη συνέντευξη, που έδωσα στο βρετανό δημοσιογράφος του RT Bill Dod, είχε θέμα την πρόσφατη μετονομασία της ιδιωτικής εταιρίας ασφαλείας Xe Services σε Akademi. Γνωστή παλαιότερα ως Blackwater, η Academi αποτελεί τη μεγαλύτερη και ισχυρότερη ιδιωτική μισθοφορική εταιρία στον κόσμο. Ταυτόχρονα όμως είναι και η πιο αμφιλεγόμενη εταιρία παροχής ιδιωτικής ασφάλειας, καθώς έχει εμπλακεί σε αμέτρητα σκάνδαλα στο Ιράκ και αλλού. Λόγω της στενής της σχέσης με την κυβέρνηση του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ George Bush, η εταιρία κατάφερε να αναλάβει αμέτρητες αναθέσεις έργων παροχής υπηρεσιών --συνήθως δίχως προκήρυξη διαγωνισμού-- στην ταλαιπωρημένη αραβική χώρα μετά την επέμβαση των ΗΠΑ το 2003. Ακριβώς επειδή είναι ιδιωτική, η Academi, που απασχολεί ως επί το πλείστον πρώην στελέχη ομάδων ασφαλείας ή κατασκοπευτικών υπηρεσιών, συχνά αρνείται επιδεικτικά να τηρήσει κανόνες νομιμότητας. Αποτέλεσμα ήταν, η Ιρακινή κυβέρνηση την διώξει από τη χώρα το 2007, όταν μισθοφόροι της Blackwater/Academi δολοφόνησαν 17 αθώους αμάχους σε μακελειό στην πλατεία Νουρ της Βαγδάτης. Ο δημοσιογράφος του RT με ρώτησε μεταξύ άλλων αν η αλλαγή ονόματος της εταιρίας σε Academi έχει ως απώτερο στόχο τη σταδιακή επανένταξη "στα κρυφά" της εταιρίας στις δυνάμεις ασφαλείας του μεταπολεμικού ιρακινού κράτους. Με ρώτησε επίσης η μετονομασία σχετίζεται με την κήρυξη του «τέλους του πολέμου» του Ιράκ από τον αμερικανό Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα. Τη συνέντευξη, που μεταδόθηκε ζωντανά, μπορείτε να τη δείτε στο YouTube εδώ, ή στην ιστοσελίδα του RT εδώ (στο βίντεο που βρίσκεται προς το τέλος της σελίδας). Μερικά από τα σχόλιά μου αναμεταδόθηκαν αργότερα, μονταρισμένα, στο τέλος μιας άλλης ανταπόκρισης πάνω στο ίδιο θέμα, που μπορείτε να τη δείτε εδώ.

19/9/11

Δημοσίευση σχολίου μου στο περιοδικό The Diplomat

ΣΧΟΛΙΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΕΖΙΚΗ κατασκοπεία φιλοξενείται στο πλαίσιο μιας εκτεταμένης έρευνας πάνω στο θέμα, που δημοσιεύεται στο πρόσφατο τεύχος του αγγλόφωνου περιοδικού The Diplomat (Ο Διπλωμάτης) —της κορυφαίας έκδοσης της παγκόσμιας διπλωματικής κοινότητας. Προσωπικά βρίσκω το κείμενο, που υπογράφει ο δημοσιογράφος του New American, Alex Newman, κάπως απλοϊκό. Συγκεκριμένα παρουσιάζει την κινεζική κατασκοπεία ως την κύρια απειλή για τις οικονομίες της Δύσης, δίχως όμως να περιγράφει το γενικότερο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Ως αποτέλεσμα, η Κίνα φέρεται ως η πλέον επιτιθέμενη δύναμη, με τις χώρες της Δύσης να αμύνονται κατά κανόνα, για να προστατεύσουν τα κρατικά και οικονομικά τους απόρρητα. Η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική, με τις κατασκοπευτικές υπηρεσίες και των δυο πλευρών να δρουν πότε επιθετικά και πότε αμυντικά με στόχο την υπονόμευση του αντιπάλου. Εν πάση περιπτώσει, στο κείμενο αναφέρω ότι η Κίνα είναι η σύγχρονη έκφραση ενός πανάρχαιου πολιτισμού, ο οποίος παρουσιάζει καταγεγραμμένη ιστορία οργανωμένης κατασκοπείας και αντικατασκοπείας που χρονολογείται στα μέσα του 15ου αιώνα. Αναφέρω επίσης ότι, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, οι κατασκοπευτικές ικανότητες του κινεζικού κράτους εξαντλούνταν ως επί το πλείστον στο εσωτερικό της χώρας, και είχαν στόχο την πάταξη πολιτικών διεκδικήσεων από πολιτικούς διαφωνούντες, ή την υπονόμευση μειονοτικών ή θρησκευτικών θυλάκων αντίστασης στη δύναμη του Πεκίνου. Έκτοτε, οι κατασκοπευτική δράση της Κίνας επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στο εξωτερικό, και —αν και παραμένει τεχνολογικά υποδεέστερη σε σχέση με εκείνες της Δύσης, υπερτερεί αριθμητικά. Με άλλα λόγια, η πληθυσμιακή δύναμη της Κίνας, από την οποία στελεχώνονται οι κατασκοπευτικές της υπηρεσίες, αποτελεί το αντίδοτο της χώρας στην τεχνολογικά αναπτυγμένη αυτοματοποίηση των αντίστοιχων Δυτικών υπηρεσιών, όπως για παράδειγμα της National Security Agency (ΗΠΑ) ή της General Communications Headquarters (Βρετανία). Το άρθρο του Newman βρίσκεται εδώ. Διαβάστε επίσης και το πρόσφατο σχετικό κείμενό μου με τίτλο "Is China the Undisputed New Spy Superpower?".

22/6/11

Ελληνική Μετάφραση μιας Παλαιότερης Συνέντευξής μου στη Le Monde Diplomatique

ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 2007, ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΑ συνέντευξη στη δημοσιογράφο Danielle Follet, της μηνιαίας γαλλικής πολιτικής επιθεώρησης Le Monde Diplomatique, που αφορούσε την οργανωτική μου δουλειά για λογαριασμό της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής Democracy Now!. Η συνέντευξη διεξήχθη στα πλαίσια ενός εκτεταμένου αφιερώματος της επιθεώρησης σχετικά με τον πολιτικό ακτιβισμό στον αμερικανικό νότο. Το σχετικό άρθρο κυκλοφόρησε στο τεύχος του Ιανουαρίου του 2008 της Le Monde Diplomatique. Κυκλοφόρησε επίσης και στις διεθνείς εκδόσεις του περιοδικού, συμπεριλαμβανομένης και της αγγλικής (όχι όμως της ελληνικής, διότι η εφημερίδα Ελευθεροτυπία, που συνηθίζει να μεταφράζει άρθρα της Le Monde Diplomatique στα ελληνικά, δεν συμπεριέλαβε το άρθρο στην τακτική της έκδοση). Όσοι διαβάζετε γαλλικά και είστε συνδρομητές του εντύπου μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη εδώ. Όσοι διαβάζετε αγγλικά και είστε συνδρομητές μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ. Αν και έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε, έχω πλέον στα χέρια μου την ελληνική μετάφραση του άρθρου της Le Monde Diplomatique, χάρη στην επίπονη δουλειά του T.X., τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα. Η μετάφραση που ακολουθεί έγινε απ' ευθείας από το γαλλικό κείμενο.

Τίτλος: Ένα Ανεξάρτητο Ραδιόφωνο, Χιλιάδες Εθελοντών: Η Εκπομπή Democracy Now! Δίνει τη Φωνή της στην Αμερικανική Αριστερά

από την Danielle Follet και τον Thomas Boothe

Στις 3 Ιανουαρίου στην Αϊόβα, και πέντε μέρες αργότερα στο Νέο Χάμπσαϊρ, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες αμερικανών εκλογέων έδωσαν το εναρκτήριο σάλπισμα στην κούρσα προς τον Λευκό Οίκο. Αυτά τα δυο ομόσπονδα κράτη, παρά το γεγονός ότι είναι ελάχιστα αντιπροσωπευτικά του αμερικανικού πληθυσμού, με την επιλογή που κάνουν δημιουργούν ένα φαινόμενο χιονόμπαλας που διογκώνεται αμέσως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μια ραδιοφωνική εκπομπή εννοεί να αντισταθεί σ’ αυτό τον ανεξέλεγκτο βομβαρδισμό και σε μερικούς άλλους. Στο θέμα του πολέμου στο Ιράκ, παραδείγματος χάριν.

Πριν από δυο χρόνια, σε μια μικρή αγροτική κοινότητα του βορειοανατολικού Τεννεσί, μια ομάδα δραστηριοποιημένων πολιτών, οπλισμένη με ένα απλό αίτημα, υπογεγραμμένο από εβδομήντα πρόσωπα, κατόρθωσε να πείσει το τοπικό δημόσιο ραδιόφωνο να μεταδώσει την Democracy Now!, μια προοδευτική εκπομπή πληροφόρησης που ήταν σε ρήξη με τα προγράμματα των ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών. Εν τούτοις, αυτή η απομακρυσμένη ζώνη των Αππαλαχίων Ορέων δε φαινόταν καθόλου ως ο ιδανικός τόπος για μια πρωτοβουλία αυτού του είδους. Περιοχή με γεωργικές και εξορυκτικές δραστηριότητες, η επαρχία αυτή ψηφίζει μαζικά ρεπουμπλικάνους (σε ποσοστό 75% στις τελευταίες προεδρικές εκλογές). Ο Σήφης Φιτσανάκης υπενθυμίζει άλλωστε ότι «έως και πριν από τριάντα χρόνια, οι μόνες πολιτικές δραστηριότητες που ήταν ανεκτές εδώ ήταν εκείνες της Κου Κλουξ Κλαν».

Ο ίδιος και άλλοι ενεργοί πολίτες ίδρυσαν πρόσφατα την Democracy Now! Tri-Cities (DNTC), μια οργάνωση που έχει ως σκοπό να υπερασπιστεί την εκπομπή, που μεταδίδεται πλέον κανονικά από το 2005 και μετά. Αυτό το πρόγραμμα απειλείται από τότε που το τοπικό δημόσιο ραδιόφωνο, WETS FM, που επιβιώνει κυρίως από οικονομικές συνεισφορές των ακροατών, δέχθηκε εκκλήσεις που απαιτούν τον εξοστρακισμό της εκπομπής από τα ραδιοκύματα. Η ζώνη μετάδοσης του WETS είναι πράγματι πολύ συντηρητική. Το να δραστηριοποιείται κανείς πολιτικά ή συνδικαλιστικά σ’ αυτή την περιοχή σημαίνει ότι μερικές φορές ρισκάρει να δεχτεί επιθέσεις κατά του προσώπου του (πυροβολισμούς στα παράθυρα, δηλητηριασμένα κατοικίδια ζώα, κλπ). «Οι συνδικαλιστές της περιοχής που ανέπτυξαν εργατικούς αγώνες στον χώρο της εξορυκτικής βιομηχανίας έχουν πολλές παρόμοιες ιστορίες να αφηγηθούν», επισημαίνει ο κ. Σήφης Φιτσανάκης. Όχι μόνο στο Τεννεσί, αλλά και αλλού επίσης, η εκπομπή φαίνεται να ενοχλεί: στις 13 του τελευταίου Αυγούστου, μια σφαίρα διέσχισε το παράθυρο του ραδιοφωνικού σταθμού που μετέδιδε την εκπομπή Democracy Now! στο Χιούστον του Τέξας. Παραλίγο να βρει η σφαίρα τον παρουσιαστή.

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΑΞΙΕΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΠΟΜΠΗΣ

Αλλά η επιτυχία της εκπομπής Democracy Now! αποτελεί την καλύτερη άμυνα της. Σύμφωνα με τον κ. Wayne Winkler, διευθυντή του τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού WETS FM, οι αντιδράσεις των ακροατών είναι «πολύ πολύ ενθαρρυντικές». Τα θετικά σχόλια είναι πολύ περισσότερα από τις κριτικές. Δεν καταμετρούν πια τους ακροατές που στηρίζουν οικονομικά το ραδιόφωνο λόγω της εκπομπής. Στην πράξη, οι συνεισφορές και οι προτάσεις εθελοντικής εργασίας εκδηλώνονται σε μεγάλο αριθμό.

Η εκπομπή Democracy Now!, δημιουργημένη από την δημοσιογράφο Amy Goodman και από τον Pacifica Radio στα 1996, έγινε γρήγορα η ειδησεογραφική εκπομπή με τη μεγαλύτερη ακρόαση στον συγκεκριμένο ραδιοσταθμό. Στα 1999, εσωτερικές διαφωνίες και τριβές λίγο έλειψαν να θέσουν τέρμα στην ανάπτυξή του. Παρότι τα πράγματα διευθετήθηκαν, η Goodman και οι συνεργάτες της προτίμησαν να γίνουν ανεξάρτητοι, όπως και συνέβη το 2002, προκειμένου να εξασφαλίσουν την αυτονομία τους. Οι δυο οργανισμοί διατηρούν στενές σχέσεις, και ο σταθμός Pacifica Radio συνεχίζει να μεταδίδει την εκπομπή.

Κατά μέσο όρο δυο νέοι σταθμοί ραδιοφώνου ή τηλεόρασης προσθέτουν την εκπομπή Democracy Now! στο πρόγραμμά τους κάθε εβδομάδα. Το δίκτυο των σταθμών μετάδοσης περιλαμβάνει επί του παρόντος ραδιόφωνα πανεπιστημιακά, ραδιόφωνα που ανήκουν σε διάφορους σωματειακούς φορείς, την Εθνική Δημόσια Ραδιοφωνία (ΝPR), σε κανάλια τηλεόρασης καλωδιακά ή δορυφορικά, χωρίς να ξεχνάμε το Ιντερνέτ, όπου η εκπομπή μεταδίδεται σε μορφή ήχου και εικόνας, καθώς και σε γραπτό κείμενο. Όταν δημιουργήθηκε η εκπομπή Democracy Now!, δεν αναμεταδίδονταν παρά μόνον από 30 σταθμούς. Ο αριθμός αγγίζει τους 700 σήμερα. Μεταφραζόμενη στα ισπανικά, ένα μέρος της εκπομπής μεταδίδεται από πολλές δεκάδες ισπανόφωνων ραδιοφώνων στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Λατινική Αμερική.

Μια τέτοια επιτυχία προϋποθέτει ότι ένα υπολογίσιμο τμήμα του αμερικάνικου πληθυσμού επιθυμεί να ακούει μια προοδευτική άποψη πάνω στην επικαιρότητα, άποψη που να στηρίζεται στην κριτική δημοσιογραφία και σε συζητήσεις αντάξιες του όρου. Όπως ακριβώς κάνουν τα προγράμματα πληροφόρησης των μεγάλων μέσων ενημέρωσης, η εκπομπή ανακεφαλαιώνει τα κύρια γεγονότα της ημέρας. Αλλά αντί να λειτουργεί —όπως πολλές άλλες— ως φερέφωνο της κυβερνητικής επικοινωνίας, η συγκεκριμένη εκπομπή αναλύει σε βάθος —και με κριτικό τρόπο— τις δηλώσεις και τις αποφάσεις των αρχών, είτε αυτές έχουν επικεφαλής τους τους Δημοκρατικούς, είτε τους Ρεπουμπλικάνους. Παραγωγός και παρουσιάστρια-βεντέτα της εκπομπής Democracy Now!, η Goodman αρέσκεται να υπενθυμίζει, όταν απευθύνεται στο κοινό της, τα λόγια του μεγάλου μαχόμενου δημοσιογράφου I.F. Stone: «Εάν πρέπει να συγκρατήσετε τρεις λέξεις μόνο, να συγκρατήσετε αυτές: οι κυβερνήσεις ψεύδονται».

Μαζί και ταυτόχρονα με την οικονομική της αυτονομία, η ετερογένεια του δικτύου που διανέμει την εκπομπή, της εξασφαλίζει και την ανεξαρτησία της. Γιατί, όπως επισημαίνει ένας από τους λιγοστούς αριστερούς δημοσιογράφους που εργάζονται στην αμερικανική τηλεόραση, ο Bill Moyers, «η εκπομπή Democracy Now! απέφυγε με τον τρόπο αυτό να θεσμοθετηθεί». Και όμως, σ’ αυτό το ζήτημα, πολλά από τα ανεξάρτητα μέσα που εμφανίστηκαν τελευταία, διαφέρουν. Ο επικοινωνιολόγος Robert McChesney εκτιμά ότι «αυτό που διακρίνει την Democracy Now! είναι ακριβώς το εύρος της επιτυχίας της. Περιορισμένη —πριν από μια δεκαετία— σε μια χούφτα σταθμών, η εκπομπή αγγίζει σήμερα ένα ευρύ κοινό και διαθέτει ένα καλό τεχνικό σύστημα μετάδοσης.

Ωστόσο η εκπομπή παραμένει στο περιθώριο του αμερικανικού επικοινωνιακού συστήματος. Σ’ ένα δημοσιογραφικό περιβάλλον που καυχιέται —συχνά καταχρηστικά— για τον επαγγελματισμό και την πολιτική του ουδετερότητα, η Democracy Now! βάλλεται αδιάκοπα εξαιτίας της μη ουδετερότητας που της καταλογίζεται. Εν τούτοις, ποιος μπορεί να επικαλεστεί, όπως το επικαλείται η Democracy Now!, ότι ασχολείται με την επικαιρότητα χωρίς να έχει κερδοσκοπικές επιδιώξεις, ούτε δεσμούς με κάποιο πολιτικό κόμμα, και χωρίς πόρους προερχόμενους είτε από τη διαφήμιση, είτε από το πατρονάρισμα επιχειρήσεων, είτε τέλος από την πλευρά του δημοσίου; Τα έσοδα της εκπομπής προέρχονται αποκλειστικά από προσφορές ακροατών και συλλογικοτήτων, από δικαιώματα που τις καταβάλλονται από τους αναμεταδότες της, και από την οικονομική εκμετάλλευση DVD και άλλων συναφών προϊόντων (π.χ. μπλουζάκια).

Ο κ. Σήφης Φιτσανάκης, πριν εγκατασταθεί στο βορειοανατολικό άκρο του Τεννεσί, συνεργάσθηκε με ενεργούς πολίτες που δραστηριοποιούνταν για τη διάδοση του προγράμματος αυτού στο Νάσβιλ, πρωτεύουσα της ομόσπονδης πολιτείας του Τεννεσί. Θυμάται: «Παρουσιάσαμε και προωθήσαμε μια έκκληση-αίτημα που συγκέντρωσε ανάμεσα στις 3.000 με 4.000 υπογραφές. Ο σταθμός στον οποίο είχαμε απευθυνθεί μας απάντησε τότε ότι ο αριθμός των υπογραφών, αν και σημαντικός, δεν είχε καμία σημασία. Στα μάτια τους, η εκπομπή ήταν πολύ [ιδεολογικά] στρατευμένη για την περιοχή —τελεία και παύλα».

Για να εκτιμήσει κανείς τη γεύση αυτού του τύπου μομφής, πρέπει να έχει στο μυαλό του το φαινόμενο της συγκέντρωσης που σάρωσε και εξακολουθεί να σαρώνει τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης εδώ και είκοσι χρόνια τώρα. Πρέπει επίσης να αναλογιστεί τα γιγαντιαία ποσά που διάφορα συμφύρματα ιδιοκτητών του συνόλου σχεδόν του τομέα διαθέτουν για πολιτικές και νομοθετικές πιέσεις (lobbying) με στόχο τη συγκέντρωση σε λίγα χέρια των μέσων, με σκοπό την αύξηση της επιρροής των ιδιοκτητών τους και την παρασκηνιακή άσκηση πολιτικής πίεσης. Γιατί, η κυριαρχία τους δεν τους εμποδίζει να θέλουν πάντοτε περισσότερα και να επιδίδονται στην προσπάθεια να πείσουν τους κυβερνητικούς υπεύθυνους να τροποποιήσουν ακόμη περισσότερο τις ρυθμίσεις, τους κανονισμούς, προς όφελός τους. Όπως υπογραμμίζει ο Eric Klinenberg, καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αυτό το φαινόμενο γνώρισε την κορύφωσή του στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, χάρη στους νόμους που ψηφίστηκαν κατά την προεδρία του Bill Cinton (1993-2001). Εκείνη την εποχή, «η κυβέρνηση δεν μεταρρύθμισε την αγορά, αλλά μάλλον την αναρρύθμισε, με σκοπό να επιτρέψει στις ιδιωτικές εταιρίες να αποκτήσουν όλο και περισσότερα τηλεοπτικά κανάλια, ραδιοφωνικούς σταθμούς και εφημερίδες. Ο νόμος του 1996, για παράδειγμα, είχε επιπτώσεις σοβαρές για τη ραδιοφωνική ποικιλότητα. Επιτρέπει σε μία εταιρία να κατέχει μέχρι και 8 σταθμούς σε ένα συγκεκριμένο τόπο.

Αν και είναι υπεύθυνα για την ομοιομορφία των συντακτικών γραμμών και της μείωσης του συντακτικού προσωπικού, τα ολιγοπώλια της πληροφόρησης έχουν συμφέρον να καλλιεργήσουν και να διαφυλάξουν μια αυταπάτη ουδετερότητας στα προγράμματά τους. Και όμως, το να κατηγορούν τα ανεξάρτητα μέσα ότι είναι «ιδεολογικά στρατευμένα» συνιστά μια πρακτική πρόσφορη για τη δημιουργία αυτής της ψευδαίσθησης. Ο McChesney εκτιμά ότι η κατηγορία αυτή αποτελεί περίπτωση καθαρής προπαγάνδας. Στην πραγματικότητα, η εκπομπή Democracy Now! φροντίζει να ενδιαφέρεται για τον σεβασμό στα γεγονότα, και μάλιστα περισσότερο από τα μέσα που ανήκουν σε ιδιωτικά συμφέροντα. Αλλά σ’ αυτή τη χώρα, η πολιτική δημοσιογραφία έχει χάσει κάθε αίσθηση κριτικής απέναντι στα κυρίαρχα συμφέροντα. Ωστόσο, η Democracy Now! κρίνει όλους όσους κατέχουν και ασκούν εξουσία με την ίδια δυσπιστία, είτε είναι ρεπουμπλικάνοι, είτε δημοκρατικοί.

ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΣΤΗΡΙΞΗ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

Η επιτυχία της εκπομπής οφείλει πολλά στις αδυναμίες της πληροφόρησης. Σύμφωνα με την Goodman, τα μεγάλα μέσα «καλούν πάντοτε τους ίδιους, δήθεν ειδήμονες, που δε γνωρίζουν τίποτε πάνω σε οτιδήποτε». Εν τούτοις, ένας από τους βασικούς κανόνες της δημοσιογραφίας είναι η επίδειξη ενδιαφέροντος προς τους ανθρώπους που υφίστανται τις συνέπειες των πολιτικών επιλογών που επιβάλλονται στη χώρα. Η συστηματική παραβίαση αυτού του κανόνα δημιουργεί, κατά την άποψή της, «μια εντυπωσιακή δίψα για αλλαγή».

Διαθέτοντας μέσα κατά πολύ υποδεέστερα από εκείνα που διαθέτουν οι ανταγωνιστές της, η εκπομπή Democracy Now! δεν μπορεί ούτε να χρηματοδοτήσει μεγάλες έρευνες, ούτε να ελπίζει σε εκμυστηρεύσεις πηγών υψηλά ιστάμενων. Οι ενημερωτικοί παρουσιαστές του τύπου στο δημόσιο ραδιόφωνο πληρώνονται περίπου πέντε φορές περισσότερο απ’ ό,τι η Goodman, ενώ οι παρουσιαστές των εμπορικών τηλεοπτικών καναλιών κερδίζουν εκατό φορές τον μισθό της. Το 2005, η Goodman εισέπραττε 59.000 δολάρια το χρόνο, ο ομόλογός της στο ΝPR 300,000 δολάρια, και οι παρουσιαστές των μεγάλων ιδιωτικών μέσων (NBC, CNN, κλπ) από 3 έως 15 εκατομμύρια δολάρια. Ανάμεσα στους 25 μόνιμους της ομάδας πολλοί είναι έμπειροι δημοσιογράφοι. Αλλά η καθημερινή εργασία που τους επιβάλλει η προετοιμασία μιας ποιοτικής εφημερίδας τους εμποδίζει να διεξάγουν επιτόπιες έρευνες πεδίου.

Η δύναμη της εκπομπής εμποδίζεται λοιπόν βασικά στην επιλογή των προσώπων που προσκαλούνται, καθώς και στην ανάλυση της επικαιρότητας που αντανακλά μια ιεράρχηση των θεμάτων διαφορετική απ’ αυτήν των μεγάλων μέσων. Οι παραγωγοί της εκπομπής στηρίζονται σε πηγές προσβάσιμες σε όλους, ιδίως δε στο Ιντερνέτ. Η μάζα των διαθέσιμων πληροφοριών τους επιτρέπει να επιλέξουν θέματα και προσεγγίσεις που δε βρίσκει κανείς τόσο εύκολα στα μεγάλα ενημερωτικά μέσα, και καθιστά την εργασία τους ακόμη πιο κρίσιμη.

Τυγχάνουν μεγάλης εκτίμησης τα δέκα με δεκαπέντε λεπτά της ώρας που «ανοίγουν» το πρόγραμμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς επίσης και στη Λατινική Αμερική, που έχουν τη μορφή συνοπτικής παρουσίασης των νέων της ημέρας. Αυτό το τελευταίο είναι έργο ενός μόνο προσώπου που διαθέτει ένα φορητό υπολογιστή. Η Democracy Now! είναι συνδρομητής των πρακτορείων τύπου, αλλά αντλεί εξίσου το υλικό της από τη δεξαμενή δεκάδων σελίδων στο Ιντερνέτ για την επικαιρότητα, από πηγές μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) και μπλογκς, στην πλειονότητά τους αγγλόφωνες.

Στα 15 θέματα που προβάλλονται περιληπτικά στην αρχή της εκπομπής, σχεδόν τρία ή τέσσερα από αυτά δεν αναπτύσσονται από κανένα μεγάλο ενημερωτικό μέσο —δεν αποτελούν καν αντικείμενο του ενδιαφέροντός τους. Άλλωστε κι εκείνα τα θέματα που πραγματεύονται, τα προσεγγίζουν από μια οπτική γωνία ριζικά διαφορετική. Έτσι, την ημέρα του θανάτου του Gerald Ford (26 Δεκεμβρίου του 2006), ο αμερικανικός τύπος έπλεξε το εγκώμιό του, παρουσιάζοντας τον αμερικανό πρόεδρο (Αύγουστος 1974-Ιανουάριος 1977) ως ήρωα που, ύστερα από το σκάνδαλο του Watergate και την παραίτηση του Richard Nixon, είχε κατορθώσει να «συμφιλιώσει το έθνος με τον ίδιο τον εαυτό του». Η Democracy Now!, από την πλευρά της, δεν δίστασε να υπενθυμίσει το γεγονός ότι αυτός ο υποτιθέμενος ήρωας (καθώς και ο υπουργός των εξωτερικών Henry Kissinger) είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στις σφαγές στο Ανατολικό Τιμόρ: στα 1975, υπενθύμισε η εκπομπή, «ήταν ο Ford που επέτρεψε στον στρατηγό Σουχάρτο να εισβάλλει και να καταλάβει αυτό το ήμισυ του νησιού».

Κατά τις συζητήσεις στο στούντιο που ακολουθούν την αναγγελία των τίτλων και συμπληρώνουν την ώρα του προγράμματος, οι παρουσιαστές απαλλάσσουν τους ακροατές από τα αστεϊσμούς των οποίων η χρήση είναι κοινότοπη στα ιδιωτικά μέσα που προσπαθούν να επινοήσουν κάποιο καλαμπούρι για να δώσουν μια χαρούμενη νότα στα νέα. Οι παρουσιαστές του Democracy Now! αφήνουν τους προσκαλεσμένους τους να εκφραστούν χωρίς να τους διακόπτουν. Η εκπομπή δέχεται δημοσιογράφους που διεξάγουν έργο διερευνητικό, όπως και απλούς πολίτες, διανοούμενους, εκλεγμένους, ενεργούς πολίτες, στρατευμένους καλλιτέχνες, αντιπροσώπους ΜΚΟ. Ακόμη και όταν πρόκειται για γνωστές προσωπικότητες, η πλειονότητα αυτών που ακούμε στην Democracy Now! δεν προσκαλούνται συχνά από τα μεγάλα ενημερωτικά μέσα. Οι Noam Chomsky, Naomi Klein, Robert Fisk, Arundhati Roy, Eduard Said (που πέθανε το 2003), καθώς επίσης οι Ralph Nader, Evo Morales και Hugo Chavez, έχουν μ’ αυτό τον τρόπο συμμετάσχει στην εκπομπή.

Η ίδια η λίστα αυτών των ονομάτων το υπογραμμίζει: η εκπομπή επιδιώκει να προωθήσει την έκφραση μιας προοδευτικής ευαισθησίας που απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό από τα ραδιοκύματα. Αλλά η Democracy Now! δεν εννοεί, ωστόσο, να γίνει ο χώρος αναπαραγωγής της ηχούς της αμερικανικής αριστεράς. Αν και οι εκπρόσωποι της εξουσίας ή των μεγάλων επιχειρήσεων αρνούνται συνήθως την πρόσκληση που τους απευθύνεται από την εκπομπή, ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Alan Greenspan, δέχτηκε να συζητήσει με την Naomi Klein, την συγγραφέα του έργου No Logo [Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, 2005], η οποία τάσσεται υπέρ μιας εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης.

Τον Νοέμβριο του 2000, την ημέρα των προεδρικών εκλογών, ο Πρόεδρος Clinton προσκλήθηκε στην εκπομπή, τηλεφωνικώς, με την ελπίδα να πείσει τους ακροατές να ψηφίσουν υπέρ του Al Gore, τον τότε αντιπρόεδρό του. Η Goodman δεν τον άφησε να μονοπωλήσει την εκπομπή: «Απευθύνεστε, μέσω των ραδιοφωνικών σταθμών που μεταδίδουν την εκπομπή, στους ακροατές μας για να πείσετε τ ον κόσμο να πάει να ψηφίσει. Αλλά τι έχετε να πείτε σ’ αυτούς που εκτιμούν ότι τα δυο κόμματα έχουν ξεπουληθεί στα ιδιωτικά συμφέροντα και κατά συνέπεια είναι ανώφελο να μετακινηθούν για να πάνε να ψηφίσουν;». Ακολούθησε μια συζήτηση που περιστράφηκε γύρω από διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων το θέμα των κυρώσεων εναντίον του Ιράκ και εκείνο της παρεχόμενης υποστήριξης από ορισμένους Δημοκρατικούς (μεταξύ των οποίων και οι κ.κ. Clinton και Gore) στη θανατική ποινή. Εξοργισμένος ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατηγόρησε την Goodman ότι θέτει ερωτήσεις «εχθρικές και επιθετικές». «Όχι, απλά υποδηλώνουν μια αίσθηση κριτικού πνεύματος», αντέτεινε εκείνη.

Την επομένη, ο εκπρόσωπος τύπου του Λευκού Οίκου εξέφρασε το παράπονο ότι η Goodman δεν είχε σεβαστεί τους «κανόνες» της συζήτησης. «Ποιους κανόνες;», ρώτησε εκείνη. Η εμφάνιση-έκκληση προς τους πολίτες από την εκπομπή ήταν απρόβλεπτη, οπότε κανένας κανόνας δεν είχε τεθεί εκ των προτέρων. Εν πάση περιπτώσει, απηύθυναν στην Goodman την μομφή ότι ξεστράτισε τη συζήτηση, την έβγαλε έξω από το αρχικό θέμα με στόχο να πείσει το κοινό, το εκλογικό σώμα, να μην πάει να ψηφίσει, και απασχόλησε τον συνομιλητή της για πολύ χρόνο με άλλα θέματα. «Ο πρόεδρος Clinton είναι ο πιο ισχυρός άνθρωπος του πλανήτη, μπορεί να κατεβάσει το τηλέφωνο οπόταν του καπνίσει», απάντησε εκείνη, και πήρε το δικό της μάθημα απ’ αυτό το συμβάν: «δεν επιφυλάσσω καμία προνομιακή μεταχείριση στους ισχυρούς. Είναι οι υπηρέτες του λαού».

Η εκπομπή Democracy Now! απαρνείται τη συνηθισμένη, για τα αμερικανικά μέσα, προεκλογική συμπεριφορά. Τα [πολιτικά] επιτελεία που διαχειρίζονται την προεκλογική καμπάνια γνωρίζουν ότι μπορούν να υπολογίζουν σ’ αυτά για να προσδώσουν μια άμετρη ηχώ στις αποφάσεις τους, που συνδέονται με τις προεκλογικές τακτικές. Έτσι, κατά τη διάρκεια της παρούσας κούρσας για το χρίσμα του δημοκρατικού κόμματος, όταν η Hillary Clinton βρέθηκε σε δύσκολη θέση στις δημοσκοπήσεις, οι σύμβουλοί της αποφάσισαν να την κάνουν να υιοθετήσει μια θέση πιο επιθετική. Τα μέσα βρήκαν συμφέρουσα αυτή την αλλαγή στάσης και την εκμεταλλεύτηκαν, και η κυρία Clinton είδε να της προσφέρονται όλες οι ευκαιρίες για την ενσάρκωση της νέας της προσωπικότητας. Η Democracy Now! έκανε μια άλλη επιλογή: την επιλογή να μην καλύψει το «γεγονός».

Κατά τη διάρκεια της προεδρικής καμπάνιας του 2004, η Democracy Now! πληροφορούσε τους ακροατές της για τις δημοσκοπήσεις και την καθημερινή επικαιρότητα, αλλά επέμενε περισσότερο στα διακυβεύματα ουσίας. Και αντί να αφήσει τα δυο «φαβορί» να μονοπωλήσουν την επικαιρότητα, η εκπομπή υπογράμμισε την περιθωριοποίηση των μικρών υποψηφίων, καθώς επίσης τον ορατό κίνδυνο για εκατομμύρια πολίτες να στερηθούν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα (απομεμακρυσμένα εκλογικά τμήματα, σχολαστικές νομικές λεπτολογίες, απώλεια ή στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων).

Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης υποβοήθησαν την πορεία προς τον πόλεμο εναντίον του Ιράκ. Όταν στην Washington Post της 21ης Οκτωβρίου του 2001, ο δημοσιογράφος Jeff Stein, ανάμεσα σε άλλους, υπέδειξε ότι ο «Σαντάμ, ο μικρός σύντροφος του Μπιν Λάντεν», ήταν ο υπαίτιος των επιθέσεων με άνθρακα που διαπράχθηκαν εναντίον δημοσιογράφων και πολιτικών, σε μια στιγμή κατά την οποία η αστυνομική έρευνα έπαιρνε μια άλλη, εντελώς διαφορετική, κατεύθυνση, η Democracy Now! προειδοποίησε: «η διοίκηση του Bush και τα μέσα προσπαθούν συστηματικά να καταλογίσουν στο Ιράκ τις τρομοκρατικές ενέργειες της 11ης Σεπτεμβρίου ή τις επιθέσεις με άνθρακα».

Η εκπομπή ήταν ομοίως μια από τις λίγες που αναμετέδωσαν στους ακροατές τους μια πληροφορία του βρετανικού τύπου, σύμφωνα με την οποία η αμερικανική κυβέρνηση κρυφάκουγε τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις πολλών μελλών του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Υπήρξε ακόμη η μόνη εκπομπή που έδινε αδιαλείπτως πληροφορίες για τις διάφορες μορφές αμφισβήτησης της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής, όπως π.χ. για το γεγονός ότι τα γραφεία της κυρίας Clinton υπήρξαν αντικείμενο κατάληψης, μετά την παροχή εκ μέρους της ευνοϊκής ψήφου για τον πόλεμο. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα εθνικιστικού παροξυσμού, ποιο άλλο μέσο θα ήταν ικανό να μεταδώσει ένα νέο όπως αυτό εδώ: «ένας άνδρας συνελήφθη μέσα σ’ ένα εμπορικό κέντρο γιατί φορούσε ένα μπλουζάκι με την επιγραφή: “δώστε μια ευκαιρία στην ειρήνη”»; Περισσότερα από εκατόν πενήντα πρόσωπα διαμαρτυρήθηκαν πραγματοποιώντας πορεία προς τον επίμαχο χώρο φορώντας το ίδιο μπλουζάκι.

Η άρνησή της να τοποθετηθεί πίσω από την επίσημη γραμμή και η χρησιμοποίηση διαφοροποιημένων πηγών πληροφόρησης, επέτρεψαν στην εκπομπή Democracy Now! να προσφέρει στους ακροατές της μια εικόνα πιο πιστή γι’ αυτό που ετοιμαζόταν στο Ιράκ και στη χώρα τους. Και για να κρίνουμε καλύτερα: σύμφωνα με την οργάνωση άσκησης κριτικής των μέσων ενημέρωσης Fairness and Accuracy in Reporting (FAIR), στη διάρκεια των τριών πρώτων εβδομάδων του πολέμου (Μάρτιος-Απρίλιος 2003), οι έξι κυριότερες τηλεοπτικές ειδησεογραφικές εκπομπές δεν κάλεσαν ούτε ένα πρόσωπο για να αναλύσει, με τρόπο κριτικό, την εισβολή, προσφέροντάς του το χρόνο για να εκφραστεί. Η Democracy Now! κάλεσε και έδωσε τη δυνατότητα αυτή σε 30 άτομα.

Αυτές οι προσπάθειες οδήγησαν μερικές φορές σε χαρακτηριστικά αποτελέσματα. Τον Μάρτιο του 2004, ενώ το πραξικόπημα στην Αϊτή εξομοιωνόταν γενικώς με μια λαϊκή εξέγερση εναντίον ενός διεφθαρμένου δικτάτορα, η εκπομπή της Goodman μετέδωσε μια αποκλειστική συζήτηση με τον ευρισκόμενο στην εξορία πρόεδρο, τον Jean-Bertrand Aristide. Ο τελευταίος απεκάλυψε τότε ότι ο αμερικανικός στρατός τον είχε εξαναγκάσει, υπό την απειλή των όπλων, να παραιτηθεί, πριν τον απαγάγουν. Αυτή η δημοσιογραφική επιτυχία ανάγκασε τα άλλα μέσα να επανέλθουν στο γεγονός, θέτοντας νέα ερωτήματα. H Goodman ειρωνεύτηκε: «μολύναμε τα μέσα!».

Ακολούθησαν και άλλες «μολύνσεις». To Φεβρουάριο του 2007, η Democracy Now! έθεσε ερωτήματα στον Greg Palast, δημοσιογράφο του BBC, σχετικά με τα αρπακτικά διεθνή ταμεία που κατακλέβουν τις αναπτυσσόμενες χώρες. Ο Palast εξήγησε ότι ο Λευκός Οίκος είχε επιτρέψει, οι δημόσιες πιστώσεις που προορίζονταν για την ελάφρυνση του χρέους των φτωχών κρατών, να χρησιμοποιηθούν για την πληρωμή των απαιτήσεων ιδιωτικών εταιριών κατά πολυάριθμων χωρών του νοτίου ημισφαιρίου. Λίγο μετά, δυο κοινοβουλευτικοί απαίτησαν να καταχωρηθεί στην ημερήσια διάταξη μιας συνάντησης κορυφής του G8 μια μομφή κατ’ αυτών των ληστρικών ταμείων bonds. «Πριν γίνει γνωστή η έρευνα της Democracy Now!, μια εκπομπή που παρακολουθούν πολυάριθμα μέλη του Κογκρέσου, οι δυο αυτοί κοινοβουλευτικοί αγνοούσαν ότι τα κεφάλαια γινόταν, κατ’ αυτό τον τρόπο, αντικείμενο υπεξαίρεσης», υπογραμμίζει ο Palast.

Αν ληφθεί υπόψη η ανομοιογένεια του δικτύου διάδοσής της, η πραγματική ακροαματικότητα της εκπομπής και ο πολιτικός προσανατολισμός των ακροατών της είναι δύσκολο να εκτιμηθούν. Προφανώς, οι πιο πιστοί έχουν μια προοδευτική ευαισθησία. Αλλά, επιμένει, ο κ. McChesney, «δε μπορούμε να μιλήσουμε για αμερικανική αριστερά του τύπου του Σαν Φρανσίσκο ή της Βοστώνης. Οι ακροατές ανήκουν σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας». Εάν η Democracy Now! έχει λαϊκή απήχηση σε μια περιφέρεια τόσο συντηρητική όσο το βορειο-ανατολικό Τεννεσί, αυτό οφείλεται μάλλον στο ότι πολλοί Αμερικανοί, αριστεροί ή δεξιοί, υπομένουν όλο και πιο δύσκολα τον έλεγχο των μεγάλων επιχειρήσεων και της κυβέρνησης πάνω στην επικοινωνία. «Τα ιδιωτικά μέσα αφήνουν ένα χώρο άδειο που ερχόμαστε να καλύψουμε», εκτιμά η Goodman. Ακόμη και στους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων υπήρξαν πολλοί που απογοητεύθηκαν βαθύτατα από τις ψευτιές του Λευκού Οίκου, τα σκάνδαλα, τις στρατιωτικές συμφορές και τις ανεξέλεγκτες δαπάνες. Ο τύπος δεν τη γλύτωσε, υπήρξε κι αυτός αντικείμενο απάρνησης και αποκήρυξης από το κοινό.

ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΛΗΡΗΣ ΥΠΟΣΧΕΣΕΩΝ

Σύμφωνα με τον κ. Φιτσανάκη, Ρεπουμπλικάνοι εντάχθηκαν με την DNTC για να αντιδράσουν στον περιορισμό των ατομικών ελευθεριών και της ελευθερίας της έκφρασης, θέμα με το οποίο ασχολείται συχνά η εκπομπή. Συντηρητικοί ψηφοφόροι εκδηλώσανε την υποστήριξή τους προς την οργάνωση. Αν και διαφωνούν με κάποιες ιδέες που προβάλλονται από τη Democracy Now!, δηλώνουν «αληθινά εξοργισμένοι με την παρούσα κυβέρνηση». Και βρίσκουν στην εκπομπή «μια άποψη σχεδόν λογική και τίμια για ό,τι συμβαίνει στη χώρα».

Η Goodman εκτιμά ότι τα αμερικανικά μέσα υπερβάλλουν, διογκώνοντας τις διαφορές μεταξύ αριστεράς και δεξιάς. «Τα δυο στρατόπεδα έχουν έγνοιες αρκετά παραπλήσιες», εξηγεί. «Οι συντηρητικοί, όπως και οι προοδευτικοί, ανησυχούν για τις προσβολές στην ιδιωτική ζωή και για την αυξανόμενη εξουσία που ασκούν οι μεγάλες επιχειρήσεις. Οι οικογένειες των στρατιωτών αισθάνονται τρόμο για το τίμημα που πλήρωσαν οι γιοί τους και οι κόρες τους, ενώ από την άλλη πλευρά τα παιδιά των ισχυρών γλυτώσανε τον πόλεμο. Από την πλευρά του, ο κ. Φιτσανάκης πιστεύει ότι, «σε μια περιφέρεια όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιούν σε μικρό βαθμό το Ιντερνέτ ως πηγή πληροφόρησης, βρίσκουν σε μας μια εκπομπή που μιλάει γι’ αυτά που τους ενδιαφέρουν πραγματικά».

Σ’ αυτή την περιφέρεια, η DNTC, στην προσπάθειά της να κινητοποιήσει το προοδευτικό στρατόπεδο, στηρίζεται στους ακροατές της. Ο κ. Φιτσανάκης γνωρίζει αυτή την άσκηση: «πρέπει κατ’ αρχάς να κινητοποιηθούν οι ακροατές. Εδώ, σχεδόν ένα εκατομμύριο νοικοκυριά μπορούν να δεχτούν την εκπομπή. Απ’ αυτά, ένας σημαντικός αριθμός ζει πολύ απομονωμένα στα βουνά ή σε τόπους δύσκολους στην πρόσβαση. Γιατί να μη χρησιμοποιηθεί η εκπομπή στην προσπάθεια συγκέντρωσής τους;». Σε έξι μήνες ύπαρξης, η οργάνωση ενέγραψε 150 εθελοντές και οργάνωσε οκτώ διαδηλώσεις εναντίον του πολέμου, την ημέρα της τέταρτης επετείου της εισβολής στο Ιράκ. Προκειμένου να δημιουργηθούν επαφές με το δραστηριοποιημένο τμήμα του συνδικάτου των μεταλλωρύχων, οργανώθηκε μια συγκέντρωση μπροστά σ’ ένα εργοστάσιο που κατασκευάζει πολεμοφόδια με απεμπλουτισμένο ουράνιο. Η κινητοποίηση δεν είχε παρά περιορισμένη επιτυχία. «Συνδικαλιστές ενώθηκαν μαζί μας», εξηγεί ο κ. Φιτσανάκης, «αλλά οι δικές μας δυνάμεις δεν αισθάνονταν ασφαλείς —δεν ήταν ψυχολογικά έτοιμες γι’ αυτή την μετωπική αντιπαράθεση με την αστυνομία. Εν τούτοις παραμένω αισιόδοξος, αυτή η περιφέρεια υπόσχεται πολλά».

9/5/11

Συνέντευξή μου στην εφημερίδα The Boston Herald

ΤΗΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ ΠΕΜΠΤΗ, ΕΝΟΧΛΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ το δημοσιογραφικό τσίρκο που έχει στηθεί γύρω από τη δολοφονία του ιδρυτή της αλ-Κάιντα, Οσάμα μπιν Λάντεν, έγραψα ένα τρίτο κείμενο. Ο σκοπός του είναι να καταρρίψει ορισμένες αναλήθειες και διασαφηνίσει τις παρανοήσεις πολλών ΜΜΕ πάνω σε βασικά θέματα γύρω από τον μπιν Λάντεν, την αλ-Κάιντα, αλλά και τον αποκαλούμενο «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία». Συνοπτικά, το κείμενο (που βρίσκεται εδώ) εξηγεί πως: (1) οι ΗΠΑ δεν έχουν καμία υποχρέωση να αποδείξουν ότι εκτέλεσαν τον μπιν Λάντεν, (2) η δολοφονία του μπιν Λάντεν δεν αποτελεί «νίκη ενάντια στην τρομοκρατία», (3) δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η ισλαμογενής τρομοκρατία θα μειωθεί λόγω της εξάλειψης του μπιν Λάντεν —ίσως μάλιστα να αυξηθεί, (4) καμία επίδραση δε θα έχουν όλα αυτά στη δράση των Ταλιμπάν στο Πακιστάν και στο Αφγανιστάν, και (5) ακόμα και αν αποδειχτεί ότι η Πακιστανική κυβέρνηση υποβοηθούσε τον μπιν Λάντεν, η Ουάσιγκτον δεν έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει εκδικητικά. Το άρθρο μου αυτό τράβηξε την προσοχή της εφημερίδας The Boston Herald και της δημοσιογράφου Marie Szaniszlo, στην οποία έδωσα συνέντευξη στις 7 Μαΐου. Το άρθρο της, που τιτλοφορείται Terror Data Key to Fight, Experts Say, φιλοξενεί ορισμένες από τις δηλώσεις μου. Το βασικό μου επιχείρημα στη συνέντευξη ήταν ότι η αλ-Κάιντα δεν ηγείται του πολιτικού ισλαμισμού. Αντίθετα, συμπλέει με ένα γενικότερο κοινωνικοπολιτικό κίνημα στον ισλαμικό κόσμο, εκφράζοντας μερικές από τις πιο ακραίες τάσεις του. Συνεπώς, εάν η αλ-Κάιντα εξαλειφθεί, ως αποτέλεσμα της δολοφονίας του μπιν Λάντεν (όπως εύχονται οι Αμερικανοί), το γενικότερο αυτό κίνημα δεν πρόκειται να εκλείψει. Αντίθετα, θα συνεχιστεί. Το κενό, λοιπόν, που θα δημιουργηθεί από την πιθανή αποδιάρθρωση της αλ-Κάιντα, θα καλυφθεί πιθανότατα από κάποιον άλλο ακραίο σχηματισμό, ο οποίος ίσως να είναι ακόμα πιο εξτρεμιστικός κι από τον ίδιο τον μπιν Λάντεν και τη συμμορία του. Το άρθρο της Szaniszlo βρίσκεται εδώ.

2/5/11

Δυο Κείμενά μου για τη Δολοφονία του Μπιν Λάντεν

ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΚΙΟΛΑΣ ΛΕΠΤΑ της δολοφονίας του Οσάμα μπιν Λάντεν, επίτιμου αρχηγού της αλ-Κάιντα, η προσοχή πολλών αναλυτών εστιάστηκε στις πιθανές της επιπτώσεις της στην ισλαμική οργάνωση, καθώς και στον αποκαλούμενο «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία», του οποίου ηγείται η Ουάσιγκτον εδώ και δέκα χρόνια. Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το ποιες ακριβώς θα είναι πολιτικές και στρατηγικές συνέπειες της εξάλειψης του υπ’ αριθμόν ένα καταζητούμενου στις ΗΠΑ. Είναι πασιφανές ότι ο καταιγισμός των σχετικών (και άσχετων) απόψεων που έχουν κατακλύσει τα μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας, μαρτυρά ακριβώς την σύγχυση μας για την ευρύτερη έννοια και τα επακόλουθα της βαρυσήμαντης αυτής είδησης. Μπορούμε ωστόσο, βάσει των πληροφοριών που έχουν ήδη επιβεβαιωθεί, να κάνουμε κάποιες γενικές επισημάνσεις πάνω στο γεγονός της δολοφονίας του μπιν Λάντεν, όπως και να θέσουμε ορισμένα καίρια ερωτήματα σχετικά με την επιχείρηση. Το τελευταίο εικοσιτετράωρο —τις ώρες δηλαδή αμέσως μετά την ανακοίνωση του θανάτου του μπιν Λάντεν— έγραψα δύο κείμενα (στα αγγλικά) πάνω στο θέμα. Το πρώτο κείμενο, που βρίσκεται εδώ, περιέχει ορισμένες αρχικές σκέψεις, κυρίως πάνω στην οργανωτική πλευρά της επιχείρησης. Το δεύτερο κείμενο, που είναι πιο εκτενές, αποτελείται από έναν σύντομο σχολιασμό για την ίδια την οργάνωση της αλ-Κάιντα, καθώς και από ορισμένα ερωτήματα για τα ενδότερα θέματα της δολοφονίας του σαουδάραβα μεγιστάνα που διάλεξε να τα βάλει με τις δυο υπερδυνάμεις του 20ού και του 21ου αιώνα.

1/2/11

Η Επανάσταση στην Αίγυπτο Ξάφνιασε ΗΠΑ και Ισραήλ

ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΠΡΟΦΑΝΕΣ ΟΤΙ Ο συνεχιζόμενος λαϊκός ξεσηκωμός στην Αίγυπτο έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει την πιο σημαντική γεωπολιτική εξέλιξη στην περιοχή της Μέσης Ανατολής από την εποχή της Ισλαμικής Επανάστασης στο Ιράν, το 1979. Είναι επομένως εντυπωσιακό να αναλογιστεί κανείς πόσο ανίκανες αποδείχτηκαν οι μυστικές υπηρεσίες των ενδιαφερόμενων χωρών να προβλέψουν τη δραματική αυτή εξέλιξη. Έως και οι Ισραηλινοί πιάστηκαν κυριολεκτικά στον ύπνο: στις 25 Ιανουαρίου, ημέρα που οι πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις ξέσπασαν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αιγύπτου, ο Αβίβ Κοτσάβι, που εδώ και λίγους μήνες ηγείται της ισραηλινής στρατιωτικής κατασκοπίας, δήλωσε σε στελέχη της επιτροπής ασφαλείας του ισραηλινού κοινοβουλίου ότι «δεν υπάρχουν αμφιβολίες για τη σταθερότητα του καθεστώτος στην Αίγυπτο» και ότι «η Μουσουλμανική Αδελφότητα δεν είναι αρκετά οργανωμένη ώστε να αναλάβει την κυβέρνηση». Εάν οι Ισραηλινοί, η εθνική ασφάλεια των οποίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις εξελίξεις στην Αίγυπτο, απέτυχαν να προβλέψουν τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις στην πολυπληθέστερη χώρα της Μέσης Ανατολής, μπορεί κανείς να φανταστεί τον ακόμα βαθύτερο ύπνο των αξιωματούχων στην Ουάσιγκτον. Εξηγώ τα τεκταινόμενα σε πρόσφατο άρθρο μου στη βρετανική έκδοση Intelligent Intelligence, που μπορείτε να διαβάσετε στα αγγλικά εδώ.

6/1/11

Εξετάζοντας το Φαινόμενο WikiLeaks

Η ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΕΝΩΝ διπλωματικών εγγράφων από την ιστοσελίδα WikiLeaks δείχνει να μειώνεται κατά τις πρώτες ημέρες του νέου έτους. Το ίδιο συμβαίνει και με τη γενικότερη τεταμένη συζήτηση γύρω από το νόημα και τις συνέπειες των αποκαλύψεων αυτών. Όμως τώρα είναι η κατάλληλη ώρα για να εξετάσει κανείς το πολυδιάστατο φαινόμενο WikiLeaks με μια κάπως πιο ψύχραιμη προσέγγιση. Για να γίνει κάτι τέτοιο διεξοδικά, είναι απαραίτητο να αποφευχθεί —σε πρώτο πλάνο— η ωμή πολιτική παράμετρος του θέματος. Συνεπώς, το ερώτημα εάν η ιστοσελίδα, ο ιδρυτής της Τζούλιαν Ασάνζ, και οι εκατοντάδες εθελοντές του όλου προγράμματος είναι εγκληματίες, ήρωες, τρομοκράτες ή προδότες, δεν μπορεί να απαντηθεί εάν πρώτα δεν κατανοήσει κανείς τι εστί WikiLeaks. Δεν χρησιμοποιώ εδώ τον όρο «κατανοήσει» για να υποδηλώσω κάποια μορφή υποστήριξης. Εννοώ να καταλάβει κανείς το WikiLeaks ως ένα ιδεολογικό φαινόμενο, ένα τεχνολογικό όχημα που μεταφέρει τις προσωπικές πολιτικές φιλοσοφίες των συντελεστών του, αλλά και ως έναν φορέα που προδίδει γενικότερες κοινωνικο-τεχνολογικές τάσεις και στάσεις. Αυτό ακριβώς προσπάθησα να κάνω γράφοντας μια σύντομη —αλλά πιστεύω περιεκτική— ανάλυση πάνω στο θέμα, που αναρτήθηκε σήμερα στην ιστοσελίδα του Research Institute for European and American Studies (στα αγγλικά).